Του Χάρη Φλουδόπουλου
Τις τελευταίες ημέρες, με αποκορύφωμα την περασμένη Κυριακή, η χονδρεμπορική αγορά του ηλεκτρισμού εμφάνισε σημαντική υποχώρηση, με τις μέσες τιμές να κινούνται ως επί το πλείστον κάτω από τα 55 ευρώ/MWh, φτάνοντας και στα 27,1 ευρώ/MWh. Ωθούμενη από την υψηλή παραγωγή των - και των υδροηλεκτρικών, που κάλυψαν πάνω από το 70% της ζήτησης, για πολλές ώρες κατά τη διάρκεια της ημέρας η Οριακή Τιμή Συστήματος (ΟΤΣ) υποχώρησε στο μηδέν.
Έτσι σε συνθήκες χαμηλής κατανάλωσης και ισχυρής αιολικής παραγωγής, το σύστημα “πλημμύρισε” από φθηνή – ή και μηδενικού μεταβλητού κόστους – ενέργεια.
Κι όμως, πίσω από αυτή τη θετική εικόνα κρύβεται ένα οξύμωρο: ο Έλληνας καταναλωτής δεν πρόκειται να δει λογαριασμό με μηδενική τιμή ενέργειας. Αντιθέτως, το τελικό κόστος μπορεί να αγγίξει ακόμη και τα 50 ευρώ/MWh. Πώς συμβαίνει αυτό;
Στην πράξη, όταν η ΟΤΣ υποχωρεί στο μηδέν, αυτό αντανακλά την τιμή εκκαθάρισης της αγοράς επόμενης ημέρας. Σε ένα σύστημα με υψηλή παραγωγή -, οι προσφορές μηδενικού κόστους εκτοπίζουν τις θερμικές μονάδες και οδηγούν την τιμή σε κατάρρευση.
Ωστόσο, η μηδενική τιμή αφορά πρωτίστως τις διασυνοριακές ροές και τις εξαγωγές ρεύματος προς άλλες ακριβότερες αγορές. Δηλαδή, το “δώρο” της μηδενικής χονδρικής τιμής το καρπώνονται οι γειτονικές αγορές μέσω των εξαγωγών.
Ο Έλληνας τελικός καταναλωτής, όμως, πληρώνει όχι μόνο την τιμή της αγοράς επόμενης ημέρας αλλά και μια σειρά από πρόσθετες χρεώσεις που συνδέονται με τη λειτουργία του συστήματος.
Ο ρόλος της αγοράς εξισορρόπησης
Το κλειδί για την κατανόηση του παράδοξου βρίσκεται στην αγορά εξισορρόπησης. Η υψηλή συμμετοχή - – κυρίως αιολικών – δημιουργεί έντονες διακυμάνσεις στην παραγωγή. Το σύστημα χρειάζεται μονάδες που να μπορούν να ανεβοκατεβάζουν γρήγορα ισχύ ώστε να διατηρείται η συχνότητα και η σταθερότητα.
Εδώ μπαίνουν στο παιχνίδι οι μονάδες φυσικού αερίου. Παρότι στην αγορά επόμενης ημέρας εκτοπίζονται από τις - και η τιμή πέφτει στο μηδέν, καλούνται να παραμείνουν διαθέσιμες και να παρέχουν υπηρεσίες εξισορρόπησης. Και το κάνουν με το αζημίωτο.
Σύμφωνα με τα στοιχεία της αγοράς, η αποζημίωση στην εξισορρόπηση έφτασε ακόμη και τα 284 ευρώ/MWh. Δηλαδή, ενώ στην αγορά επόμενης ημέρας η τιμή ήταν μηδενική, στην αγορά εξισορρόπησης η ίδια μεγαβατώρα μπορούσε να αποζημιώνεται σχεδόν… 300 ευρώ.
Αυτό το κόστος δεν εξαφανίζεται. Κατανέμεται στους προμηθευτές και τελικά περνά στους καταναλωτές.
Έτσι εάν προστεθεί το κόστος εξισορρόπησης στο καθαρό αποτέλεσμα της ημέρας, τότε η τελική επιβάρυνση για το σύστημα μπορεί να αγγίξει ή και να ξεπεράσει τα 50 ευρώ/MWh.
Με άλλα λόγια, η μηδενική ΟΤΣ είναι ένα λογιστικό αποτέλεσμα της αγοράς επόμενης ημέρας, αλλά η πραγματική λειτουργία του συστήματος έχει επιπλέον κόστος που δεν είναι ορατό στην χονδρική τιμή.
Το φαινόμενο αυτό αναδεικνύει μια από τις βασικές προκλήσεις της ενεργειακής μετάβασης: η μαζική διείσδυση - συμπιέζει τις τιμές, αλλά αυξάνει την ανάγκη για ευέλικτη εφεδρεία.
Η λύση: αποθήκευση και διαρθρωτικές αλλαγές
Το φαινόμενο αυτό δεν είναι αποκλειστικά ελληνικό, αλλά στην Ελλάδα λαμβάνει έντονες διαστάσεις λόγω της ταχείας διείσδυσης - και της περιορισμένης αποθηκευτικής ικανότητας.
Η ανάπτυξη μπαταριών και αντλησιοταμιευτικών έργων μπορεί να περιορίσει την ανάγκη ακριβής εξισορρόπησης από μονάδες φυσικού αερίου. Παράλληλα, η ενίσχυση των διασυνδέσεων και η βαθύτερη σύζευξη αγορών θα μπορούσαν να απορροφούν καλύτερα τα πλεονάσματα παραγωγής. Μέχρι τότε, το παράδοξο θα παραμένει: Η ΟΤΣ θα πέφτει στο μηδέν, θα καταγράφονται “ιστορικά χαμηλές τιμές”, ωστόσο ο πραγματικός λογαριασμός για τον καταναλωτή θα ενσωματώνει το κόστος μιας αγοράς που ακόμη αναζητά τη νέα της ισορροπία.
