spot_imgspot_img

Related Posts

Top 5 This Week

Συνέντευξη με την Αφροδίτη Νικολαΐδου για το «Σινεμά Ξανά»

Αφροδίτη Νικολαΐδου: «Προτιμώ μια Αθήνα με περισσότερους κινηματογράφους και λιγότερα σούπερ μάρκετ»

Η καθηγήτρια κινηματογραφικών σπουδών και επιμελήτρια μιας από τις ενότητες του «Σινεμά Ξανά» μάς μιλά για τη δική της κινηματογραφική Αθήνα

04.10.2026

Μπορεί να το έχετε καταλάβει από τις γεμάτες αίθουσες, μπορεί πάλι να έχετε δει τους φίλους σας στο Letterboxd κάνουν log τις ταινίες. Το τελευταίο διάστημα, πάντως, υπάρχει ένα αφιέρωμα που φέρνει ξανά κοντά μας δυνατές στιγμές του ελληνικού κινηματογράφου. Ο λόγος για το «Σινεμά Ξανά», μια πρωτοβουλία της Ελληνικής Ακαδημίας Κινηματογράφου που ταξιδεύει ταινίες από τη δεκαετία του ’50 έως το σήμερα σε οχτώ διαφορετικές ελληνικές πόλεις και μας δίνει την ευκαιρία να τις παρακολουθήσουμε (ξανά) στη μεγάλη οθόνη.

Έξι διαφορετικές προσωπικότητες του κινηματογραφικού χώρου ανέλαβαν την επιμέλεια πέντε διαφορετικών θεματικών ενότητων, αναζητώντας διαφορετικές διαδρομές μέσα στην ιστορία του ελληνικού σινεμά. Ανάμεσά τους βρίσκεται και η διδάκτωρ Αφροδίτη Νικολαΐδου, η οποία υπήρξε η πρώτη μου επαφή με τον κινηματογράφο σε ακαδημαϊκό περιβάλλον. Η ενότητά της, «Αθήνα 1990s και 2000s: Η πόλη ανάμεσα;», συγκεντρώνει ταινίες που αποτυπώνουν μια πόλη σε διαρκή μεταμόρφωση: από τις αλλαγές στην καθημερινότητα και τους ανθρώπους που την κατοικούν μέχρι την οικονομική κρίση και τους τρόπους με τους οποίους οι κάτοικοί της τη διεκδικούν.

Με το «Σινεμά Ξανά» να συνεχίζει ακόμη το ταξίδι του στις αίθουσες μέχρι και τις 20 Οκτωβρίου και τη «Θάλασσα από Γυαλί», τη νέα ταινία του Αλέξη Αλεξίου στην οποία η Νικολαΐδου συνυπογράφει το σενάριο, να ετοιμάζεται για την πανελλήνια πρεμιέρα της στις 12 Νοεμβρίου, συναντηθήκαμε μαζί της για να μιλήσουμε για το αφιέρωμα, την Αθήνα που αποτυπώνει και τον τρόπο με τον οποίο κοιτάμε σήμερα το ελληνικό σινεμά του χθες.

«Το Όνειρο του Σκύλου»

Αν έπρεπε να περιγράψεις σε κάποιον που δεν έχει ζήσει την Αθήνα των 90s και των 00s τι είδους πόλη θα συναντήσει μέσα από αυτή την ενότητα, τι θα του έλεγες;

Α.Ν.:Ένα βασικό χαρακτηριστικό ίσως όλων των ταινιών είναι ότι αποδομούν ή αποστρέφουν το βλέμμα από τα μεγάλα μνημεία της Αθηναϊκότητας, αναδεικνύουν τις πιο σκοτεινές, υπόγειες, μυστικές πλευρές της, τους ενδιάμεσους χώρους μεταξύ δημόσιου και ιδιωτικού και μάς ξεναγούν σε μια Αθήνα ταυτόχρονα παράξενη και οικεία. Κυρίως όμως μας ξεναγούν σε μια Αθήνα όπου οι νέες εθνοτικές, εθνικές και έμφυλες ταυτότητες και υποκειμενικότητες μπορούσαν τουλάχιστον να περηφανευτούν ότι η πόλη ήταν δικιά τους ή μπορούσε να γίνει δικιά τους.

Ανάμεσα σε αυτές τις δύο και την Αθήνα του σήμερα, ποια προτιμάς;

Α.Ν.: Προτιμώ την Αθήνα του μέλλοντος που θα φτιάξουμε διατηρώντας και διασώζοντας τις υπάρχουσες αίθουσες και τα θερινά, βλέποντας όλ@ μαζί πολύ σινεμά (σινεμά ξανά και ξανά). Προτιμώ, δηλαδή, μια Αθήνα με περισσότερους κινηματογράφους και λιγότερα σούπερ μάρκετ.

Υπάρχει η μυθοπλαστική αποτύπωση της Αθήνας και μετά υπάρχει και η «πραγματική», αυτή δηλαδή της Στεφανή. Πιστεύεις αυτή η συνύπαρξη, μυθοπλαστική και ντοκιμαντέρ, συνθέτουν μια πιο συνολική εικόνα;

Α.Ν.: Κατ’ αρχήν δεν θα έκανα αυτή την διάκριση…Το ντοκιμαντέρ και η μυθοπλασία είναι δύο χώροι που ένας κατοικεί μέσα στον άλλον. Όλες οι ταινίες του προγράμματος φτιάχνουν ένα αρχείο εικόνων και εμπειριών της Αθήνας από την περίοδο που έχουν παραχθεί. Όλες οι ταινίες μυθοπλαστικές και μη είναι ιστορικά και πολιτισμικά τεκμήρια της εποχής που γυρίστηκαν και έχουν τη δυνατότητα να μας δίνουν διαφορετικές απαντήσεις ανάλογα με τις ερωτήσεις που κάνουμε. Θα έλεγα μάλιστα ότι αυτό το ιστορικό και πολιτισμικό αρχείο στην πραγματικότητα κοιτάει προς το μέλλον.

«ΑΘΗΝΑΙ»

Ακόμα και στις μυθοπλαστικές ταινίες που έχουν περίκλειστα και με ακρίβεια σκηνοθετηθεί,  υπάρχει πάντα αυτό που λέγεται «κινηματογραφικό πλεόνασμα», κάτι που έχει εισχωρήσει στο κάδρο λαθραία, χωρίς να υπηρετεί αυστηρά την αφήγηση του σκηνοθέτη και έχει παραμείνει εκεί: οδηγοί ποδηλάτων στην Αθηνάς, η αποτύπωση της φύσης, των δέντρων, που παρεισφρέει μέσα στην πόλη, οι υφές των κτιρίων της πόλης, τα πεζοδρόμια και οι λακούβες τους, η κίνηση των αυτοκινήτων στα γενικά πλάνα. Η περίεργη (ή καθόλου περίεργη) συγγένεια μεταξύ της σκηνής στον σταθμό Λαρίσης στο «ΑΘΗΝΑΙ» της Εύας Στεφανή και στο σταθμό των ΚΤΕΛ στο «Delivery» του Νίκου Παναγιωτόπουλου, ή η χωρίς ραφές σύνθεση ντοκιμαντέρ και μυθοπλασίας στη «Διόρθωση» του Θάνου Αναστόπουλου και η απρόσκοπτη περιήγηση της κάμερας στους νυχτερινούς δρόμους στο Μεταξουργείο και Κεραμεικό στο «Όνειρο του Σκύλου» του Άγγελου Φραντζή, δεν αφήνουν περιθώρια για διαχωρισμούς. Η κινηματογραφική Αθήνα είναι μια πόλη συγκατοίκησης.

«Διόρθωση»

Υπήρξε κάτι που σε εξέπληξε όταν είδες τις ταινίες ξανά με αφορμή την επιμέλεια της ενότητας; Υπάρχει κάποια που σου μίλησε διαφορετικά σήμερα;

Α.Ν.: Έχω δει όλες τις ταινίες αμέτρητες φορές και μάλιστα σε διαφορετικές χρονικές περιόδους, αλλά στην αίθουσα είχα να τις δω πολλά χρόνια και πράγματι η εντύπωση ήταν δυνατή. Στην πραγματικότητα όλες με εξέπληξαν. Το «Άντε Γεια» για την τόλμη του θέματος και τον σεβασμό με τον οποίο αναδεικνύει την γυναικεία επιθυμία μέσα από λεπτομέρειες  το 1991 (!). Το «Από την άκρη της Πόλης» για το πώς έχει πιάσει τα vibes των 90s όσο καμία άλλη ταινία της περιόδου, ταυτόχρονα ελληνική και διεθνής. Τα «Φτηνά Τσιγάρα» για την επίγνωση ότι η νοσταλγία δεν αφορά το παρελθόν αλλά είναι ένα δυναμικό συναίσθημα που μπορεί να αφορά το μέλλον (στον διάλογο υπάρχουν συνεχώς αναφορές στο μέλλον).

Το «Delivery» θα μπορούσε να είχε γυριστεί μέσα στην κρίση ή ακόμα και τώρα. Το «Κλαίς;» με σόκαρε αντιθέτως για το πόσο έχουν αλλάξει τα Εξάρχεια και με εξέπληξε θετικά για το πόσο αισιόδοξη ταινία είναι (ναι, οι άνθρωποι αλλάζουν). Στο «Όνειρο του Σκύλου» εντυπωσιάστηκα με την ασύλληπτη σκηνοθεσία του Άγγελου Φραντζή και την ικανότητα να σε μαγνητίζει και να σε βάζει μέσα στο όνειρο. Η «Διόρθωση» για τη διαύγειά της πάνω στα θέματα ρατσισμού και εθνικισμού και για το απρόσκοπτο και χωρίς ραφές πέρασμα από το ντοκιμαντέρ στην μυθοπλασία. Όταν δε, ξαναείδα τις ταινίες της Εύας Στεφανή και συλλογίστηκα πότε και σε ποια Ελλάδα έγιναν, αισθάνθηκα τη γενναιότητα και τη γενναιοδωρία της ποίησης.     

Αν έκανες ένα «Σινεμά Ξανά» ξανά, ποια γωνιά του ελληνικού κινηματογράφου θα ήθελες να φωτίσεις;

Α.Ν.: Θα ήθελα να δω ένα πρόγραμμα που να εστιάζει για παράδειγμα στο χρώμα ή στο κάδρο των ελληνικών ταινιών ή στα ειδικά εφέ και την τεχνολογία ή ένα πρόγραμμα που να αναδεικνύει την χειρονομία ή το φιλί στον ελληνικό κινηματογράφο. Αναρωτιέμαι, όμως, μήπως τελικά θα θέλαμε ένα (ή και περισσότερα) «Σινεμά Ξανά» από νέους ανθρώπους, από φοιτητές/τριες σχολών κινηματογράφου και μέσων, από νέους κριτικούς κινηματογράφου που δραστηριοποιούνται στα social, από νέους/ες ποιητές/τριες και συγγραφείς. Να πω την αλήθεια, θέλω να γίνω θεάτρια της δικής τους οπτική για το ελληνικό σινεμά.

Popular Articles