Η συνειδητοποίηση ότι ισχυρή ευρωπαϊκή άμυνα, η οποία είναι πλέον ζωτικής σημασίας μετά το ρήγμα στις διατλαντικές σχέσεις, δεν μπορεί να υπάρξει χωρίς την ισχυρή ρήτρα αμοιβαίας συνδρομής, αποτελεί μια σημαντική εξέλιξη, η οποία βεβαίως αφορά άμεσα την Ελλάδα και την Κύπρο.
Η πρόεδρος της Κομισιόν, Ούρσουλα φον ντερ Λάιεν, στην ομιλία της στη Διάσκεψη Ασφαλείας του Μονάχου, η οποία φέτος κυριαρχήθηκε από τον προβληματισμό για το μέλλον της ευρωπαϊκής άμυνας μετά το ρήγμα που έχει επέλθει στις διατλαντικές σχέσεις, ήταν ξεκάθαρη.
Η Ευρώπη, όπως είπε, «δεν έχει άλλη επιλογή» από το να γίνει ανεξάρτητη, προβάλλοντας μάλιστα τη μεγάλη αύξηση των αμυντικών δαπανών τα τελευταία χρόνια, τονίζοντας όμως ότι «ήρθε η ώρα να υλοποιηθεί η ρήτρα αμοιβαίας άμυνας της Ευρώπης. Η αμοιβαία άμυνα δεν είναι προαιρετική για την ΕΕ. Είναι υποχρέωση. Είναι συλλογική μας δέσμευση να σταθούμε ο ένας δίπλα στον άλλον σε περίπτωση επιθετικότητας ή, με απλά λόγια: ένας για όλους και όλοι για έναν. Και αυτό είναι το νόημα της Ευρώπης».
Η αμοιβαία συνδρομή προβλέπεται στο άρθρο 42.7 της Ευρωπαϊκής Συνθήκης, πρόβλεψη όμως που παρέμενε ουσιαστικά αδρανοποιημένη λόγω και της αποδυνάμωσης όλα αυτά τα χρόνια της κοινής αμυντικής πολιτικής. Εκ των πραγμάτων, επανέρχεται πιεστικά μάλιστα στο προσκήνιο μετά τον πόλεμο στην Ουκρανία και την ολοένα μεγαλύτερη αποστασιοποίηση των ΗΠΑ, με την κυβέρνηση Τραμπ, από τις δεσμεύσεις για την άμυνα της Ευρώπης, ειδικά μάλιστα των χωρών που βρίσκονται στο «μάτι του κυκλώνα», όπως η Πολωνία και οι βαλτικές χώρες.
Το άρθρο 42 παρ. 7 της Συνθήκης αναφέρει τα εξής: «Σε περίπτωση κατά την οποία κράτος μέλος δεχθεί ένοπλη επίθεση στο έδαφός του, τα άλλα κράτη μέλη οφείλουν να του παράσχουν βοήθεια και συνδρομή με όλα τα μέσα που έχουν στη διάθεσή τους, σύμφωνα με το άρθρο 51 του Καταστατικού Χάρτη των Ηνωμένων Εθνών. Αυτό δεν επηρεάζει τον ιδιαίτερο χαρακτήρα της πολιτικής ασφάλειας και άμυνας ορισμένων κρατών μελών. Οι δεσμεύσεις και η συνεργασία στον τομέα αυτόν εξακολουθούν να είναι σύμφωνες προς τις δεσμεύσεις που έχουν αναληφθεί στο πλαίσιο του Οργανισμού Βορείου Ατλαντικού Συμφώνου, ο οποίος παραμένει, όσον αφορά τα κράτη που είναι μέλη του, το θεμέλιο της συλλογικής τους άμυνας και το όργανο της εφαρμογής της».
Με την ανάπτυξη της κοινής αμυντικής δυνατότητας της ΕΕ, η οποία ήδη έχει δρομολογηθεί και με το πρόγραμμα ReArm Europe, είναι προφανές ότι η ανάδειξη της «σκληρής ισχύος» από την ΕΕ δεν μπορεί να μην περιλαμβάνει και την ουσιαστική δέσμευση για την ασφάλεια και την άμυνα κάθε κράτους-μέλους.
Προφανώς, βεβαίως, αυτή η επικαιροποίηση και «νεκρανάσταση» ουσιαστικά του άρθρου 42.7 της Συνθήκης δεν χωράει εξαιρέσεις.
Η επίκληση του άρθρου αυτού περί αμοιβαίας συνδρομής, όπως θα ισχύει σύμφωνα με την παρότρυνση της προέδρου της Κομισιόν για τις απειλές εκ μέρους της Ρωσίας, θα πρέπει να ισχύει και για την Ελλάδα και την Κύπρο, που επίσης αντιμετωπίζουν απειλή ασφάλειας από την Τουρκία.
Και αυτό είναι κάτι στο οποίο μπορεί και πρέπει να κτίσει η ελληνική διπλωματία, στο πλαίσιο των ευρωπαϊκών οργάνων, ανταποκρινόμενη ακριβώς σε αυτή την παρότρυνση της ίδιας της προέδρου της Κομισιόν. Και πάντως με εργαλείο και το άρθρο 42.7, να πειστούν οι εταίροι για την ανάγκη άσκησης πίεσης στην Τουρκιά για άρση των απειλών εναντίον των δυο κρατών μελών.
Βεβαίως, η Ευρώπη ακόμη δεν έχει πλήρως αναπτυγμένο στρατιωτικό μηχανισμό, ώστε να μπορεί άμεσα να ανταποκριθεί και σε μια ενεργοποίηση του άρθρου 42.7 της Συνθήκης. Όμως αυτό δεν σημαίνει ότι δεν θα πρέπει Ελλάδα και Κύπρος να καταστήσουν σαφές ότι δεν μπορεί αυτή η πρόβλεψη, που θα αποτελεί τον πυρήνα του κοινού ευρωπαϊκού αμυντικού βραχίονα, να είναι «a la carte».
Το άρθρο 5 του ΝΑΤΟ περί αμοιβαίας συνδρομής έχει βεβαίως ενεργοποιηθεί μία φορά, μετά το χτύπημα της Αλ Κάιντα στις ΗΠΑ το 2001, ενώ το άρθρο 42.7 ενεργοποιήθηκε μετά τις τρομοκρατικές επιθέσεις στο Παρίσι το 2015, χωρίς μέχρι τώρα να έχει χρειαστεί η ενεργοποίησή του έναντι μιας κανονικής στρατιωτικής επίθεσης εναντίον ενός κράτους-μέλους.
Σε ό,τι αφορά μάλιστα το άρθρο 42.7 της Ευρωπαϊκής Συνθήκης, θεωρείται μέχρι τώρα περισσότερο ως πολιτικό εργαλείο παρά ως πραγματική υποχρέωση στρατιωτικής συνδρομής. Και πλέον, στη συζήτηση η οποία έχει ξεκινήσει και την οποία η ίδια η Ούρσουλα φον ντερ Λάιεν άνοιξε, θα πρέπει να δοθεί πειστική απάντηση στους ευρωπαίους πολίτες πρωτίστως ότι η ΕΕ είναι ικανή και έχει τη βούληση και την αποφασιστικότητα, ακόμη και σε αυτή τη δύσκολη περίοδο που κλονίζεται η διατλαντική σχέση, να αμυνθεί και να προστατεύσει κάθε κράτος-μέλος της από οποιαδήποτε εξωτερική απειλή.

