Ποιός βγήκε περισσότερο κερδισμένος από την συμφωνία των ΗΠΑ με την Δανία για την Γροιλανδία; Αμφότερες οι πλευρές κάνουν λόγο για αμοιβαία επωφελή συμφωνία. Όμως, παρά την έφεση του Ντόναλντ Τραμπ στους κενούς περιεχομένου κομπασμούς, φαίνεται ότι οι πανηγυρισμοί του επί του συγκεκριμένου θέματος είναι δικαιολογημένοι και ότι αυτός που δεν λέει όλη την αλήθεια είναι η δανέζικη πλευρά.
Σε αυτό το συμπέρασμα καταλήγει ο Γάλλος επιχειρηματίας και αρθρογράφος Αρνό Μπερτράν σε ανάρτησή του στο Χ, συγκρίνοντας το δημοσιοποιημένο πλέον κείμενο της συμφωνίας με τα μέχρι τώρα ισχύοντα.
Όπως υποστηρίζει, ο Τραμπ έχει σχεδόν δίκιο όταν λέει ότι αυτή η νέα συμφωνία παρέχει στις ΗΠΑ τον έλεγχο της Γροιλανδίας. Σε σύγκριση με την αντίστοιχη συμφωνία του 1951 οι αλλαγές είναι σημαντικές.
Καταρχήν, πρόκειται πλέον για μόνιμη συμφωνία: ενώ η υφιστάμενη συμφωνία διαρκούσε μόνο όσο υπήρχε το ΝΑΤΟ, η τωρινή δεν έχει ημερομηνία λήξης και μπορεί να τροποποιηθεί μόνο με αμοιβαία συναίνεση. Παραμένει δε σε ισχύ ακόμη και στην υποθετική περίπτωση μελλοντικής ανεξαρτησίας της Γροιλανδίας, οπότε θα πρέπει να διασφαλισθεί ότι το νέο ανεξάρτητο κράτος της Γροιλανδίας “αναλαμβάνει όλα τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις του Βασιλείου της Δανίας που ορίζονται στην παρούσα Συμφωνία”.
Επιπλέον, στη συμφωνία του 1951, οι ΗΠΑ μπορούσαν να εγκαταστήσουν βάσεις μόνο όπου συμφωνούσαν και οι δύο κυβερνήσεις και μόνο βάσει του σχεδιασμού του ΝΑΤΟ. Η νέα συμφωνία “κλειδώνει” τρεις βάσεις: οι ΗΠΑ μπορούν να “εκσυγχρονίσουν και να επεκτείνουν τις δραστηριότητές τους” στο Πιτουφίκ, τη μόνη βάση τους στη Γροιλανδία μέχρι τώρα, ενώ “θα τους επιτραπεί να δημιουργήσουν μια επιπλέον Αμυντική Ζώνη στο Ναρσαρσουάκ και το Μέστερσβιγ|”. Περαιτέρω βάσεις πέρα από αυτές τις τρεις μπορούν να δικαιολογηθούν από την άμυνα της “αμερικανικής ηπείρου”, που αποτελεί εθνικό συμφέρον των ΗΠΑ και όχι του ΝΑΤΟ.
Επίσης, αρκετά διακριτικό, αλλά ενδιαφέρον: Το Άρθρο IV(iii) αναφέρει ότι “οι Ηνωμένες Πολιτείες μπορούν να δημιουργήσουν πρόσθετες αμυντικές περιοχές στη Γροιλανδία” και ότι στη συνέχεια διεξάγονται διαβουλεύσεις “για να αποφασιστούν οι λεπτομέρειες εφαρμογής βάσει αμοιβαίας συμφωνίας”. Αυτό σημαίνει ότι η ίδρυση μιας νέας βάσης εξασφαλίζεται αυτόματα και μόνο οι λεπτομέρειες εφαρμογής απαιτούν συμφωνία.
Το Άρθρο VII δίνει επίσης στις ΗΠΑ “το δικαίωμα να εκφράζουν ανησυχίες σχετικά με την κατασκευή ή την αλλαγή χρήσης” οποιουδήποτε κτιρίου κοντά σε μια αμερικανική βάση, μετά την οποία τα μέρη αποφασίζουν από κοινού τι θα κάνουν. Αυτό σημαίνει ότι οι ΗΠΑ έχουν λόγο στον πολιτικό σχεδιασμό γύρω από τις βάσεις τους.
Σχετικά με την αμερικανική στρατιωτική κίνηση στη Γροιλανδία, η αλλαγή διατύπωσης μεταξύ της συμφωνίας του 1951 και αυτής της νέας είναι αρκετά χαριτωμένη. Το κείμενο του 1951 έλεγε (Άρθρο V(3)): οι ΗΠΑ “μπορούν να απολαμβάνουν… το δικαίωμα ελεύθερης πρόσβασης και μετακίνησης μεταξύ των αμυντικών περιοχών μέσω της Γροιλανδίας, συμπεριλαμβανομένων των χωρικών υδάτων, από ξηράς, αέρα και θάλασσας”, αλλά μόνο “σύμφωνα με γενικούς κανόνες που έχουν συμφωνηθεί αμοιβαία και εκδοθεί από την αρμόδια δανική αρχή στη Γροιλανδία”. Το νέο κείμενο αναφέρει: “οι Ηνωμένες Πολιτείες Αμερικής θα απολαμβάνουν… το δικαίωμα ελεύθερης πρόσβασης και μετακίνησης μεταξύ των Αμυντικών Περιοχών μέσω της Γροιλανδίας, συμπεριλαμβανομένων των χωρικών υδάτων, από ξηράς, αέρα και θάλασσας”. Αυτό είναι όλο: Το “may” γίνεται “shall” και οι στρατιωτικές κινήσεις των ΗΠΑ δεν χρειάζεται πλέον να ακολουθούν κανόνες “που εκδίδονται από την αρμόδια δανική αρχή στη Γροιλανδία”.
Οι ΗΠΑ αποκτούν επίσης κάτι νέο επιπλέον:”υποθαλάσσια πρόσβαση και κίνηση εντός των χωρικών υδάτων”, δηλαδή υποβρυχίων.
Τα κράτη εκτός ΝΑΤΟ απαγορεύονται από στρατιωτικές εγκαταστάσεις ή μόνιμη παρουσία στη Γροιλανδία, εκτός εάν το εγκρίνουν και τα τρία μέρη, δίνοντας στις ΗΠΑ ένα αποτελεσματικό μόνιμο βέτο. Η συμφωνία του 1951 δεν είχε ισοδύναμη ρήτρα.
Κάτι το εντελώς νέο είναι επίσης ο έλεγχος των επενδύσεων. “Κράτη ή επενδυτές από κράτος που δεν είναι μέλος του ΝΑΤΟ, εταίρος του ΝΑΤΟ ή κράτος μέλος της Ε.Ε.” (δηλαδή Ρωσία, Κίνα, Ινδία, κράτη του Κόλπου κ.λπ.), “δεν επιτρέπεται να έχουν (i) έλεγχο, (ii) σημαντική επιρροή ή (iii) πρόσβαση σε μη δημόσιες πληροφορίες… εντός ιδιαίτερα ευαίσθητων τομέων ή δραστηριοτήτων στην επικράτεια της Γροιλανδίας (συμπεριλαμβανομένων των χωρικών υδάτων), εκτός εάν συμφωνηθεί μεταξύ των μερών”. Και πάλι, αυτό ουσιαστικά σημαίνει ότι οι ΗΠΑ έχουν μόνιμο βέτο σχετικά με το ποιος μπορεί να επενδύσει σε στρατηγικούς τομείς στη Γροιλανδία.
Τέλος, σε έντονη αντίθεση με τη συμφωνία του 1951, το πλαίσιο της συμφωνίας αλλάζει σημαντικά: αυτή η νέα συμφωνία διαμορφώνεται σε μεγάλο βαθμό γύρω από τις ΗΠΑ. Η συμφωνία του 1951 υπήρχε μόνο “προς όφελος του Οργανισμού Βορειοατλαντικού Συμφώνου”. Η νέα συμφωνία αναφέρει την άμυνα της “αμερικανικής ηπείρου” ως στόχο, τιμά “τον αναντικατάστατο ρόλο” του στρατού των Ηνωμένων Πολιτειών καθώς και “τις απαραίτητες ιστορικές και συνεχιζόμενες συνεισφορές των Ηνωμένων Πολιτειών στην ασφάλεια και την άμυνα της Γροιλανδίας” και ονομάζει την εγκαθίδρυση του συστήματος πυραυλικής άμυνας “Χρυσός Θόλος” του Τραμπ ως βασικό στόχο.
Όπως σχολιάζει ο Μπερτράν, “δεν ξέρω σε ποιο σύμπαν αυτό έστω και στο ελάχιστο “αναγνωρίζει την κυριαρχία και την εδαφική ακεραιότητα του Βασιλείου και το δικαίωμα αυτοδιάθεσης του λαού της Γροιλανδίας”, όπως το έθεσε η πρωθυπουργός της Δανίας Μέτε Φρέντερικσεν”. Πράγματι, το προοίμιο του κειμένου “επιβεβαιώνει” κυνικά την κυριαρχία της Δανίας, αλλά. όταν επιτρέπεις σε μια ξένη χώρα να εγκαταστήσει βάσεις στο έδαφός σου, να μετακινήσει τα στρατεύματά της χωρίς να ακολουθεί τους κανόνες σου και να ασκήσει βέτο σε ποιος άλλος μπορεί να εισέλθει, επ’ αόριστον, αφού πέρασε δύο χρόνια απειλώντας να σε πάρει με τη βία, η λέξη που χρησιμοποιείται για αυτό είναι οτιδήποτε άλλο εκτός από “αναγνωρισμένη κυριαρχία”.
Κ.Ρ.

