spot_imgspot_img

Related Posts

Top 5 This Week

Πόλεμος: Η επενδυτική στρατηγική που συστήνουν οι οίκοι και ρόλος της αναβάθμισης του Χ.Α.

Της -

Στο “κόκκινο” έχουν γυρίσει οι αποδόσεις του Ελληνικού Χρηματιστηρίου σε σχέση με τις αρχές του έτους, με το ράλι που έδωσε το Januyary Effect τον πρώτο μήνα του 2026 να έχει χαθεί μέσα στους τριγμούς που έχει πρoκαλέσει σε αγορές και οικονομίες ο πόλεμος στη Μέση Ανατολή. Τις τέσσερις αυτές εβδομάδες που μετρά η σύγκρουση στο Ιράν, ο Γενικός Δείκτης έχει βυθιστεί κοντά στο 10%, ενώ στο 13% περίπου διαμορφώνεται η βουτιά στον τραπεζικό δείκτη. 

Η κλιμάκωση των συγκρούσεων στη Μέση Ανατολή και η επιφυλακτική στάση των μεγάλων κεντρικών τραπεζών συνεχίζουν να μονοπωλούν το ενδιαφέρον της επενδυτικής κοινότητας, αναδεικνύοντας τον αντίκτυπο στις τιμές ενέργειας και στις χρηματοοικονομικές στρατηγικές. Κάθε εκτίμηση για τη βραχυπρόθεσμη πορεία του Γενικού Δείκτη έχει αυξημένο βαθμό σφάλματος, όπως σχολιάζουν εγχώριοι αναλυτές, καθώς “κάθε μέρα είναι μια άλλη ημέρα” για το Χ.Α. (και τις διεθνείς αγορές), υπό την έννοια ότι τα νέα και οι ειδήσεις δημιουργούν καινούργια δεδομένα και αντίρροπες καταστάσεις ακόμα και κατά τη διάρκεια της ίδιας της συνεδρίασης, συντηρώντας ένα νευρικό περιβάλλον διακυμάνσεων.

Σε αυτό το πλαίσιο, ένα “τεράστιο” νέο για την ελληνική αγορά κινδυνεύει να “χαθεί” μέσα στη μεταβλητότητα και την επιφυλακτικότητα που χαρακτηρίζουν τις κινήσεις των επενδυτών αυτό το διάστημα. 

Αυτό δεν είναι άλλο από την απόφαση της MSCI για αναβάθμιση-εξπρές του Χ.Α. στις ανεπτυγμένες αγορές τον προσεχή Αύγουστο, η οποία αναμένεται να ανακοινωθεί έως την Τρίτη. Εάν υλοποιηθεί, η ελληνική αγορά από το προσεχές φθινόπωρο θα βρίσκεται και πάλι στο γκρουπ των ώριμων αγορών, έπειτα από περισσότερα από 10 χρόνια, με βάση τουλάχιστον τρεις παρόχους δεικτών.

Υπενθυμίζεται πως ο πάροχος δεικτών FTSE έχει επιβεβαιώσει την αναβάθμιση της Ελλάδας για τον Σεπτέμβριο του 2026 και ο Stoxx αναμένεται να λάβει απόφαση τον Απρίλιο, κατά την Ετήσια Ανασκόπηση Ταξινόμησης Χωρών του 2026, με αναλυτές να εκτιμούν ότι η αλλαγή θα τεθεί σε ισχύ από την αναθεώρηση του Σεπτεμβρίου 2026. 

Η MSCI έχει ζητήσει σχόλια από την επενδυτική κοινότητα σχετικά με την πρόταση αναταξινόμησης του Χ.Α., τα οποία τα συγκέντρωσε στις 16 Μαρτίου και θα ανακοινώσει την τελική της απόφαση έως τις 31 Μαρτίου 2026, δηλαδή την προσεχή Τρίτη. Είναι άγνωστο εάν οι επενδυτές έλαβαν υπόψη τούς τριγμούς και τους κινδύνους που προκαλεί ο πόλεμος στο Ιράν κατά τη διαμόρφωση της γνώμης τους προς την MSCI για την ταχεία αυτή αναβάθμιση του Χ.Α., καθώς το σκεπτικό τους διαμορφώθηκε εν μέσω της σύγκρουσης. Επίσης άγνωστο είναι και το εάν η MSCI λάβει αυτούς τους τριγμούς υπόψη. 

Παράγοντες της αγοράς εκτιμούν πως το πιθανότερο σενάριο είναι να θεωρηθεί προσωρινό το όποιο σοκ του πολέμου, τη στιγμή που έως τα μέσα Μαρτίου το βασικό σενάριο ήταν για μικρής διάρκειας σύγκρουση, και αναμένουν πως ο οίκος θα προχωρήσει στην αναταξινόμηση-εξπρές της Ελλάδας. 

Αυτό, θεωρητικά, θα αποτελέσει ένα τεράστιο boost για το Χ.Α., όπως αποτέλεσε και στο τέλος Ιανουαρίου η ανακοίνωση της MSCI ότι θέτει σε διαβούλευση την αναβάθμιση του Χ.Α. 

Ωστόσο αυτή τη φορά η ώθηση δεν είναι βέβαιη. Όλα θα εξαρτηθούν από το κλίμα των αγορών, το οποίο αλλάζει όχι μόνο καθημερινά, αλλά και ενδοσυνεδριακά αυτό το διάστημα, τη στιγμή της ανακοίνωσης της MSCI. Εάν οι αγορές βρίσκονται σε ρυθμούς ανόδου, τότε το Χ.Α. είναι σχεδόν βέβαιο ότι θα “τρέξει” και θα υπεραποδώσει. Εάν ωστόσο το κλίμα στα χρηματιστήρια είναι βαρύ λόγω κλιμάκωσης της σύγκρουσης στη Μέση Ανατολή, τότε και αυτό το “μεγάλο” νέο θα χαθεί και δεν θα κεφαλαιοποιηθεί στο ταμπλό της Λεωφόρου Αθηνών. 

Όπως σημειώνει και ο Δημήτρης Τζάνας, σύμβουλος διοίκησης της Κύκλος ΑΧΕΠΕΥ, η ρητορική Τραμπ είναι ο αδιαμφισβήτητος πρωταγωνιστής της παγκόσμιας σκηνής από τότε που ξεκίνησε η δεύτερη προεδρική θητεία, δηλαδή εδώ και 14 μήνες. Το Ελληνικό Χρηματιστήριο αναπόφευκτα συγχρονίζεται με το διεθνές περιβάλλον, με τις ρευστοποιήσεις των διεθνών κεφαλαίων να οδηγούν πλέον σε αρνητικές επιδόσεις τούς δείκτες από τις αρχές του έτους, τόσο τον Γενικό Δείκτη όσο και τον τραπεζικό. Προς το παρόν ο Γενικός Δείκτης έχει καταφέρει να μην υποχωρήσει κάτω από τις 2.000 μονάδες και συνεχίζει να δίνει τη μάχη για τη διατήρηση του κρίσιμου ορίου των 2.050 μονάδων, ώστε να μην παραβιαστεί και η μεσοπρόθεσμη ανοδική τάση, μετά τη βραχυπρόθεσμη που είναι ήδη πτωτική, επισημαίνει ο αναλυτής. Όπως τονίζει ο κ. Τζάνας, “κομβικής σημασίας αναμένεται να είναι η αναμενόμενη έως το τέλος Μαρτίου απόφαση του MSCI για την αναβάθμιση στις ανεπτυγμένες αγορές, που θα οδηγήσει σε σημαντικές ανακατατάξεις το επόμενο διάστημα”.

Εκτός από την MSCI, πολύ θετικά νέα έρχονται και από το μέτωπο των οικονομικών αποτελεσμάτων των ελληνικών εισηγμένων, κάτι που έως τώρα δεν έχει καταφέρει να αντικατοπτριστεί στο ταμπλό του Χ.Α. Η αύξηση της κερδοφορίας περίπου 40 εταιρειών, σύμφωνα με τα αποτελέσματα το 2025, φτάνει το 5% και οι χρηματικές διανομές ήδη τα 3 δισ. ευρώ, διαμορφώνοντας την προοπτική να ξεπεράσουν κατά πολύ το ορόσημο των 5,9 δισ. ευρώ του 2025, που αποτέλεσε ιστορικό ρεκόρ. 

Όπως σχολιάζει ο Μάνος Χατζηδάκης της Beta Securities, οι επιπτώσεις στις εταιρείες καθίστανται πλέον πιο στοχευμένες, κυρίως σε όσες αντιμετωπίζουν αυξημένο ενεργειακό κόστος ή ζητήματα διαθεσιμότητας, γεγονός που υποδηλώνει ότι η αγορά έχει εισέλθει στη δεύτερη φάση διαχείρισης της κρίσης, μετά την αρχική καθολική και συστημική της αποτίμηση. Σε αυτή τη μετάβαση συμβάλλει και η επικαιροποίηση των θεμελιωδών μεγεθών μέσα από τις πρόσφατες ανακοινώσεις των εισηγμένων εταιρειών.

Στο επίκεντρο των ρευστοποιήσεων και των έντονων διακυμάνσεων αυτές τις τέσσερις εβδομάδες του πολέμου έχουν βρεθεί οι μετοχές των ελληνικών τραπεζών, όσον αφορά το ελληνικό ταμπλό, καθώς ήταν και οι μεγάλες πρωταγωνίστριες στο ράλι που προηγήθηκε. Πάντως η Deutsche Bank διαμήνυσε πως θεωρεί ότι η αντίδραση της αγοράς απέναντι στις ελληνικές τράπεζες τελευταία είναι άδικη, με αποτέλεσμα οι αποτιμήσεις να παραμένουν σημαντικά χαμηλότερες σε σχέση με τον μέσο όρο των ευρωπαϊκών τραπεζών, γεγονός που υποδηλώνει ότι οι επενδυτές δεν έχουν αναγνωρίσει πλήρως όλα τα δυνατά τους σημεία. “Πιστεύουμε ότι αυτό οφείλεται εν μέρει στο γεγονός ότι η Ελλάδα παραμένει σε μεγάλο βαθμό άγνωστη σε πολλούς επενδυτές, ότι θεωρείται πολύ μικρή αγορά και έχει το στίγμα και της κρίσης του παρελθόντας, τη στιγμή που κατατάσσεται και στις αναδυόμενες αγορές”, σημείωσε η Deutsche Bank, τονίζοντας ότι προβλέπει ότι τα περισσότερα από αυτά τα ζητήματα θα εξαλειφθούν σταδιακά. Έτσι, αναμένει ότι η σχετική αποτίμηση των ελληνικών και των ευρωπαϊκών τράπεζων θα συγκλίνει σταδιακά.

Σε αυτό το πλαίσιο, προχώρησε σε αναβάθμιση των τιμών-στόχων που δίνει, διατηρώντας τη σύσταση “Αγοράς” για όλες τις τράπεζες. Για την Alpha Bank αύξησε την τιμή-στόχο από τα 4,10 ευρώ στα 4,45 ευρώ, για την Τράπεζα Κύπρου από τα 10,10 ευρώ στα 10,40 ευρώ, για την Τράπεζα Πειραιώς από τα 8,75 ευρώ στα 8,95 ευρώ, για τη Eurobank από τα 4,10 ευρώ στα 4,35 ευρώ και για την Εθνική Τράπεζα από 15,30 ευρώ στα 15,95 ευρώ.

Τι βλέπουν οι διεθνείς οίκοι για τις αγορές

Όσον αφορά το γενικότερο τοπίο των αγορών, οι διεθνείς αναλυτές εμφανίζονται επιφυλακτικοί για το βραχυπρόθεσμο διάστημα, αν και δεν συστήνουν φυγή από τις αγορές, αλλά μια διαφοροποιημένη και στοχευμένη στρατηγική.

Όπως σημειώνει η UBS, καθώς οι συνομιλίες μεταξύ ΗΠΑ και Ιράν παραμένουν αβέβαιες και οι επιθέσεις στη Μέση Ανατολή συνεχίζονται, η αστάθεια στις αγορές είναι πιθανό να συνεχιστεί βραχυπρόθεσμα. Η τιμή του αργού πετρελαίου Brent αυξήθηκε και πάλι πάνω από τα 100 δολάρια το βαρέλι την περασμένη εβδομάδα και η κυβέρνηση Τραμπ διέταξε την ανάπτυξη στρατιωτών στη Μέση Ανατολή, καθώς σταθμίζει πιθανές χερσαίες επιχειρήσεις. Ο ελβετικός οίκος πιστεύει ότι οι επενδυτές θα πρέπει να είναι προσεκτικοί όσον αφορά την υπόθεση μιας ταχείας επανέναρξης των ενεργειακών ροών κατά μήκος των Στενών του Ορμούζ. Επίσης, δεν αναμένει σημαντική ή διαρκή οικονομική ζημία στο βασικό του σενάριο. Αυτό σημαίνει ότι οι μακροπρόθεσμοι επενδυτές με καλά διαφοροποιημένα χαρτοφυλάκια θα πρέπει να συνεχίσουν να είναι επενδεδυμένοι. Αυτός, όπως τονίζει, παραμένει ο καλύτερος τρόπος για να κεφαλαιοποιηθεί η μακροπρόθεσμη ανάπτυξη της αγοράς και οι επενδυτές μπορούν να εξετάσουν τον χρυσό, τα ποιοτικά ομόλογα και τις στρατηγικές διατήρησης κεφαλαίου ως αντισταθμιστικά μέσα του χαρτοφυλακίου τους.

Ο πόλεμος, το πετρέλαιο, η αγορά ιδιωτικής πίστωσης και οι φόβοι για τις κεφαλαιακές δαπάνες τεχνητής νοημοσύνης κυριάρχησαν στο πρώτο τρίμηνο, επισημαίνει από την πλευρά της η Barclays. Παρά την ξαφνική ανατιμολόγηση, πιστεύει ότι οι τιμές των περιουσιακών στοιχείων έχουν αντιδράσει μέχρι στιγμής με μετρημένο τρόπο, σύμφωνα με μια σύγκρουση που εξασθενεί σε λίγες εβδομάδες.

Τα καλά νέα, όπως τονίζει, είναι ότι υπάρχει ένα αξιοσημείωτα συνεπές μοτίβο μετά τις περισσότερες γεωπολιτικές συγκρούσεις. Υπάρχει ένα αρχικό σοκ, ακολουθούμενο από μια ταχεία ανατιμολόγηση, αλλά στη συνέχεια μια ηρεμία (υποθέτοντας ότι οι εχθροπραξίες τελικά θα τελειώσουν), καθώς τα οικονομικά θεμελιώδη μεγέθη επανεμφανίζονται. Για παράδειγμα, όπως επισημαίνει η Barclays, o S&P ενισχύθηκε κατά 2,5% στους τρεις μήνες μετά την 11η Σεπτεμβρίου – τη χειρότερη επίθεση στις ΗΠΑ από το Περλ Χάρμπορ. Οι μετοχές σημείωσαν άνοδο 13% στους τρεις μήνες μετά την έναρξη του δεύτερου πολέμου στο Ιράκ – ενός πολέμου με “μπότες στο έδαφος”. Ο S&P έχει αυξηθεί πάνω από 60% από τις πρώτες ημέρες της σύγκρουσης Ρωσίας – Ουκρανίας. Το τρέχον οικονομικό σκηνικό –οι τεράστιες κεφαλαιακές δαπάνες τεχνητής νοημοσύνης, τα κίνητρα του νόμου Big Beautiful Bill των ΗΠΑ και η χαλάρωση της Fed– παρέχει ένα λογικό περιθώριο για να επαναληφθεί αυτό το μοτίβο, εκτιμά η Barclays, ειδικά στις ΗΠΑ. Οι εισαγωγείς ενέργειας από την Ασία και την Ευρώπη είναι ομολογουμένως πιο εκτεθειμένοι. Αλλά το τελικό ερώτημα γύρω από αυτόν τον πόλεμο είναι πόσο θα διαρκέσει και τι θα κοστίσει τελικά.

Το βασικό σενάριο της Capital Economics είναι ότι ο πόλεμος θα συνεχιστεί μέχρι τα τέλη Απριλίου και στη συνέχεια θα αποκλιμακωθεί, με μέτριες ζημιές στις ενεργειακές υποδομές. Ωστόσο υπάρχει σημαντική απειλή παρατεταμένης σύγκρουσης, την οποία λαμβάνει υπόψη σε ένα “δυσμενές σενάριο”. Στο βασικό σενάριο, οι τιμές της ενέργειας κορυφώνονται λίγο πάνω από τα τρέχοντα επίπεδα και στη συνέχεια υποχωρούν κατά το δεύτερο εξάμηνο του τρέχοντος έτους. Στο δυσμενές σενάριο, το αργό πετρέλαιο Brent παραμένει πάνω από τα 100 δολάρια το βαρέλι φέτος και του χρόνου. Στο βασικό του σενάριο, ο οίκος αναμένει γενικά ότι τα κρατικά ομόλογα και οι μετοχές θα ανακάμψουν και το δολάριο θα τα πάει αρκετά καλά. Στο δυσμενές σενάριο, τα κρατικά ομόλογα θα παραμείνουν σε πτωτική πορεία, οι μετοχές θα πληγούν περισσότερο και το δολάριο θα ενισχυθεί περισσότερο. Σε γενικές γραμμές, η Capital Economics προβλέπει ότι οι περισσότερες χρηματιστηριακές αγορές θα πραγματοποιήσουν ριμπάουντ, αν και όχι στα επίπεδα που είχε προβλέψει πριν από την έναρξη του πολέμου. Για παράδειγμα, τώρα προβλέπει ότι ο S&P 500 θα φτάσει στο τέλος του 2026 στις 7.500 μονάδες, αντί στις 8.000 μονάδες.

Σαφώς, όπως επισημαίνει η J.P. Morgan, εάν οι τιμές του πετρελαίου αυξηθούν περαιτέρω από εδώ και πέρα –και η στόχευση της παραγωγικής ικανότητας του Κόλπου καθιστά πιο πιθανή μια κίνηση προς τα 120-130 δολάρια και ενδεχομένως υψηλότερα–, οι αποτιμήσεις των μετοχών θα κινηθούν χαμηλότερα. Ωστόσο η JPM δεν πιστεύει ότι η τρέχουσα τιμολόγηση των μετοχών δεν έχει αποτιμήσει τις κινήσεις του πετρελαίου που έχουν παρατηρηθεί μέχρι σήμερα. Εξετάζοντας όλες τις περιπτώσεις όπου οι τιμές του πετρελαίου αυξήθηκαν κατά τουλάχιστον 50% σε σύντομο χρονικό διάστημα, οι μετοχές τείνουν να έχουν καλή απόδοση τους επόμενους μήνες, τις περισσότερες φορές.
 

Popular Articles