Οι καταστροφικές δασικές πυρκαγιές των τελευταίων ετών, έχουν αναδείξει με τον πλέον δραματικό τρόπο ότι η Πολιτική Προστασία στην Ελλάδα, βρίσκεται αντιμέτωπη με προκλήσεις που υπερβαίνουν τις δυνατότητες ενός μοντέλου διαχείρισης, βασισμένου κυρίως στην καταστολή των κρίσεων.
Στο πλαίσιο αυτό, τα αρμόδια στελέχη του ΠΑΣΟΚ – Κινήματος Αλλαγής, παρουσιάζουν μια ολοκληρωμένη πολιτική παρέμβαση, υποστηρίζοντας «ότι η χώρα χρειάζεται ένα νέο επιχειρησιακό δόγμα που θα μετατοπίζει το βάρος από την αποσπασματική διαχείριση των συνεπειών στην πρόληψη, τον στρατηγικό σχεδιασμό και την αποτελεσματική επιχειρησιακή ετοιμότητα».
Η πρότασή τους δεν περιορίζεται στην κριτική της υφιστάμενης κατάστασης, αλλά επεκτείνεται στην ανάγκη αξιολόγησης των υφιστάμενων προγραμμάτων και μέσων, στην ενίσχυση του Πυροσβεστικού Σώματος, στη βελτίωση του συντονισμού όλων των εμπλεκόμενων φορέων, καθώς και στη διαμόρφωση ενός συστήματος που θα στηρίζεται στη διαφάνεια, τη λογοδοσία και τη διαρκή επιχειρησιακή αναβάθμιση.
Παράλληλα, υπογραμμίζουν την αναγκαιότητα ανάδειξης της σημασίας της προστασίας των ανθρώπων της πρώτης γραμμής, της θωράκισης των κρίσιμων υποδομών και της αντιμετώπισης των βαθύτερων αιτιών, που συμβάλλουν στην εκδήλωση και εξάπλωση των δασικών πυρκαγιών, με στόχο τη δημιουργία ενός σύγχρονου, ανθεκτικού και αποτελεσματικού συστήματος Πολιτικής Προστασίας, ικανού να ανταποκρίνεται στις απαιτήσεις της εποχής.
«Νέο δόγμα για την Πολιτική Προστασία»
Την αναγκαιότητα ενός νέου δόγματος Πολιτικής Προστασίας για τη χώρα, υπογραμμίζουν σε κοινή ανακοίνωσή τους τα αρμόδια στελέχη του ΠΑΣΟΚ, Ανδρέας Πουλάς και Μιχάλης Χάλαρης, υποστηρίζοντας ότι «η περίοδος της διακυβέρνησής της καταγράφεται ως μία από τις χειρότερες, αν όχι η χειρότερη, σε καμένες εκτάσεις της Μεταπολίτευσης».
Ο υπεύθυνου του ΚΤΕ Κλιματικής Κρίσης και Πολιτικής Προστασίας, και ο τομεάρχης Κλιματικής Κρίσης και Ανθεκτικότητας, αντιστοίχως, καλούν την κυβέρνηση «μαζί με τα τα στρέμματα, να δώσει πλήρη απολογισμό ανθρώπινων απωλειών», «άμεσων και έμμεσων». Τονίζουν ότι το ΠΑΣΟΚ – Κίνημα Αλλαγής. προτείνει μια δομική αλλαγή παραδείγματος.
Σημειώνουν ότι η Ελλάδα «χρειάζεται κράτος που προλαμβάνει, όχι κράτος που απολογείται πάνω στα αποκαΐδια. Χρειάζεται Πολιτική Προστασία με σχέδιο, όχι επικοινωνιακή ετοιμότητα. Χρειάζεται σεβασμό στους ανθρώπους της πρώτης γραμμής, όχι χειροκροτήματα μετά την εξάντληση. Χρειάζεται λογοδοσία, όχι άλλοθι».
Τονίζουν ότι «πέντε άνθρωποι της επιχειρησιακής πρώτης γραμμής χάθηκαν» και ότι «το λιγότερο που οφείλουμε είναι να μη συνεχίσουμε σαν να μη συνέβη τίποτα».
Τα αρμόδια στελέχη του ΠΑΣΟΚ αναφέρουν ότι αυτή την ώρα προέχει η προστασία της ανθρώπινης ζωής, η στήριξη των πληγέντων και η ασφάλεια των επιχειρούντων, «όμως ακριβώς επειδή θρηνούμε ανθρώπους της πρώτης γραμμής, έχουμε χρέος να μιλήσουμε καθαρά».
Σχολιάζουν ότι «δεν μπορεί κάθε άνοιξη να ακούμε ότι «ο κρατικός μηχανισμός είναι σε πλήρη ετοιμότητα» και κάθε καλοκαίρι να βλέπουμε τις ίδιες εικόνες, τα ίδια κενά, τις ίδιες υπερβάσεις αντοχής και τις ίδιες ανθρώπινες απώλειες». Διατυπώνουν σειρά ερωτημάτων σχετικά με την επάρκεια της εκπαίδευσης του προσωπικού για τις νέες συνθήκες μεγα-πυρκαγιών, την καταλληλότητα των εναέριων μέσων, τη σαφήνεια ή μη των επιχειρησιακών πρωτοκόλλων για κάθε αποστολή, τον συντονισμό, την επάρκεια της αξιολόγησης των μισθωμένων μέσων και του προσωπικού που τα χειρίζεται.
Υπογραμμίζουν ότι «η κλιματική κρίση δεν μπορεί να χρησιμοποιείται ως άλλοθι για την ανεπάρκεια της πρόληψης, την απουσία σχεδιασμού, την έλλειψη συντονισμού και την αποτυχία αξιολόγησης» και πως «το κράτος οφείλει να αντιμετωπίζει τις πραγματικές αιτίες και όχι να κρύβεται πίσω από γενικές διαπιστώσεις».
Απαραίτητη η διερεύνηση των αιτιών που εκδηλώθηκαν οι πυρκαγιές
Στην εκτενή ανακοίνωσή τους οι κ.κ. Πουλάς και Χάλαρης, τονίζουν «ότι το Anti-nero χρειάζεται σοβαρή αξιολόγηση, όχι επικοινωνιακή χρήση και θέτουν ερωτήματα όπως, μεταξύ άλλων, για το πού έγιναν παρεμβάσεις, ποια έργα έγιναν στην Αττική, αν υπήρξε συντήρηση ή έγιναν παρεμβάσεις μιας χρήσης».
Επιπλέον σημειώνουν ότι «το ΑΙΓΙΣ πρέπει να περάσει από πραγματικό έλεγχο», αναφέροντας ότι «σήμερα υπάρχουν σοβαρά ερωτήματα για τον σχεδιασμό, τις προτεραιότητες, την ωρίμανση των έργων και τη διαβούλευση με τους πραγματικά εμπλεκόμενους φορείς».
Σημειώνουν ότι «δεν μπορεί ένα πρόγραμμα δισεκατομμυρίων να αξιολογείται με βάση παρουσιάσεις, μακέτες και δελτία Τύπου. Πρέπει να αξιολογείται με βάση την επιχειρησιακή του αξία, την έγκαιρη παράδοση, τη διαλειτουργικότητα και τη συμβολή του στην προστασία ζωής».
Ακόμη, τονίζουν ότι «τα εναέρια μέσα χρειάζονται τεχνική, επιχειρησιακή και συμβατική αξιολόγηση». Αναφέρουν μεταξύ άλλων ότι μετά τη σύγκρουση των δύο ελικοπτέρων στην Ψάθα, η χώρα οφείλει να ζητήσει πλήρεις απαντήσεις:
«Ποια ήταν η διαδικασία επιχειρησιακού συντονισμού; Ποια ήταν τα πρωτόκολλα διαχωρισμού των εναέριων μέσων; Ποιος είχε την εικόνα της εναέριας κυκλοφορίας στο πεδίο; Ποια ήταν η καταλληλότητα, η πιστοποίηση, η διαμόρφωση και το ιστορικό συντήρησης των μέσων; Ποια ήταν η εκπαίδευση και η διαδικασία ένταξης των πληρωμάτων στον ελληνικό επιχειρησιακό μηχανισμό; Πώς αξιολογείται κάθε μισθωμένο μέσο, όχι μόνο ως κόστος, αλλά ως πραγματική επιχειρησιακή ικανότητα;».
Επίσης, τα αρμόδια στελέχη υπογραμμίζουν ότι «το Πυροσβεστικό Σώμα δεν αντέχει άλλη πολυδιάσπαση», η οποία αποτελεί «επιχειρησιακό πρόβλημα».
Υποστηρίζουν «ότι χρειάζεται ομογενοποίηση του προσωπικού, ενιαίο και δίκαιο πλαίσιο εξέλιξης, μόνιμη ενίσχυση των Υπηρεσιών, αναμόρφωση μισθολογίου και βαθμολογίου, αποζημίωση της υπερεργασίας, αναγνώριση του μάχιμου χαρακτήρα της υπηρεσίας, πλήρης κατοχύρωση της υγείας και ασφάλειας και χορήγηση του επικίνδυνου και ανθυγιεινού επιδόματος στο σύνολο του προσωπικού που εκτίθεται σε επιχειρησιακό κίνδυνο».
Παράλληλα, επισημαίνουν ότι «οι αιτίες πρέπει να αντιμετωπίζονται στην πηγή του», λέγοντας μεταξύ άλλων ότι «πρέπει να μιλήσουμε σοβαρά για τα δίκτυα ηλεκτρικής ενέργειας, τους χώρους απορριμμάτων, τις ανεξέλεγκτες δραστηριότητες, την εγκατάλειψη γης, τη διαχείριση καύσιμης ύλης και την ευθύνη των φορέων που διαχειρίζονται κρίσιμες υποδομές».
Επιπρόσθετα, αναφέρουν ότι «οι συλλήψεις δεν αρκούν αν δεν υπάρχει διαφάνεια μέχρι το τέλος», υποστηρίζοντας ότι η κοινωνία δικαιούται να ξέρει και τη συνέχεια των υποθέσεων. Ζητούν δε ετήσια δημόσια έκθεση της ΔΑΕΕ και του Πυροσβεστικού Σώματος για τα αίτια έναρξης πυρκαγιών, την πορεία των υποθέσεων, τις διοικητικές και ποινικές εξελίξεις και τα διορθωτικά μέτρα.
Τέλος, σημειώνουν «ότι οι δασικές πυρκαγιές απειλούν κρίσιμες υποδομές και ευάλωτους ανθρώπους και πως η Πολιτική Προστασία, πρέπει να συνδεθεί θεσμικά με την ανθεκτικότητα των κρίσιμων υποδομών».
