Του Τάσου Δασόπουλου
Στη δεύτερη αύξηση των επιτοκίων κατά 25 μονάδες βάσης προσανατολίζεται η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα τρεις μόλις μήνες μετά την αύξηση του Ιουνίου, καθώς η ένταση στον Περσικό Κόλπο αυξάνει την ανησυχία για τον πληθωρισμό της Ευρωζώνης ο οποίος βρίσκεται σε σταθερά ανοδική τροχιά.
Παρότι σε πρόσφατες δηλώσεις της η πρόεδρος της ΕΚΤ, Κριστίν Λαγκάρντ άφηνε όλα τα ενδεχόμενα ανοιχτά, ο Γερμανός κεντρικός τραπεζίτης, Γιοακίμ Νάγκελ, τόνιζε την Τετάρτη ότι “οι αγορές δίνουν πιθανότητα 95% για μια δεύτερη αύξηση επιτοκίων και μάλλον έχουν μια πολύ καλή αντίληψη για το πως θα αντιδράσουμε στην υφιστάμενη κατάσταση”. Ένας ακόμη λόγος που πιέζει για την νέα αύξηση είναι το γεγονός ότι η ΕΚΤ έχει δεσμευτεί ότι αυτή την φορά δεν θα αφήσει τον πληθωρισμό να “ξεφύγει”, όπως συνέβη το 2022 με την πληθωριστική κρίση που ακολούθησε την εισβολή της Ρωσίας στην Ουκρανία.
Το ερώτημα που προκύπτει τώρα είναι αν η δεύτερη αυτή αύξηση των επιτοκίων της ΕΚΤ θα είναι η τελευταία ή θα ακολουθήσουν και άλλες με στόχο να επαναφέρουν τον πληθωρισμό στο στόχο του 2%. Οι αγορές έχουν πια στα πιθανά σενάρια τους και μια τρίτη αύξηση πριν το τέλος του χρόνου, ενώ η κοινότητα των οικονομολόγων θεωρεί ότι η παρεμβάσεις στο κόστος χρήματος θα σταματήσουν με την αύξηση αυτής της Πέμπτης.
Οι συνέπειες για την Ελλάδα
Η αύξηση των επιτοκίων του ευρώ στο 2,5% δεν θα είναι ανώδυνη για την Ευρωζώνη και την Ελλάδα. Η δεύτερη αύξηση των επιτοκίων θα ερμηνευτεί από τις αγορές ως νέα αναθεώρηση προς τα κάτω της ανάπτυξης για την Ευρώπη και την Ελλάδα, λόγω της αύξησης του κόστους χρήματος, εν μέσω μια ενεργειακής κρίσης που βρίσκει την γηραιά ήπειρο σε δυσκολία να εξασφαλίσει τα στρατηγικά της αποθέματα σε φυσικό αέριο ενόψει του χειμώνα. Αυτό σημαίνει ότι θα πρέπει να περιμένουμε νέες πιέσεις στα ομόλογα της Ευρωζώνης και ειδικά στις χώρες που αντιμετωπίζουν δημοσιονομικά προβλήματα, όπως είναι η Γαλλία, η Ιταλία και η Γερμανία.
Οι αποδόσεις αναμένεται να αυξηθούν και για τα ελληνικά ομόλογα. Ωστόσο η Ελλάδα, δεν πιέζεται να δανειστεί από τις αγορές, καθώς έχει κλείσει από τον Ιούνιο το 95% του ετήσιου δανειακού της προγράμματος. Επιπλέον, διαθέτει ταμειακά διαθέσιμα πάνω από 35 δισ. ευρώ για να καλύψει τις όποιες ανάγκες της. Συνεπώς, το ενδεχόμενο να αυξηθεί το κόστος δανεισμού είναι μηδαμινό.
Η Ελλάδα θα πρέπει να ανησυχεί περισσότερο για μια απότομη άνοδο του πληθωρισμού. Η πανευρωπαϊκή ανησυχία για τις υψηλές τιμές του φυσικού αερίου προοιωνίζει αυξήσεις στα τιμολόγια του ηλεκτρικού οι οποίες μπορεί να χρειαστούν και κάποιες κρατικές παρεμβάσεις. Επίσης, μια αυξημένη διάρκεια και ένταση της κρίσης μπορεί να θέσουν σε κίνδυνο και την εθνική προσπάθεια για τη μείωση των τιμών, η οποία έχει ξεκινήσει από την 31η Αυγούστου.
Στις τράπεζες, η δεύτερη αύξηση των επιτοκίων που ετοιμάζει η ΕΚΤ θα πιέσει προς τα πάνω το Euribor των 12 μηνών το οποίο έχει ήδη ξεπεράσει το 3%. Αυτό θα φέρει αύξηση των επιτοκίων σε όλες τις νέες χορηγήσεις, αλλά και δόσεων στα υφιστάμενα στεγαστικά δάνεια με κυμαινόμενο επιτόκιο αλλά και κάποια ανακυκλούμενα δάνεια επιχειρήσεων.
