Του Κώστα Ράπτη
Και μόνο η επιλογή της Μέκκας ως του τόπου στον οποίο συνυπέγραψαν την Παρασκευή οι Ταγίπ Ερντογάν, Μοχάμεντ Μπιν Σαλμάν και Σαχμπάζ Σαρίφ την αμυντική συμφωνία Τουρκίας, Σαουδικής Αραβίας και Πακιστάν είναι πολλαπλά συμβολική: οι ισλαμικές δυνάμεις είναι σε θέση να πρωταγωνιστήσουν στις ρυθμίσεις ασφαλείας, αντί να αποτελούν απλώς πελάτες τρίτων, ενώ η ευρύτερη περιοχή σύντομα θα τελεί “υπό νέα διεύθυνση”.
Το νέο σύμφωνο συνταιριάζει τον μεγαλύτερο αγοραστή όπλων παγκοσμίως (Σαουδική Αραβία), με τον δεύτερο μεγαλύτερο στρατό του ΝΑΤΟ, δοκιμασμένο σε πολλά μέτωπα (Τουρκία) και μία πυρηνική δύναμη (Πακιστάν). Όμως στους έχοντες ισχυρή μνήμη θυμίζει κάτι από το “Σύμφωνο της Βαγδάτης” το οποίο τη δεκαετία του ΄50 συνάσπιζε τις ΗΠΑ και τη Βρετανία με την Τουρκία, το Ιράκ, το Ιράν και το Πακιστάν, δημιουργώντας ένα τείχος ανάμεσα στην Σοβιετική Ένωση και τον Περσικό Κόλπο.
Η ειρωνεία της ιστορίας θέλησε βέβαια το Σύμφωνο της Βαγδάτης να πληγεί από την ανατροπή της ιρακινής μοναρχίας το 1958 και να εκπνεύσει με την Ισλαμική Επανάσταση του Ιράν το 1979, οπότε και η Ουάσιγκτον διακήρυξε δια του “δόγματος Κάρτερ” ότι η ασφάλεια του Κόλπου αποτελεί αντικείμενο άμεσου αμερικανικού εθνικού συμφέροντος.
Δύσκολα μπορεί κανείς να φανταστεί και σήμερα ότι το Σύμφωνο της Μέκκας ιδρύθηκε χωρίς την ενθάρρυνση των ΗΠΑ. Άλλωστε διευκολύνει την αμερικανική απεμπλοκή από την Μέση Ανατολή, όπως την επιδιώκει ο Ντόναλντ Τραμπ, και έρχεται να καλύψει ένα κενό ασφαλείας απέναντι στην ανάδειξη του Ιράν ως εκ των πραγμάτων νικητή του “Τρίτου Πολέμου του Κόλπου”.
Όμως η πραγματικότητα είναι σύνθετη και αντιφατική. Όχι μόνο γιατί το Ιράν ως άμεσος ανταγωνιστής και γείτονας της Σαουδικής Αραβίας έσπευσε να προειδοποιήσει το Ριάντ ότι “μία συμφωνία στα χαρτιά με την Τουρκία και το Πακιστάν δεν θα προσφέρει ασφάλεια στο βασίλειο”, άρα και δεν θα το απαλλάξει από την ανάγκη να συνδιαλλαγεί με την Τεχεράνη υπό τους όρους της. Αλλά και γιατί οι εμπλεκόμενοι φέρουν στις αποσκευές τους ιδιαίτερες εθνικές προτεραιότητες, που δεν τις συμμερίζονται απαραιτήτως οι υπόλοιποι, καθώς και μία δομικά αμφίθυμη σχέση όλων ανεξαιρέτως με τις ΗΠΑ.
Το Πακιστάν ορίζεται πρωτίστως από την ιστορική αντιπαλότητά του με την Ινδία, ενώ οι φίλα προσκείμενοι προς την Δύση στρατηγοί που κυβερνούν την χώρα, έχουν πάντοτε ανοικτές τις θύρες για την Κίνα, η οποία συνεργάζεται με το Ισλαμαμπάντ οικονομικά, πολιτικά και εξοπλιστικά στο πλαίσιο των νέων δρόμων του μεταξιού. Σημειωτέον ότι εφεξής το Πακιστάν περιέρχεται στη λεπτή θέση να είναι ταυτόχρονα ο κύριος μεσολαβητής ανάμεσα στο Ιράν και τις ΗΠΑ, αλλά και ο εγγυητής ασφαλείας της απειλούμενης από τους Ιρανούς Σαουδικής Αραβίας.
Η Σαουδική Αραβία, για την οποία πρώτη προτεραιότητα αποτελεί η διαφοροποίηση της οικονομίας της, επίσης οικοδομεί όλο και στενότερες σχέσεις με την Κίνα, τον υπ’ αριθμόν ένα εισαγωγέα πετρελαίου στον κόσμο, ενώ οι πρόσφατες περιπέτειες καθιστούν αναγκαία μιαν “αντιστάθμιση κινδύνου” των επιλογών της στον τομέα της ασφάλειας, σε σχέση με την προηγούμενη αποκλειστική εξάρτηση από τη Ουάσιγκτον. Άλλωστε, τα κυριότερα αιτήματα του Ριάντ, με κορυφαίο τη μεταφορά πυρηνικής τεχνογνωσίας, απαντώνται από τη Ουάσιγκτον με την προσθήκη πολιτικά απαγορευτικών προϋποθέσεων, όπως η αναγνώριση, δίχως προηγούμενη επίλυση του παλαιστινιακού ζητήματος, του Ισραήλ – ήτοι της χώρας που έφθασε να βομβαρδίζει στόχο της Χαμάς σε αραβική μοναρχία (Κατάρ), η οποία φιλοξενεί τη μεγαλύτερη αμερικανική βάση στη Μέση Ανατολή.
Η Τουρκία, πάλι, καθίσταται και επισήμως “δισυπόστατη”, καθότι μέλος πλέον τόσο της Ατλαντικής Συμμαχίας όσο και ενός αμυντικού συμφώνου που φαντάζει ως ενσάρκωση των νεο-οθωμανικών φιλοδοξιών της προς Νότον. Σε άμεσο χρόνο, εξασφαλίζει νέες αγορές για την ανθηρή εξοπλιστική της βιομηχανία, δίκτυα ανταλλαγής πληροφοριών και εκπαίδευσης, ενώ ενισχύει τη φήμη της ως εταίρος ασφαλείας.
Πολλά βέβαια μένει να φανούν από τις λεπτομέρεις της συμφωνίας που συνάφθηκε στη Μέκκα, ιδίως σε ό,τι αφορά την ενδεχόμενη δέσμευση αμοιβαίας συνδρομής. Ο κάθε εμπλεκόμενος προβάλλει δια… των διαψεύσεων τα κύρια μελήματά του, λ.χ. με την Τουρκία να διαβεβαιώνει ότι η συμμαχία δεν στρέφεται κατά τρίτων και την Σαουδική Αραβία ότι δεν αφορά πυρηνικές φιλοδοξίες.
Σε κάθε περίπτωση, πέρα από την προφανή “αιχμή”, ήτοι το ενισχυμένο Ιράν, διακρίνεται ευκρινώς μια δευτερεύουσα, ήτοι η χαλιναγώγηση του ανεξέλεγκτου Ισραήλ και της φιλοδοξίας του να οικοδομήσει έναν οικονομικό διάδρομο από την Ινδία στην Ευρώπη, μέσω Ηνωμένων Αραβικών Εμιράτων και Μεσογείου, παρακάμπτοντας τις περισσότερες χερσαίες δυνάμεις της περιοχής. Και στο βάθος, ένα πιο σύνθετο παιχνίδι, από αυτά στα οποία διακρίνεται η χώρα του Ερντογάν, για κατάκτηση μεγαλύτερων βαθμών αυτονομίας από τις ΗΠΑ, οικοδομώντας τις προϋποθέσεις για αυτό μέσα από την εξυπηρέτηση συγκυριακών επιδιώξεών τους.

