Του Κώστα Ράπτη
Oderint dum metuant: Ας μας μισούν, αρκεί να μας φοβούνται. Η γνωστή αυτή λατινική φράση, εμβληματική του κυνισμού της εξουσίας, πιθανότατα εμπνέει και τον Ντόναλντ Τραμπ. Πώς αλλιώς να ερμηνευθεί το γεγονός ότι από το βήμα της Γενικής Συνέλευσης των Ηνωμένων Εθνών, δηλ. του θεσμού που δημιουργήθηκε ακριβώς για να προωθήσει την ειρήνη και τη διεθνή συνεργασία, ο πρόεδρος των ΗΠΑ απείλησε να “εξαφανίσει” το Ιράν, όπως κατά την πρώτη του θητεία είχε πράξει, πάλι στην ίδια συνάθροιση, και για την Βόρεια Κορέα;
Αλλά για μία υπερδύναμη υπάρχει όντως κάτι χειρότερο από το να τη μισούν: το να μην τη φοβούνται. Και η χώρα του Ντόναλντ Τραμπ βρίσκεται σε αυτό το σημείο, αφότου η στρατιωτική της υπεροχή δοκιμάσθηκε (και ευρέθη ελλιπής) στον Περσικό Κόλπο, ενώ προηγουμένως, με διακριτικότερο τρόπο, η ικανότητά της να ασκεί οικονομική επιβολή προσέκρουσε στο κινεζικό “όπλο” του περιορισμού των εξαγωγών σπανιών γαιών. Και οι δύο αυτές αχίλλειες πτέρνες λειτουργούν συνδυαστικά, όταν οι χώρες που διατηρούν πραγματική ελευθερία αποφάσεων διαμηνύουν ότι πρόκειται να αψηφήσουν τις νέες αμερικανικές κυρώσεις κατά του Ιράν, που φθάνουν μέχρι του σημείου απαγόρευσης αεροπορικών συνδέσεων. Ο επικεφαλής των Στέιτ Ντιπάρτμεντ Μάρκο Ρούμπιο είχε πιθανότατα την ευκαιρία να το ακούσει αυτό από τον Ινδό ομόλογό του Σούμπραμανιαμ Τζάισανκαρ στην κατ΄ιδίαν συνάντησή τους στο περιθώριο της Γενικής Συνέλευσης του ΟΗΕ.
Εξ ού και η υπονοούμενη απειλή χρήσης πυρηνικών όπλων (τι άλλο θα μπορούσε να “εξαφανίσει” το Ιράν;) δεν υπήρξε παρά το προπέτασμα καπνού πίσω από το οποίο αποκαλύφθηκε η είδηση ότι οι έμμεσες διαπραγματεύσεις των ΗΠΑ με την Ισλαμική Δημοκρατία έχουν επανεκκινήσει.
Στην ίδια κατεύθυνση παραπέμπει και η συνάντηση των ηγετών οκτώ μεσανατολικών χωρών (των αραβικών μοναρχιών συν την Τουρκία) με τον Τραμπ για την δημιουργία ενός ταμείου αποκατάστασης των ζημιών στις ενεργειακές υποδομές της περιοχής και προώθησης εναλλακτικών οδών εξαγωγής υδρογονανθράκων.
Θα μπορούσε κανείς να θεωρήσει την εν λόγω σύναξη ως πολεμικό συμβούλιο προπαρασκευής ενός νέου σφοδρότερου γύρου στρατιωτικής αντιπαράθεσης με την Τεχεράνη. Άλλωστε στους καιρούς του Τραμπ η αναβίωση των διπλωματικών προσπαθειών κάθε άλλο παρά αποκλείει τους επιθετικούς αιφνιδιασμούς. Όμως η συνισταμένη των μηνυμάτων που εκπέμπουν οι Άραβες γείτονες του Ιράν είναι η επείγουσα ανάγκη επιστροφής σε μία κανονικότητα, καθώς και οι έντονη επιθυμία τους να αποτελέσουν μέρος της διαπραγμάτευσης που διεξάγουν μεταξύ τους οι ΗΠΑ και η Ισλαμική Δημοκρατία.
Και δεν είναι αυτό το μόνο μέτωπο στο οποίο η αμερικανική πλευρά εκδηλώνει επιθυμία εκτόνωσης των εντάσεων. Ήδη ο Ντόναλντ Τραμπ υποδέχθηκε, πέρα από κάθε πρόβλεψη του πρωτοκόλλου, αυτοπροσώπως τον Κινέζο ηγέτη Σι Τζινπίνγκ στο αεροδρόμιο της, υποδηλώνοντας την διάθεσή του να εμφανίσει μιαν εικόνα εγκάρδιας συνεννόησης των δύο ισχυρότερων χωρών του πλανήτη. Ο δε Μάρκο Ρούμπιο ανακοίνωσε κάτι το ακόμη πιο εντυπωσιακό: ότι δηλ. οι ΗΠΑ ως φιλοξενούσα χώρα προσκαλούν τον Ρώσο πρόεδρο Βλαντίμιρ Πούτιν στην σύνοδο κορυφής της G20 τον Δεκέμβριο. Πάνω στην ώρα, εμφανίσθηκε επί αμερικανικού εδάφους και ο ειδικός απεσταλμένος του Κρεμλίνου Κίριλ Ντμίτριεφ, πάντοτε προσβλέπων σε αμοιβαία επωφελείς μπίζνες.
Προφανώς οι εντυπώσεις δεν ταυτίζονται με την ουσία. Λ.χ. πολύ περισσότερα από το “κόκκινο χαλί” θα μας αποκαλύψει για την πραγματική κατάσταση των σινο-αμερικανικών σχέσεων το αν η εκεχειρία στον εμπορικό πόλεμο των δύο μερών θα παραταθεί πέραν του εξαμήνου, φθάνοντας, όπως επιθυμεί το Πεκίνο διεκδικώντας μεγαλύτερη “προβλεψιμότητα”, μέχρι το τέλος της προεδρικής θητείας Τραμπ.
Ομοίως σε ό,τι αφορά την ουκρανική κρίση οι έντονες ζυμώσεις των τελευταίων ημερών πιθανότατα δεν θα είναι αρκετές για να κάμψουν τον Πούτιν (και τους πιο σκληρούς από αυτόν στο ρωσικό σύμπλεγμα εξουσίας), όταν είναι σαφές ότι οι ουκρανικές επιθέσεις στις ρωσικές υποδομές δεν είναι δυνατές χωρίς δυτική επιχειρησιακή υποστήριξη.
Γεγονός, ωστόσο, παραμένει ότι και στις τρεις μεγάλες αναμετρήσεις της παρούσης στον πλανήτη η κυβέρνηση Τραμπ δοκιμάζει τη στιγμή αυτή κάποιες πρωτοβουλίες εκτόνωσης – αποδεικνύοντας ότι τις θεωρεί αλληλένδετες. Δεν είναι δύσκολο να συσχετίσουμε αυτή την επιλογή με την δοκιμασία των επικείμενων “ενδιάμεσων εκλογών” στις ΗΠΑ τον Νοέμβριο, αλλά και με την ανάγκη ανασύνταξης της υπερδύναμης, καταρχήν από τις αδυναμίες που αποκάλυψε στον Περσικό Κόλπο. Το αν η πραγματική πρόθεση είναι το πάγωμα κάποιων από τα μέτωπα για την επικέντρωση στο τρίτο μένει να φανεί.
