Του Κώστα Ράπτη
Ο Τραμπ “φλερτάρει” τον Πούτιν, προκειμένου να επιτύχει τερματισμό της ουκρανικής σύγκρουσης. Το συμπέρασμα αυτό προκύπτει αβίαστα, αν ενώσει κανείς τις διαφορετικές “ψηφίδες”.
Ήδη το γεγονός ότι ο υπουργός Εξωτερικών των ΗΠΑ Μάρκο Ρούμπιο προανήγγειλε ότι θα προσκληθεί ο Ρώσος πρόεδρος στην Σύνοδο Κορυφής της G20 στο Μαϊάμι τον Δεκέμβριο είναι δηλωτικό των προθέσεων της Ουάσιγκτον. Ενδέχεται, ωστόσο, οι δύο ηγέτες να έχουν την ευκαιρία να συνομιλήσουν ακόμη νωρίτερα, καθώς πληροφορίες θέλουν τον Τραμπ να επιδιώκει συνάντηση με τον Πούτιν στο περιθώριο της Συνόδου της APEC (Οικονομικής Συνεργασίας Ασίας-Ειρηνικού) εντός του Οκτωβρίου στο Πεκίνο. Μπροστά σε αυτό το ενδεχόμενο οι Ευρωπαίοι ηγέτες επιδιώκουν να έχουν παρόντα και τον Ουκρανό πρόεδρο Βολοντίμιρ Ζελένσκι, καίτοι η χώρα του δεν σχετίζεται με την APEC.
Το γεγονός ότι και ο υπουργός Εξωτερικών της Γερμανίας ζήτησε και είχε συνάντηση της τελευταίας στιγμής με τον Ρώσο ομόλογό του, πριν από την ομιλία του τελευταίου στην Γενική Συνέλευση των Ηνωμένων Εθνών στη Νέα Υόρκη, είναι δηλωτικό της επιθυμίας της Γερμανίας να μην προσπερασθεί από τις επιταχυνόμενες εξελίξεις – ασχέτως του ότι οι επιδόσεις του Γιόχαν Βάντεφουλ (ο οποίος απλώς απηήγγειλε γραπτό κείμενο με τις έως τώρα γνωστές θέσεις του Βερολίνου) υποχρέωσαν τον Σεργκέι Λαβρόφ να κάνει λόγο για φιάσκο.
“Δεν βρίσκεται στις προτεραιότητές μας η διάσωση του καθεστώτος του Κιέβου” δήλωσε ωμά σε πρόσφατη συνέντευξή του ο ισχυρός άνδρας του Κρεμλίνου, σχολιάζοντας τις προτάσεις που κυκλοφορούν για πάγωμα της ένοπλης σύγκρουσης στις υπάρχουσες γραμμές αντιπαράθεσης ή έστω συνέχισή της μόνο σε τέσσερα μέτωπα (στις περιφέρειες Ντονέτσκ, Λουχάνσκ, Χερσώνας και Ζαπορόζιε). Ομοίως και ο εκπρόσωπός του, Ντμίτρι Πεσκόφ, απάντησε επιφυλακτικά στο ερώτημα αν ο Πούτιν θα παραστεί στο Μαϊάμι.
Το ότι οι ρωσικές επιθέσεις εναντίον ουκρανικών υποδομών έχουν εντατικοποιηθεί (ενώ συνεχίζεται και ο ναυτικός αποκλεισμός της Ουκρανίας στη Μαύρη Θάλασσα) υπογραμμίζει την ίδια στιγμή τη διάθεση της Μόσχας να μην υποχωρήσει εύκολα.
Φαίνεται, ωστόσο, ότι ο Τραμπ ευελπιστεί να χρησιμοποιήσει οικονομικό δέλεαρ – και δεν είναι άσχετο προφανώς με όλα αυτά το ότι ο ειδικός απεσταλμένος του Πούτιν (ή μάλλον, της ρωσικής ολιγαρχίας) Κίριλ Ντμίτριεφ, γνωστός θιασώτης των win-win ρωσο-αμερικανικών συμπράξεων, είχε και πάλι την περασμένη εβδομάδα συνάντηση στις ΗΠΑ με τους εμπίστους του Ντόναλντ Τραμπ, Στιβ Ουίτκοφ και Τζάρεντ Κούσνερ.
Μάλιστα για την απαναπροσέγγιση Μόσχας-Ουάσιγκτον εξετάζεται να χρησιμοποιηθεί μοντέλο… Λευκορωσίας.
Όπως αναφέρει το ηλεκτρονικό περιοδικό The Atlantic, ο Τραμπ εξουσιοδότησε τον Ειδικό Απεσταλμένο του στη Λευκορωσία, Τζον Κόουλ, να πείσει τον Πούτιν να απελευθερώσει τους λεγόμενους “πολιτικούς κρατούμενους” με αντάλλαγμα την άρση των κυρώσεων, μετά την επιτυχημένη αντίστοιχη συμφωνία που υπήρξε με τον πρόεδρο της Λευκορωσίας, Αλεξάντερ Λουκασένκο. Η τεράστια συμφωνία Λευκορωσίας-ΗΠΑ για το κάλιο που διαπραγματεύεται ο Τραμπ θα μπορούσε να ακολουθηθεί από παρόμοιες μαζικές συμφωνίες με τη Ρωσία, ίσως στα πρότυπα όσων ανέφερε το New Yorker στα μέσα Σεπτεμβρίου.
Στο τελευταίο αυτό δημοσίευμα γινόταν λόγος για μια απόρρητη έκθεση από μη κατονομαζόμενη ευρωπαϊκή υπηρεσία κατασκοπείας, βάσει της οποίας, ο Τραμπ και οι άνθρωποι γύρω του” εξετάζουν το ενδεχόμενο “να ανοίξουν ξανά τον αγωγό Nord Stream 2 υπό αμερικανικό έλεγχο, να επαναλάβουν τις δραστηριότητες της ExxonMobil στη Σαχαλίνη και να πραγματοποιήσουν γεωτρήσεις για πετρέλαιο στη Θάλασσα του Οχότσκ. Σύμφωνα με την έκθεση, υπήρξε συζήτηση για την αποδέσμευση ρωσικών περιουσιακών στοιχείων που βρίσκονται υπό αμερικανικές κυρώσεις.
Ο εγκατεστημένος στη Μόσχα Αμερικανός αναλυτής Άντριου Κορύμπκο, υπενθυμίζει μάλιστα, με άρθρο του στο Substack, τη δήλωση Πούτιν στις αρχές του 2025, κατά την έναρξη των συνομιλιών Ρωσίας-ΗΠΑ, ότι οι αμερικανικές εταιρείες “θα έχουν αξιοπρεπές κέρδος” σε ένα τέτοιο σενάριο. Εν συντομία, υποστηρίζει, η ανοιχτότητα του Πούτιν σε μια τέτοια συμφωνία βασίζεται εν μέρει στην επιθυμία του να μετριάσει την αυξανόμενη εξάρτηση της Ρωσίας από την Κίνα, ενώ η ανοιχτότητα του Τραμπ βασίζεται εν μέρει στο ίδιο, καθώς και στο ενδιαφέρον του να αρνηθεί στην Κίνα την πρόσβαση σε περισσότερους ρωσικούς πόρους μέσω αμερικανικών επενδύσεων στα κοιτάσματά της.

