Χαίρετε χαίρετε χαίρετε Πως μου είστε; Τι μου κάνετε; Πως τα καλοπερνάτε;
Από τη στήλη Η Ιδέα μου είναι; του Κρίτωνα Ζαχαριάδη Summer Edition

Δευτέρα βράδυ, αμέσως μετά το τριήμερο του Δεκαπενταύγουστου και με την αφέλεια του ανθρώπου που πιστεύει ακόμη ότι μπορεί να προβλέψει τη συμπεριφορά των Θεσσαλονικέων, ξεκίνησα για θερινό σινεμά με τη βεβαιότητα: “Σιγά μην έχει κόσμο τέτοια μέρα”. Εντάξει. Γελάσαμε. Για άλλη μια φορά τολμώ να πω ότι το θεατρόφιλο και σινεφίλ κοινό της Θεσσαλονίκης δεν παίζει ποτέ να το ψυχολογήσω… Έφτασα και δεν έπεφτε καρφίτσα. Και όχι μόνο στη δική μου προβολή. Κόσμος περίμενε και για την επόμενη, στις 11 το βράδυ, που βέβαια ήταν πιο εμπορική. Τελικά το θερινό σινεμά όχι μόνο δεν πέθανε, αλλά μια χαρά κρατιέται, πίνει το ποτάκι του και μας κοιτάζει ειρωνικά που κατά καιρούς το κηδεύουμε.
.jpg)
Και κάπου εδώ οφείλω να σταθώ λίγο στον ίδιο τον χώρο, γιατί ήταν από εκείνες τις ευχάριστες εκπλήξεις που δεν περιμένεις. Cine Ναταλί. Ένα θερινό προσεγμένο μέχρι την τελευταία λεπτομέρεια, με διαφορετικά επίπεδα θέασης, τραπεζάκια, μικρές αυλές, φυτά και θάμνους να χωρίζουν φυσικά τα διαζώματα, φωτισμούς σε πράσινο, μωβ και θερμές αποχρώσεις να πέφτουν πάνω στη βλάστηση, πίσω σειρές προστατευμένες κάτω από υπόστεγο και γωνιές που περισσότερο θυμίζουν όμορφο καλοκαιρινό μπαράκι παρά τον κλασικό χώρο όπου στοιβάζουμε καρέκλες μπροστά από ένα πανί και λέμε “έτοιμο το θερινό”.
.jpg)
Μέχρι και οι τουαλέτες πεντακάθαρες και φροντισμένες. Ναι, το γράφω. Γιατί όταν βρίσκουμε κάτι να γκρινιάξουμε, πρώτοι είμαστε. Όταν κάποιος κάνει σωστά τη δουλειά του, καλό είναι να το λέμε κιόλας.

Και μετά οι τοιχογραφίες πηγαίνοντας στο κυλικείο. Χίτσκοκ με κάμερα και κοράκια, Τζακ Νίκολσον απέναντι, κινηματογραφικές αναφορές παντού. Ένας χώρος φτιαγμένος από ανθρώπους που φαίνεται ότι δεν αντιμετωπίζουν το σινεμά ως οθόνη και εισιτήριο, αλλά ως ολόκληρη έξοδο. Μια μικρή αστική όαση, με τα φώτα, τα δέντρα, τα τραπεζάκια και τον κόσμο να περιμένει να σκοτεινιάσει για να αρχίσει η προβολή.
.jpg)
Ωραία λοιπόν η αισθητική του χώρου. Τίγκα από κόσμο όλο το θερινό….. Για να δούμε τώρα πόσο “γεμάτη” ήταν και η ταινία…
.jpg)
3, 2, 1… φύγαμε.
“Ο Παραχαράκτης” του Ζαν-Πολ Σαλομέ βασίζεται στην πραγματική και σχεδόν εξωφρενικά κινηματογραφική ιστορία του Τσέσλαβ Γιαν Μπογιάρσκι, ενός Πολωνού μηχανικού και εφευρέτη που εγκαταστάθηκε στη μεταπολεμική Γαλλία και έμελλε να γίνει ένας από τους διασημότερους παραχαράκτες στην ιστορία της χώρας. Για χρόνια εργαζόταν σχεδόν ολομόναχος, κατασκευάζοντας από το χαρτί μέχρι τα εργαλεία και τις πλάκες που χρειαζόταν για να δημιουργεί πλαστά χαρτονομίσματα τέτοιας ποιότητας, ώστε οι αρχές πίστευαν ότι κυνηγούσαν ολόκληρη εγκληματική οργάνωση. Κι όμως, η “οργάνωση” ήταν ένας τύπος στο υπόγειο. Κάτι σαν πολυεθνική με έναν υπάλληλο, ο οποίος τύχαινε να είναι και διευθύνων σύμβουλος, και λογιστήριο, και παραγωγή, και διανομή. Και εδώ βρίσκεται από την αρχή το μεγάλο ατού της ταινίας. Η πραγματική ιστορία είναι καταπληκτική. Εδώ βρίσκεται όμως και το πρόβλημά της.

Γιατί ο Σαλομέ έχει στα χέρια του έναν άνθρωπο που είναι ταυτόχρονα μετανάστης, εφευρέτης, τελειομανής, οικογενειάρχης, απατεώνας, σχεδόν καλλιτέχνης, κυνηγημένος και ματαιόδοξος. Έχει μια αστυνομική καταδίωξη που κρατά χρόνια. Έχει έναν γάμο που φθείρεται από ένα τεράστιο μυστικό. Έχει παιδιά που μεγαλώνουν μέσα σε μια ψεύτικη κανονικότητα. Έχει κοινωνικό αποκλεισμό, μετανάστευση, οικονομική ανάγκη, εμμονή, έγκλημα, φιλοδοξία. Έχει, με δυο λόγια, ένα υλικό που φωνάζει “κάνε με σινεμά”. Και εκείνος το κάνει. Απλώς το κάνει με τη σιγουριά ανθρώπου που κρατάει πορσελάνινο σερβίτσιο της γιαγιάς και φοβάται μην του πέσει.
Η σκηνοθεσία είναι κλασική, ακαδημαϊκή, εξαιρετικά προσεγμένη και σχεδόν μονίμως ασφαλής. Δεν παίρνει εύκολα οπτικό ή αφηγηματικό ρίσκο. Η αφήγηση, πέρα από έναν μικρό αρχικό εγκιβωτισμό, ακολουθεί τη γραμμική πορεία των γεγονότων και ο Σαλομέ μοιάζει περισσότερο αποφασισμένος να αφηγηθεί σωστά την ιστορία παρά να την ανατινάξει κινηματογραφικά. Και είναι κρίμα, γιατί η ίδια η ιστορία προσφέρεται για ένταση.

Το μεγαλύτερο πρόβλημα για μένα βρίσκεται στον ρυθμό. Η ταινία διαρκεί λίγο περισσότερο από δύο ώρες και σε αρκετά σημεία επαναλαμβάνει τη διαδικασία της παραχάραξης με τέτοια σχολαστικότητα, ώστε από βιογραφικό δράμα αρχίζει να φλερτάρει με το ντοκιμαντέρ. Βλέπουμε τον μόχθο, τα υλικά, τις δοκιμές, τα ταξίδια, τη διανομή, την τελειομανία. Ενδιαφέροντα όλα. Μέχρι που κάποια στιγμή έχεις καταλάβει πώς περίπου φτιάχνεται το πλαστό φράγκο και αρχίζεις να φοβάσαι μήπως στο διάλειμμα σου ζητήσουν να φτιάξεις ένα μόνος σου. Κι όμως, αυτή η σχεδόν ντοκιμαντερίστικη εμμονή έχει και κάτι συναρπαστικό. Ο Μπογιάρσκι δεν παρουσιάζεται ως κοινός εγκληματίας. Παρουσιάζεται ως τεχνίτης. Σχεδόν ως καλλιτέχνης. Δεν τον ενδιαφέρει μόνο να περάσει ένα πλαστό χαρτονόμισμα. Θέλει να δημιουργήσει το τέλειο πλαστό χαρτονόμισμα.
Και εδώ βρίσκω ίσως την πιο ενδιαφέρουσα αντίφαση ολόκληρης της ταινίας. Ο Μπογιάρσκι είναι εμμονικός με την τελειότητα της απομίμησης. Και ο Σαλομέ είναι εξίσου εμμονικός με την τελειότητα της αναπαράστασης. Ο ένας προσπαθεί να κατασκευάσει ένα χαρτονόμισμα τόσο τέλειο ώστε να μοιάζει αληθινό. Ο άλλος μια εποχή τόσο πιστή ώστε να μοιάζει αληθινή. Και οι δύο τα καταφέρνουν. Μόνο που η τελειότητα της κατασκευής δεν σημαίνει απαραίτητα και ζωή.

Γιατί αν υπάρχει κάτι που πραγματικά δεν μπορείς να προσάψεις στον “Παραχαράκτη”, αυτό είναι η ιστορική του αναπαράσταση. Η μεταπολεμική Γαλλία αποδίδεται θαυμάσια. Σκηνικά, κοστούμια, αντικείμενα, αυτοκίνητα, χώροι, φωτογραφία, χρωματική παλέτα, όλα υπηρετούν έναν κόσμο που δείχνει κατοικημένος και όχι απλώς ντυμένος “εποχής”. Η εικόνα είναι συχνά πολύ σκοτεινή, γήινη, συγκρατημένη, χωρίς χολιγουντιανή γυαλάδα. Και σωστά. Δεν βλέπουμε έναν glamorous εγκληματία που πετάει λεφτά από τα παράθυρα. Βλέπουμε έναν άνθρωπο που πρέπει να κρύβεται ακόμη κι όταν επιτέλους έχει αποκτήσει όσα ήθελε.
Εξαιρετική δουλειά έχει γίνει και στο κάστινγκ. Όχι μόνο υποκριτικά αλλά και φυσιογνωμικά. Τα πρόσωπα μοιάζουν να ανήκουν στον κόσμο της ταινίας. Και πάνω απ’ όλους βρίσκεται ο Ρεντά Κατέμπ. Εδώ, συγγνώμη, αλλά ο άνθρωπος σηκώνει την ταινία στην πλάτη και κάνει και μερικά χιλιόμετρα παραπάνω επειδή μπορεί.

Η ερμηνεία του είναι εσωτερική, χαμηλόφωνη και εξαιρετικά λεπτομερής. Δεν κατασκευάζει έναν γοητευτικό απατεώνα για να τον αγαπήσουμε. Κατασκευάζει έναν κλειστό άνθρωπο που κουβαλά συνεχώς μέσα του δύο ζωές. Τον πατέρα και τον παραχαράκτη. Τον μετανάστη που ζητά μια θέση στη νέα του πατρίδα και τον άντρα που θέλει κατά βάθος να αποδείξει ότι είναι καλύτερος από εκείνους που τον απέρριψαν. Τον άνθρωπο που θέλει να παραμείνει αόρατος και ταυτόχρονα εκείνον που λαχταρά να αναγνωριστεί. Και αυτή η τελευταία αντίφαση είναι υπέροχη. Γιατί ο Μπογιάρσκι χρειάζεται να μην τον βρουν, αλλά η ματαιοδοξία του σχεδόν απαιτεί κάποιος να καταλάβει πόσο καλός είναι. Θέλει να κερδίσει ένα παιχνίδι στο οποίο, αν κανείς δεν μάθει ποτέ ότι κέρδισε, η νίκη του μοιάζει μισή. Ο Κατέμπ μεταφέρει αυτή την εσωτερική σύγκρουση χωρίς κραυγές και περιττές εξάρσεις. Ένα βλέμμα, μια μικρή αλλαγή στο σώμα, η ψυχρότητα με την οποία επιστρέφει από το υπόγειο στην οικογενειακή καθημερινότητα αρκούν. Και κάπου εκεί συνειδητοποιείς ότι ο άνθρωπος δεν παραχαράσσει μόνο χρήματα. Παραχαράσσει καθημερινά και την ίδια του τη ζωή.
Πολύ καλή είναι και η Σάρα Ζιροντό ως σύζυγός του, ενώ ο Μπαστιέν Μπουγιόν ως αστυνομικός Ματέι έχει ίσως τον δυσκολότερο δεύτερο ρόλο. Εργασιομανής, επίμονος, νομοταγής, σχεδόν εξίσου εμμονικός με τον άνθρωπο που κυνηγά. Και οι δύο ερμηνείες λειτουργούν, αλλά επισκιάζονται αναπόφευκτα από τον Κατέμπ.

Και εδώ ακριβώς γεννιέται για μένα ένα μεγάλο “γιατί;”. Γιατί έχεις δύο εμμονικούς ανθρώπους απέναντι ο ένας στον άλλο. Ο ένας αφιερώνει χρόνια στο να δημιουργεί το τέλειο πλαστό. Ο άλλος αφιερώνει χρόνια στο να ανακαλύψει ποιος το δημιουργεί. Έχεις έτοιμο ένα παιχνίδι γάτας και ποντικιού και τελικά… η γάτα και το ποντίκι κάνουν περισσότερο παρέα με το σενάριο παρά μεταξύ τους. Η αντιπαράθεσή τους δεν αποκτά ποτέ το πάθος, την ψυχολογική ένταση και το σχεδόν ερωτικό στοιχείο που μπορεί να αποκτήσει μια πραγματικά μεγάλη κινηματογραφική εμμονή. Και όταν λέω “ερωτικό”, δεν εννοώ φυσικά ότι έπρεπε να φιληθούν στο τέλος. Ηρεμήστε. Εννοώ εκείνη την παράξενη έλξη δύο αντιπάλων που καταλήγουν να χρειάζονται ο ένας τον άλλο για να δικαιολογείται η ίδια τους η εμμονή.
Και κάπου εδώ ήταν αδύνατον να μη μου έρθει στο μυαλό το “Πιάσε με αν μπορείς”. Θεματικά, όχι ως αντιγραφή. Άλλος κόσμος, άλλος κινηματογράφος, άλλοι χαρακτήρες. Αλλά η σύγκριση είναι αποκαλυπτική. Ο Σπίλμπεργκ παίρνει τον Φρανκ Αμπανιάλε του Λεονάρντο Ντι Κάπριο και τον Καρλ Χάνρατι του Τομ Χανκς και μετατρέπει την καταδίωξη σε σχέση. Υπάρχει ρυθμός, χιούμορ, παιχνίδι, γοητεία, συναισθηματική μετατόπιση. Η Αμερική του “Catch Me If You Can” λάμπει, κινείται, εξαπατά και σχεδόν χορεύει μαζί με τον ήρωά της. Ο Σαλομέ κάνει ακριβώς το αντίθετο. Ο Γιαν είναι ώριμος, οικογενειάρχης, εσωστρεφής, μετανάστης. Δεν αλλάζει ταυτότητες για να κατακτήσει τον κόσμο. Κλείνεται σε ένα υπόγειο για να κατασκευάσει έναν δικό του. Δεν ξοδεύει ασύστολα. Δεν επιδεικνύεται. Δεν ζει το έγκλημα ως περιπέτεια. Το ζει σχεδόν σαν δεύτερη βάρδια. Και αντίστοιχα ο Ματέι δεν γίνεται ποτέ ο παράξενος “συγγενής” του, όπως συμβαίνει σταδιακά με τον Χανκς και τον Ντι Κάπριο. Παραμένει ο διώκτης του. Η ευρωπαϊκή προσέγγιση είναι σκοτεινότερη, κοινωνικότερη, λιγότερο ρομαντική. Και αυτό από μόνο του δεν είναι μειονέκτημα. Ίσα ίσα θα μπορούσε να γεννήσει κάτι ακόμη πιο δυνατό ψυχολογικά. Αλλά δεν το κάνει. Εκεί ακριβώς θεωρώ ότι ο “Παραχαράκτης” χάνει μια μεγάλη ευκαιρία. Δεν χρειάζεται να γίνει Σπίλμπεργκ. Χρειάζεται όμως να βρει το δικό του νεύρο. Αντί γι’ αυτό επιλέγει ξανά και ξανά την ασφάλεια.

Πολύ περισσότερο με κέρδισε το κοινωνικό και ανθρώπινο κομμάτι της ιστορίας. Ο Γιαν είναι ένας Πολωνός μετανάστης στη μεταπολεμική Γαλλία που διαθέτει γνώσεις, εφευρετικότητα και ταλέντο, αλλά ανακαλύπτει ότι όλα αυτά δεν αρκούν όταν το σύστημα σε αντιμετωπίζει πρωτίστως ως ξένο. Η ταινία δεν κραυγάζει πάνω στο θέμα του ρατσισμού και της περιθωριοποίησης. Το αφήνει να υπάρχει μέσα στις συμπεριφορές, στις απορρίψεις, στις ευκαιρίες που δεν δίνονται. Και εκεί γεννιέται ένα δύσκολο ερώτημα. Αν αυτός ο άνθρωπος είχε βρει χώρο να δημιουργήσει νόμιμα, θα είχε γίνει ποτέ παραχαράκτης; Δεν ξέρω. Και ευτυχώς η ταινία δεν προσπαθεί να μας πείσει ότι η κοινωνία “φταίει” και ο ίδιος είναι αθώο περιστεράκι. Γιατί δεν είναι. Κάποια στιγμή η ανάγκη μετατρέπεται σε επιλογή, η επιλογή σε εμμονή και η εμμονή σε ματαιοδοξία. Αυτό όμως που μου αρέσει είναι ότι ο Γιαν παραμένει ένας παράξενος εγκληματίας χωρίς πραγματική νοοτροπία εγκληματία. Ζει προσεκτικά, δεν προκαλεί, δεν επιδεικνύει τον πλούτο του, δεν θέλει να γίνει βασιλιάς του υποκόσμου. Ακόμη και όταν παρανομεί, σκέφτεται σαν οικογενειάρχης. Και εδώ βρίσκεται άλλη μία ειρωνεία. Κλέβει το κράτος για να προσφέρει στην οικογένειά του τα πάντα και, προσπαθώντας να της προσφέρει τα πάντα, της στερεί ίσως το σημαντικότερο. Τον εαυτό του.

Αυτό φαίνεται ακόμη περισσότερο στα παιδιά. Για μένα, τα παιδιά του Γιαν είναι από τις πιο ενδιαφέρουσες, αν και όχι αρκετά ανεπτυγμένες, πλευρές της ταινίας. Μεγαλώνουν μέσα σε ένα χρυσό κλουβί. Έχουν σπίτι, ασφάλεια, ανέσεις. Δεν έχουν όμως μια φυσιολογική κοινωνική ζωή και, κυρίως, δεν γνωρίζουν πραγματικά τον ίδιο τους τον πατέρα. Η κόρη κάποια στιγμή ξεσπά. Θέλει φίλους, κόσμο, ζωή. Και μεγαλώνοντας η αντίδρασή της απέναντί του αποκτά σχεδόν τη μορφή μικρής εκδίκησης. Όταν ο πατέρας τη βλέπει να φιλιέται με ένα αγόρι, εκείνη δεν δείχνει να ενδιαφέρεται ιδιαίτερα για την πατρική έγκριση. Και γιατί να ενδιαφερθεί; Είναι σαν να του λέει: “Μεγάλωσα χωρίς να ξέρω ποιος είσαι. Τώρα δεν μπορείς ξαφνικά να εμφανιστείς και να μου πεις ποια πρέπει να είμαι εγώ”. Τα παιδιά ξέρουν άλλωστε πάντα περισσότερα απ’ όσα πιστεύουμε ότι ξέρουν. Μπορεί να μην ξέρουν το μυστικό, αλλά ξέρουν ότι υπάρχει μυστικό. Μπορεί να μη γνωρίζουν τι ακριβώς συμβαίνει μέσα στο σπίτι, αλλά καταλαβαίνουν ότι κάτι μέσα στο σπίτι δεν είναι φυσιολογικό.

Και εδώ βρίσκεται μία από τις αγαπημένες μου μικρές σκηνοθετικές στιγμές της ταινίας. Ο μικρός γιος παίζει μόνος του με ένα σιδηροδρομικό τρενάκι. Λίγο αργότερα βλέπουμε τον πατέρα στον πραγματικό κόσμο των τρένων, να ταξιδεύει σε άλλη πόλη για να προμηθευτεί το χαρτί που χρειάζεται για την παραχάραξη. Μπορεί να είναι μια απλή οπτική σύνδεση. Εγώ όμως την είδα αλλιώς. Το παιδί παίζει σε μικρογραφία τη ζωή που κρατά τον πατέρα μακριά του. Ένα τρενάκι μέσα στο σπίτι και ένας πατέρας στα τρένα έξω από αυτό. Πολύ όμορφη κινηματογραφική στιγμή. Χωρίς διάλογο, χωρίς υπογράμμιση, χωρίς να έρθει κανείς να μας εξηγήσει τι πρέπει να αισθανθούμε. Μακάρι η ταινία να εμπιστευόταν συχνότερα τέτοιες εικόνες.
Αντίστοιχα ενδιαφέρουσα είναι η σχέση με τη σύζυγο. Εδώ η παραχάραξη αποκτά άλλη σημασία. Για χρόνια εκείνη ζει δίπλα σε έναν άνθρωπο που της προσφέρει μια πραγματικότητα της οποίας αγνοεί την προέλευση. Η κρίση του ζευγαριού δεν προκύπτει μόνο επειδή υπάρχει ένα εγκληματικό μυστικό. Προκύπτει επειδή δεν υπάρχει εμπιστοσύνη. Και η δική της απιστία έχει ενδιαφέρον ακριβώς επειδή η ταινία δεν την παρουσιάζει απλώς ως “άπιστη γυναίκα”. Είναι μια γυναίκα που έχει μείνει για χρόνια συναισθηματικά μόνη, που ζητά ενδιαφέρον, επαφή, επιθυμία, έναν άνθρωπο να τη δει.
Κι εδώ υπάρχει ένα ωραίο παράδοξο. Τον απατά, αλλά δεν τον προδίδει. Όταν μαθαίνει την αλήθεια, θα μπορούσε να τον καταστρέψει. Δεν το κάνει. Και όταν εκείνος βρίσκεται πια στη φυλακή, η συναισθηματική σύνδεση εξακολουθεί να υπάρχει. Η στιγμή που σκίζει το υπογεγραμμένο χαρτί αποκτά έτσι πολύ μεγαλύτερη σημασία από μια απλή ρομαντική χειρονομία. Τι είναι τελικά πίστη μέσα σε έναν γάμο; Το σώμα; Η αλήθεια; Η εμπιστοσύνη; Ή το να παραμένεις δίπλα στον άλλο όταν πλέον γνωρίζεις ακριβώς ποιος είναι; Εδώ η ταινία γίνεται πολύ πιο ενδιαφέρουσα από όταν προσπαθεί να λειτουργήσει ως αστυνομικό θρίλερ.
Υπάρχουν και άλλες όμορφες στιγμές. Η σκηνή όπου η γυναίκα πλησιάζει το κρυφό δωμάτιο και ο Γιαν εμφανίζεται ξαφνικά. Η ένταση της σύγκρουσης και, κυρίως, η απόφασή του τελικά να ανοίξει ο ίδιος την πόρτα και να της δείξει τι υπάρχει πίσω της. Κυριολεκτικά ανοίγει το δωμάτιο όπου κρύβει την άλλη του ζωή. Η επίσκεψή της στη φυλακή προς το τέλος λειτουργεί επίσης ως μία από τις λίγες πραγματικές συναισθηματικές κορυφώσεις. Δεν με συγκλόνισε. Δεν θα πω ότι με διέλυσε επειδή έτσι γράφουμε στις κριτικές όταν θέλουμε να φαίνεται ότι περάσαμε δύσκολα. Αλλά έχει ένταση και δίνει επιτέλους στη σχέση τους χώρο να αναπνεύσει έξω από τον μηχανισμό της πλοκής.
Και το φινάλε έχει εξαιρετική ειρωνεία. Χρόνια αργότερα, τα πλαστά χαρτονομίσματα του Μπογιάρσκι έχουν γίνει συλλεκτικά αντικείμενα. Αυτό που κάποτε έπρεπε να εξαφανιστεί από την κυκλοφορία επειδή ήταν “ψεύτικο”, τώρα αποκτά μεγαλύτερη αξία ακριβώς επειδή είναι δικό του πλαστό. Κάποτε το κράτος έλεγε “αυτό δεν αξίζει”. Τώρα οι συλλέκτες λένε “πόσο κάνει;”. Κάπου εκεί ο Μπογιάρσκι πρέπει να γελάει ακόμη.

Και αμέσως μετά, το πραγματικό αρχειακό υλικό έρχεται να κάνει κάτι πολύ έξυπνο. Ύστερα από περισσότερο από δύο ώρες μυθοπλασίας, βλέπουμε τον πραγματικό άνθρωπο πίσω από τον κινηματογραφικό χαρακτήρα, να αναπαριστά για τις αρχές τη μέθοδό του. Ξαφνικά το “πλαστό” πρόσωπο του σινεμά παραδίδει τη θέση του στο αυθεντικό. Και ίσως εκεί βρίσκεται τελικά και η ωραιότερη ειρωνεία αυτής της ιστορίας. Ένας άνθρωπος πέρασε ένα μεγάλο μέρος της ζωής του προσπαθώντας να κάνει το ψεύτικο να μοιάζει αληθινό. Και δεκαετίες αργότερα ένας σκηνοθέτης κάνει ακριβώς το αντίστροφο. Παίρνει την αληθινή ζωή του και την κάνει μυθοπλασία.
Μόνο που θα ήθελα ο Σαλομέ να είχε παραχαράξει λίγο περισσότερο την πραγματικότητα. Όχι τα γεγονότα. Τον κινηματογράφο. Να είχε τολμήσει περισσότερο στη δομή, στο μοντάζ, στην ένταση, στη σχέση των δύο αντιπάλων, στις χρονικές μεταβάσεις. Να είχε πάρει αυτό το εξαιρετικό πραγματικό υλικό και, αντί να το αποδώσει κυρίως σωστά, να το είχε μετατρέψει σε κάτι πραγματικά απρόβλεπτο.
Γιατί “Ο Παραχαράκτης” είναι μια καλή ταινία. Προσεγμένη. Καλοπαιγμένη. Εξαιρετικά αναπαραστημένη. Ανθρώπινη. Με έναν σπουδαίο Ρεντά Κατέμπ και αρκετές σκέψεις που μένουν μετά την προβολή. Αλλά είναι και μια ταινία που μοιάζει να φοβάται ακριβώς εκείνο που ο ήρωάς της δεν φοβήθηκε ποτέ. Το ρίσκο.

Τελικά, η ιδέα μου είναι ή μήπως ο μεγαλύτερος “παραχαράκτης” της ταινίας είναι τελικά η ίδια η ταινία; Παίρνει έναν άνθρωπο που έγινε θρύλος επειδή τόλμησε να φτιάξει ένα αντίγραφο καλύτερο σχεδόν από το πρωτότυπο και τον τοποθετεί μέσα σε ένα απολύτως γνήσιο, καλοφτιαγμένο, ασφαλές ευρωπαϊκό βιογραφικό δράμα. Ο Μπογιάρσκι ρίσκαρε είκοσι χρόνια φυλακή για να δημιουργήσει το τέλειο πλαστό. Ο Σαλομέ δεν ρισκάρει σχεδόν τίποτα για να δημιουργήσει την ταινία του. Και κάπως έτσι, το πλαστό χαρτονόμισμα μένει τελικά περισσότερο στη μνήμη από το απολύτως γνήσιο περιτύλιγμά του.
Μέχρι την επόμενη φορά Σας φιλώ, σας χαιρετώ, σας αγαπώ !

