-|-
Ακρίβεια και ενεργειακή κρίση σε ένα περιβάλλον υψηλών επιτοκίων, τα οποία θα μειώσουν τη ρευστότητα στην αγορά, θα είναι το σκηνικό για την οικονομία τους τελευταίους δυόμισι μήνες του 2026, ενώ σε πολιτικό επίπεδο η χώρα διάγει μια παρατεταμένη προεκλογική περίοδο.
Αν δεν είχαμε την κρίση στον Περσικό Κόλπο, η οποία είχε αποτέλεσμα να μπλοκάρει η μεταφορά πετρελαίου και φυσικού αερίου που αντιστοιχεί στο 20% της παγκόσμιας ημερήσιας κατανάλωσης, η ελληνική οικονομία θα είχε άλλη μία πολύ καλή χρονιά. Με την άνοδο όμως της τιμής του πετρελαίου πάνω από 105 δολάρια το βαρέλι και του φυσικού αερίου στα 86 ευρώ ανά θερμική μεγαβατώρα, η κυβέρνηση θα έχει τρεις συν μία προκλήσεις, για να ολοκληρώσει με επιτυχία τη χρονιά και να μπει στο 2027.
Η πρώτη πρόκληση του οικονομικού επιτελείου είναι διπλή: Οι ανατιμήσεις στις τιμές της ενέργειας να μην περάσουν σε τρόφιμα και υπηρεσίες, αφού κάτι τέτοιο θα επαναφέρει την οικονομία στις συνθήκες ασφυξίας που βρέθηκε το 2022, μετά την εισβολή της Ρωσίας στην Ουκρανία. Ο πληθωρισμός αυξήθηκε ήδη στο 5% τον Σεπτέμβριο, από 3,8% που ήταν τον Αύγουστο, κυρίως λόγω των υψηλών τιμών των καυσίμων. Ο προβληματισμός που υπάρχει είναι να μην περάσουν οι αυξήσεις στα τρόφιμα (αυξήθηκαν 0,6% τον Σεπτέμβριο) από το τέλος του μήνα, όταν ολοκληρώνεται η πρωτοβουλία για τη μείωση των τιμών στα σούπερ-μάρκετ από 5% μέχρι και 20%, η οποία ξεκίνησε στις 31 Αυγούστου.
Το δεύτερο σκέλος της πρόκλησης είναι οι υψηλές τιμές των καυσίμων να μην επηρεάσουν στην παραγωγή προϊόντων και υπηρεσιών που παράγονται από ελληνικές επιχειρήσεις, αυξάνοντας περαιτέρω τις τιμές εντός της Ελλάδας και μειώνοντας τις εξαγωγές. Συνεπώς, εκτός από την επιδότηση του πετρελαίου κίνησης, θα πρέπει να ληφθούν μέτρα και για τη μείωση του κόστους καυσίμων στη βιομηχανία αλλά και τις μικρομεσαίες επιχειρήσεις όσο διαρκεί η κρίση.
Στην κατεύθυνση αυτή, η κυβέρνηση αναζητεί περισσότερο δημοσιονομικό χώρο από την Ε.Ε. Προκειμένου να έχει το περιθώριο να στηρίξει νοικοκυριά και επιχειρήσεις, έχει ζητήσει να έχει περαιτέρω ευελιξία, ώστε να δημιουργήσει έναν κουμπαρά 600 εκατ. ευρώ, για να μπορέσει να στηρίξει την πραγματική οικονομία όσο χρειαστεί.
Οι επενδύσεις
Η δεύτερη πρόκληση είναι η διατήρηση του ρυθμού αύξησης των επενδύσεων, με αρχή τις δημόσιες. Μέχρι το τέλος Σεπτεμβρίου έχουν γίνει δαπάνες για το πρόγραμμα δημοσίων επενδύσεων ύψους 10,4 δισ. ευρώ, έναντι συνολικού προϋπολογισμού 16,7 δισ. ευρώ. Συνεπώς, μένουν να απορροφηθούν 6,3 δισ. ευρώ, από τα οποία 4,52 δισ. ευρώ για έργα που συγχρηματοδοτούνται από το ΕΣΠΑ και 1,8 δισ. ευρώ για έργα που υλοποιήθηκαν μέσα από το Ταμείο Ανάκαμψης και Ανθεκτικότητας. Οι ιδιωτικές επενδύσεις θα έχουν ως κύριο εμπόδιο την άνοδο των επιτοκίων δανεισμού, που θα δυσκολέψει τη χρηματοδότηση των επενδύσεων. Η αύξηση των παρεμβατικών επιτοκίων της ΕΚΤ σπρώχνει προς τα πάνω και τα επιτόκια Euribor και αυτά με τη σειρά τους τα επιτόκια χορηγήσεων.
Οι απώλειες αναμένονται στην αγορά κατοικίας κυρίως από τους Έλληνες και λιγότερο από αλλοδαπούς ενδιαφερόμενους. Το χειρότερο είναι ότι η τάση του πληθωρισμού για την Ευρωζώνη είναι ανοδική. Άρα οι αυξήσεις των επιτοκίων δεν θα μείνουν στο 2,5% όπου έχουν φτάσει, έπειτα από δύο αυξήσεις της τάξης του 0,25% τον περασμένο Ιούνιο και τον Σεπτέμβριο. Αν όχι άμεσα, έως τον Δεκέμβριο η ΕΚΤ αναμένεται να αυξήσει και πάλι από μία έως δύο φορές τα επιτόκια του ευρώ.
Ο εκλογικός κύκλος
Μία ακόμη πρόκληση που θα πρέπει να αντιμετωπίσει η κυβέρνηση είναι ο λεγόμενος “εκλογικός κύκλος”. Σε επίπεδο δημοσιονομικής χαλάρωσης τα πράματα είναι ξεκάθαρα. Ο πρωθυπουργός, Κυριάκος Μητσοτάκης, αλλά και ο υπουργός Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών και πρόεδρος του Eurogroup, Κυριάκος Πιερρακάκης, επαναλαμβάνουν σε κάθε ευκαιρία ότι δεν πρόκειται σε καμία περίπτωση να θέσουν σε κίνδυνο τη θέση της χώρας και όσα έχουν κατακτηθεί με κόπους του ελληνικού λαού.
Ωστόσο, εκτός από την παράδοση των προεκλογικών παροχών, υπάρχει και η παράδοση της “προεκλογικής ραστώνης”. Δηλαδή, η κατάσταση κατά την οποία, παρά τη δημιουργία του επιτελικού κράτους, η δημόσια διοίκηση αναστέλλει σιωπηρά τη δραστηριότητά της, αναμένοντας τη διαδοχή εξουσίας πριν κάνει επανεκκίνηση. Με τον τρόπο αυτό, ενώ όλα δείχνουν να λειτουργούν κανονικά, μένουν πίσω νομοθετικό έργο και μεταρρυθμίσεις, απαραίτητες για τη σταθερή θετική αύξηση της ανάπτυξης.
Ο έλεγχος των παραμέτρων του χρέους
Ως γνωστόν, στρατηγικός στόχος της σημερινής κυβέρνησης είναι η ταχεία μείωση του δημοσίου χρέους σε επίπεδα κάτω από το 110% του ΑΕΠ μέχρι το τέλος του 2031. Έπειτα από πολλά χρόνια προσπάθειας, το χρέος δεν είναι μόνο σταθερά αποκλιμακούμενο, αλλά και οριστικά βιώσιμο σύμφωνα με τις εκθέσεις του ΔΝΤ και των οίκων αξιολόγησης. Ωστόσο, όσο διαρκεί η μεγάλη αναστάτωση για τα ευρωπαϊκά ομόλογα, τα οποία έχουν αυξήσει τα επιτόκια δανεισμού και για την Ελλάδα (το δεκαετές διαπραγματεύεται πλέον με απόδοση 4,5%), θα πρέπει το οικονομικό επιτελείο να είναι σε εγρήγορση. Όσο η Γαλλία και δευτερευόντως η Ιταλία βρίσκονται κοντά στην κόκκιννη γραμμή του 5%, στα δικά τους επιτόκια δανεισμού για το δικό τους χρέους, θα πρέπει να παρακολουθούνται στενά και οι αποδόσεις και οι τιμές των ομολόγων.
Οι εμπορικές τράπεζες έχουν σήμερα στο χαρτοφυλάκιό τους περίπου 70 δισ. ευρώ σε νέα ελληνικά ομόλογα. Τα ομόλογα αυτά υπολογίζονται στα εποπτικά κεφάλαια των τραπεζών. Η ΤτΕ διαβεβαιώνει ότι οι ελληνικές τράπεζες σήμερα είναι επαρκώς κεφαλαιοποιημένες. Η συνέχιση όμως των επιθέσεων των αγορών στα ομόλογα της Γαλλίας, της Ιταλίας και της Ελλάδας (λόγω του ύψους του χρέους), μπορεί να μειώσουν την κεφαλαιοποίησή τους στο όριο που θέτει η Τράπεζα της Ελλάδος, η ΕΚΤ και ο SSM ή και χαμηλότερα.
