-
Σε μια συγκυρία όπου η ενέργεια καθορίζει τις γεωπολιτικές ισορροπίες, η Ελλάδα επιχειρεί να κεφαλαιοποιήσει τη γεωγραφική της θέση μέσα από τρεις παράλληλες στρατηγικές: τον Κάθετο Διάδρομο φυσικού αερίου, την επιτάχυνση των ερευνών υδρογονανθράκων και την ανάπτυξη διεθνών ηλεκτρικών διασυνδέσεων που μετατρέπουν τη χώρα σε πύλη πράσινης ενέργειας.
Οι τρεις αυτές κινήσεις, όπως ανέδειξε και ο υπουργός Περιβάλλοντος και Ενέργειας Σταύρος Παπασταύρου στην 1η Ημερίδα Άμυνας & Γεωπολιτικής των Capital.gr και Forbes Greece, συνιστούν μέρος μιας ευρύτερης στρατηγικής αναβάθμισης της χώρας.
1. Ο Κάθετος Διάδρομος και η διατλαντική σύγκλιση
Ο Κάθετος Διάδρομος φυσικού αερίου αποτελεί την πιο άμεση και χειροπιαστή παρέμβαση της Ελλάδας στον ευρωπαϊκό ενεργειακό χάρτη. Μέσω των ελληνικών υποδομών LNG –Ρεβυθούσα και Αλεξανδρούπολη– και των διασυνδέσεων με Βουλγαρία, Ρουμανία και Ουγγαρία, δημιουργείται μια εναλλακτική οδός τροφοδοσίας της Κεντρικής Ευρώπης.
“Για την Ευρώπη και την Αμερική ο Κάθετος Διάδρομος είναι πεδίο στρατηγικής σύγκλισης”, τόνισε ο κ. Παπασταύρου. “Η Ευρώπη κατάλαβε ότι δεν γίνεται να βοηθάς την Ουκρανία και να βοηθάς τον επιτιθέμενο αγοράζοντας ενεργειακούς πόρους από εκείνον”.
Η Ελλάδα, σύμφωνα με τον ίδιο, γίνεται “ένας από τους πυλώνες μέσω των οποίων μπορεί να επιτευχθεί η απεξάρτηση από το ρωσικό φυσικό αέριο”. Πρόκειται, ωστόσο, για “σύνθετο εγχείρημα, με ένα οικονομικό προϊόν που διασχίζει πέντε χώρες και πέντε διαφορετικούς ρυθμιστές”.
Ο υπουργός έθεσε ξεκάθαρα το ζήτημα της ευρωπαϊκής συνέπειας: “Δεν μπορούμε να συμφωνούμε στην Ε.Ε. την απεξάρτηση από το ρωσικό αέριο και μετά να τίθενται ρυθμιστικά εμπόδια στους τρόπους απεξάρτησης”. Στις 24 Φεβρουαρίου, έπειτα από πρόσκληση του Αμερικανού ομολόγου του, Chris Wright, ο κ. Παπασταύρου θα βρεθεί στην Ουάσινγκτον, προκειμένου να συζητηθούν ακριβώς αυτά τα ζητήματα: η εναρμόνιση ρυθμιστικών πλαισίων και η ενίσχυση της εμπορικής ελκυστικότητας του διαδρόμου.
Ο Κάθετος Διάδρομος, που συνδέει την Ελλάδα με τη Βουλγαρία, τη Ρουμανία, την Ουγγαρία και βορειότερα δίκτυα της Κεντρικής Ευρώπης, αποκτά νέο βάρος σε ένα περιβάλλον όπου η Ευρώπη αναζητά σταθερές και διαφοροποιημένες ροές LNG. Η Ελλάδα, με τις υποδομές της Ρεβυθούσας και της Αλεξανδρούπολης, μετατρέπεται σε βασική πύλη εισόδου.
“Όλη αυτή η περιοχή μπορεί να γίνει άξονας ανάπτυξης, ευημερίας και σταθερότητας”, τόνισε ο υπουργός, περιγράφοντας ένα ενεργειακό τόξο που δεν περιορίζεται σε ροές αερίου, αλλά επεκτείνεται σε επενδύσεις, θέσεις εργασίας και γεωπολιτική θωράκιση.
Η γεωπολιτική διάσταση είναι σαφής: η Ελλάδα μετατρέπεται σε πύλη εισόδου για το αμερικανικό LNG και σε κόμβο, που δημιουργεί μια ευρύτερη αγορά για τις χώρες της Νοτιοανατολικής Ευρώπης.
2. Υδρογονάνθρακες: από την έρευνα στη στρατηγική αυτοπεποίθηση
Η δεύτερη μεγάλη κίνηση αφορά τις έρευνες υδρογονανθράκων. Οι υπογραφές με Chevron-HelleniQ Energy για εκμετάλλευση υδρογονανθράκων σε Πελοπόννησο και Κρήτη έπεσαν σήμερα, με τον πρωθυπουργό Κ. Μητσοτάκη να δηλώνει ότι η Ελλάδα γίνεται κόμβος εναλλακτικής ενέργειας.
“Ήρθε η ώρα για τη χώρα μας με αυτοπεποίθηση να διερευνήσει το κατά πόσο τα κοιτάσματά μας είναι εμπορικά εκμεταλλεύσιμα”, ανέφερε ο υπουργός, επιβεβαιώνοντας ότι το 2027 προγραμματίζεται ερευνητική γεώτρηση στο Ιόνιο από την Exxon Mobil σε κοινοπραξία με ελληνικούς εταίρους.
Το μήνυμα που εκπέμπεται προς τις αγορές είναι διπλό: συνέπεια και ταχύτητα. Ο διευθύνων σύμβουλος της ΕΔΕΥΕΠ, Αριστοφάνης Στεφάτος, αποκάλυψε ότι έχει ήδη εκδηλωθεί ενδιαφέρον για σεισμικές έρευνες εντός του 2026 από μία εκ των δύο μεγαλύτερων εταιρειών παγκοσμίως στον συγκεκριμένο τομέα.
“Το παράθυρο ευκαιρίας δεν θα κρατήσει για πάντα”, προειδοποίησε, σημειώνοντας ότι η Ελλάδα βρίσκεται πλέον “πολύ πιο μπροστά” από άλλες χώρες της περιοχής, με σχεδόν ολοκληρωμένες συμφωνίες.
Η μετατροπή της χώρας από καθαρό καταναλωτή σε δυνητικό παραγωγό υδρογονανθράκων δημιουργεί εξαγωγικές προοπτικές και αλλάζει τη διαπραγματευτική της ισχύ. Δεν πρόκειται μόνο για έσοδα, αλλά για μεταβολή της στρατηγικής ταυτότητας.
Η οικονομική σημασία είναι προφανής: πιθανή παραγωγή φυσικού αερίου θα ενίσχυε τα δημόσια έσοδα, θα μείωνε το εμπορικό έλλειμμα και θα δημιουργούσε ένα νέο οικοσύστημα επενδύσεων και υπηρεσιών.
Η γεωπολιτική διάσταση, όμως, είναι εξίσου κρίσιμη. Η παρουσία μεγάλων διεθνών εταιρειών σε ελληνικά θαλάσσια οικόπεδα αυξάνει το διεθνές ενδιαφέρον για τη σταθερότητα της περιοχής.
3. Ηλεκτρικές διασυνδέσεις: ο διάδρομος της πράσινης ενέργειας
Η τρίτη στρατηγική κίνηση αφορά τις ηλεκτρικές διασυνδέσεις. Σε μια Ευρώπη που επιδιώκει την πράσινη μετάβαση χωρίς να θυσιάσει την ασφάλεια εφοδιασμού, η Ελλάδα μπορεί να αποτελέσει πύλη εισόδου καθαρής ενέργειας.
Το έργο GREGY προβλέπει τη μεταφορά ανανεώσιμης ενέργειας από την Αίγυπτο στην Ελλάδα και κατ’ επέκταση στην ευρωπαϊκή αγορά. Παράλληλα, το Great Sea Interconnector (GSI) συνδέει Ελλάδα, Κύπρο και Ισραήλ, ενισχύοντας την ενεργειακή ασφάλεια της Ανατολικής Μεσογείου.
“Δημιουργείται ένας διάδρομος εμπορίου που θα θέλαμε να ξεκινά από την Ινδία, να διασχίζει τη Σαουδική Αραβία, να βγαίνει στη Μεσόγειο και να φτάνει στην Ευρώπη”, ανέφερε ο κ. Παπασταύρου, εντάσσοντας τα ενεργειακά έργα σε ένα ευρύτερο γεωοικονομικό όραμα.
Η ενίσχυση των - –που το 2025 ξεπέρασαν το 50% της ηλεκτροπαραγωγής, με τον λιγνίτη να περιορίζεται στο 9%– επιτρέπει στη χώρα να στηρίζει αυτή τη στρατηγική σε μια ήδη μεταβαλλόμενη ενεργειακή βάση.
Χρονική συγκυρία
Σε αυτό το πλαίσιο, ιδιαίτερη σημασία αποκτά και η χρονική συγκυρία. Η Ευρώπη εισέρχεται σε μια περίοδο αναθεώρησης της ενεργειακής της στρατηγικής, με ορίζοντα το 2027 για την οριστική απεξάρτηση από το ρωσικό φυσικό αέριο, ενώ ταυτόχρονα επιχειρεί να ισορροπήσει μεταξύ κλιματικών στόχων και βιομηχανικής ανταγωνιστικότητας. Η Ελλάδα, έχοντας ήδη αναπτύξει κρίσιμες υποδομές LNG και διασυνδέσεων, μπορεί να λειτουργήσει ως γέφυρα ανάμεσα στις αγορές της Ανατολικής Μεσογείου, της Μέσης Ανατολής και της Κεντρικής Ευρώπης.

