Κάθε φορά που ο Αριστοτέλης επέστρεφε στη φύση, δεν αναζητούσε τόσο την επικύρωση όλων όσα ήδη γνώριζε αλλά εκείνα που ακόμη αγνοούσε. Δεν είναι τυχαίο ότι στα «Μετά τα Φυσικά» θα γράψει πως οι άνθρωποι άρχισαν να φιλοσοφούν επειδή πρώτα θαύμασαν τον κόσμο γνωρίζοντας πως ο θαυμασμός προηγείται της γνώσης.
Είναι η στιγμή, κατά την οποία το βλέμμα επιβραδύνει, το αυτονόητο παύει να είναι αυτονόητο και ένα απλό φύλλο ελιάς γίνεται η αφορμή για έναν άλλο τρόπο κατανόησης του κόσμου.
Ίσως γι’ αυτό, ο Κήπος της Σοφίας που δημιουργήθηκε στο Ikos Oceania, στη Χαλκιδική, δεν μοιάζει τόσο με έναν βοτανικό κήπο όσο με μια ανοιχτή πρόσκληση να περπατήσει κανείς νοερά για λίγο δίπλα στον φιλόσοφο που άλλαξε τον τρόπο σκέψης της Δύσης.
Καθώς, επομένως, επισκεφτήκαμε τον κήπο, ακούσαμε τις ιστορίες που συνδέονται με τα σπάνια φυτά που κατέγραψε ο Αριστοτέλης και ανακαλύψαμε ποικιλίες που ούτε καν γνωρίζαμε ότι υπήρχαν, διαπιστώσαμε ότι η ολιστική εμπειρία ήταν άμεσα συνδεδεμένη με τον τρόπο που ερμήνευαν τη φιλοσοφία στην Αρχαιότητα.
Τι είναι ο Κήπος της Σοφίας
Άλλωστε, ο Αριστοτέλης δεν υπήρξε μόνο ένας από τους μεγαλύτερους φιλοσόφους της ανθρώπινης ιστορίας αλλά ένας ακάματος παρατηρητής όλων όσων μας περιβάλλουν. Μια από τις κεντρικές θεωρίες του ήταν ότι η γνώση δεν αρχίζει από τις μεγάλες θεωρίες αλλά από τη στιγμή που κάποιος σταματά μπροστά σε ένα δέντρο και αποφασίζει να το κοιτάξει πραγματικά, που σκύβει πάνω από ένα φυτό όχι για να θαυμάσει την ομορφιά του αλλά για να αναρωτηθεί γιατί ανθίζει αυτή την εποχή και όχι την άλλη, γιατί μοιάζει και συγχρόνως διαφέρει από όλα τα υπόλοιπα.
«Ἡ φύσις οὐδὲν ποιεῖ μάτην», έγραφε χαρακτηριστικά στα έργα του-η φύση δεν κάνει τίποτε μάταια- συμπυκνώνοντας σε λίγες λέξεις μια ολόκληρη κοσμοθεωρία, σύμφωνα με την οποία ακόμη και το πιο ταπεινό φύλλο κρύβει έναν λόγο ύπαρξης και μια ιστορία που αξίζει να ειπωθεί.
Δεν είναι δύσκολο να φανταστεί κανείς ότι αυτό το βλέμμα γεννήθηκε πολύ πριν από την Ακαδημία του Πλάτωνα ή το Λύκειο της Αθήνας, στα Στάγειρα της Χαλκιδικής, εκεί όπου ο Αριστοτέλης πέρασε τα πρώτα χρόνια της ζωής του, ανάμεσα σε δάση, ακτές και αρωματικά φυτά, σ’ ένα τοπίο όπου η θάλασσα συναντά το βουνό και όπου ο ορίζοντας καταλήγει, σχεδόν αναπόφευκτα, στον επιβλητικό όγκο του Ολύμπου.
Η ίδια αυτή γεωγραφία, που διαμόρφωσε έναν από τους σημαντικότερους στοχαστές όλων των εποχών, λειτουργεί σήμερα ως το φυσικό σκηνικό του Κήπου της Σοφίας, εδώ στο Ikos Oceania στη Χαλκιδική μετατρέποντας την επίσκεψη όχι σε ένα ακόμη κεφάλαιο πολιτιστικού τουρισμού αλλά σε μια εμπειρία που μοιάζει να επιστρέφει τον επισκέπτη στην πιο ουσιαστική πράξη της φιλοσοφίας: την παρατήρηση.
Και ίσως αυτό να είναι το πιο ενδιαφέρον στοιχείο του εγχειρήματος: ο Κήπος της Σοφίας δεν επιχειρεί να αναπαραστήσει την αρχαιότητα σαν ένα σκηνικό παγωμένο στον χρόνο ούτε να μετατρέψει τον Αριστοτέλη σε ένα ακόμη μνημειακό σύμβολο. Το εγχείρημα είναι ακόμα πιο σύνθετο καθώς προσπαθεί να αναβιώσει τον τρόπο με τον οποίο ο Σταγειρίτης αντιλαμβανόταν τον κόσμο.
Δεν καλεί τον επισκέπτη να μάθει απλώς ποια φυτά καλλιεργούνται στον κήπο αλλά να αναρωτηθεί γιατί αυτά τα φυτά συνδέθηκαν με συγκεκριμένες ιδέες, θεούς, αρετές και μύθους, αποκαλύπτοντας ότι για τους αρχαίους Έλληνες η φύση δεν υπήρξε ποτέ ένα ουδέτερο τοπίο αλλά μια γλώσσα γεμάτη σύμβολα-ήταν σχεδόν πάντοτε θεοποιημένη.
Αν λοιπόν στον «Κήπο της Ζωής», που δημιούργησε ο όμιλος Ikos στην Κω προς τιμήν του Ιπποκράτη, η αφήγηση περιστρεφόταν γύρω από τη θεραπεία, τα βότανα και την ιατρική γνώση, εδώ, το κέντρο βάρους μετατοπίζεται προς την ίδια τη διαδικασία της σκέψης. Όπως εύστοχα έχει επισημάνει η ESG Senior Director του ομίλου Sani/Ikos, Ελένη Ανδρεάδη, οι θεματικοί αυτοί κήποι φιλοδοξούν να «συνδέσουν τη σοφία του παρελθόντος με την εμπειρία του σήμερα», δημιουργώντας χώρους που δεν περιορίζονται στην αισθητική απόλαυση αλλά εμπνέουν, εκπαιδεύουν και ενεργοποιούν τον επισκέπτη.
Η φιλοσοφία αυτή φαίνεται διατρέχει και τον Κήπο της Σοφίας καθώς δεν αντιμετωπίζει την πολιτιστική κληρονομιά ως ένα πολύτιμο αντικείμενο προς θέαση, αλλά ως μια ζωντανή εμπειρία που συνεχίζει να συνομιλεί με τον σύγχρονο άνθρωπο. Για να προσθέσει πως «Με την κλιματική αλλαγή, την εξαφάνιση της βιοποικιλότητας και την πλαστική ρύπαση να απειλούν την τουριστική ανάπτυξη της Μεσογείου -και όχι μόνο- η αειφορία είναι μονόδρομος.
Στρατηγική αειφορίας σημαίνει ολιστική προσέγγιση, και στο κρίσιμο κομμάτι της κλιματικής αλλαγής, συνεισφορά στον μετριασμό της κλιματικής αλλαγής και παράλληλα εφαρμογή μέτρων προσαρμογής και άρα αυξημένη ετοιμότητα απέναντι στις επιπτώσεις της. Αυτό το συνολικό πλέγμα δράσεων, θα μας βοηθήσει να θωρακίσουμε το μέλλον της Ελλάδας ως τουριστικό προϊόν, ενώ θα μας δώσει τη δυνατότητα να εξελίξουμε και να αναδείξουμε τη χώρα μας σε κορυφαίο βιώσιμο προορισμό παγκοσμίως».
Υπάρχει, ωστόσο, μια ακόμη διάσταση του Κήπου της Σοφίας που αποκαλύπτεται μόνο όταν ο επισκέπτης σηκώσει για λίγο το βλέμμα του από τα φυτά και αφήσει τον ορίζοντα να ολοκληρώσει την αφήγηση.
Απέναντι, σχεδόν σαν σκηνικό που δεν χρειάζεται καμία σκηνοθετική παρέμβαση, υψώνεται ο Όλυμπος, το βουνό των θεών, ενώ πίσω από τον σημερινό, ήρεμο ορίζοντα της Χαλκιδικής διακρίνεται ακόμη, έστω νοερά, η γη όπου γεννήθηκε ο Αριστοτέλης, η χώρα του Φιλίππου Β΄ και του Αλεξάνδρου, ένας τόπος στον οποίο η ιστορία, η μυθολογία και η φιλοσοφία δεν αποτελούν διαδοχικά κεφάλαια αλλά ένα αφηγηματικό παλίμψηστο.
Άμεσα συνυφασμένη με αυτή τη λογική είναι και η παρουσία του Αλέξανδρου, τόσο ζωντανή και άμεση στη ψηφιακή εμπειρία, που συνδέεται με την επίσκεψη στον κήπο καθώς δεν λειτουργεί ως ένα ακόμη ιστορικό εύρημα ούτε ως μια προσπάθεια να αξιοποιηθεί η δημοφιλία του μεγάλου στρατηλάτη. Ο νεαρός μαθητής που συνομιλεί με τον δάσκαλό του κάτω από τις σκιές των δέντρων υπενθυμίζει ότι μία από τις σημαντικότερες σχέσεις της αρχαιότητας δεν οικοδομήθηκε στις επιβλητικές αίθουσες ενός ανακτόρου αλλά μέσα από τη συζήτηση, την περιέργεια και τον περίπατο.
Πριν ακόμη ο Αλέξανδρος διασχίσει τα βάθη της Ανατολής, είχε ήδη διδαχθεί να παρατηρεί, να ερωτά και να αμφισβητεί- και αυτή η παιδαγωγική διάσταση της αριστοτελικής σκέψης είναι ίσως εκείνη που αναβιώνει πιο πειστικά στον Κήπο της Σοφίας.
Ενδελεχής επιστημονική έρευνα και διάσημες παρουσίες
Δεν είναι τυχαίο, άλλωστε, ότι οι δημιουργοί του έργου δεν περιορίστηκαν στη δημιουργία ενός όμορφου τοπίου. Για να αποκτήσει το εγχείρημα το ιστορικό και επιστημονικό του βάθος, χρειάστηκε να συνεργαστούν άνθρωποι από εντελώς διαφορετικά πεδία.
Η πολιτιστική και μυθολογική τεκμηρίωση πραγματοποιήθηκε με τη συμβολή του Σωματείου ΔΙΑΖΩΜΑ και του ομότιμου καθηγητή Κλασικής Αρχαιολογίας του ΕΚΠΑ Βασίλη Λαμπρινουδάκη, ενός από τους σημαντικότερους μελετητές της αρχαίας ελληνικής σκέψης και του τοπίου, ενώ η εθνοβοτανική επιμέλεια ανατέθηκε στη Δρ Ειρήνη Βαλλιανάτου, η οποία προσέγγισε τα φυτά όχι μόνο ως βιολογικά είδη αλλά και ως φορείς μνήμης, πολιτισμού και τοπικής παράδοσης.
Εξίσου ενδιαφέρουσα είναι και η σύγχρονη πλευρά του εγχειρήματος. Η ιδέα και το σενάριο της ψηφιακής εμπειρίας ανήκουν στην Αρχαιολόγο και συγγραφέα Κατερίνα Σέρβη, ενώ η υλοποίηση πραγματοποιήθηκε από την ομαδα Narralive του Ε.Κ. Αθηνά και του τμήματος Πληροφορικής του ΕΚΠΑ, με επιστημονικό υπεύθυνο τον καθηγητή Γιάννη Ιωαννίδη, δημιουργώντας μια από τις πιο ολοκληρωμένες εφαρμογές ψηφιακής αφήγησης που έχουν σχεδιαστεί για έναν θεματικό κήπο στην Ελλάδα.
Και ο Αρχιτέκτων-Καθηγητής ΕΑΠ, Δρ Στέλιος Ζερεφός είναι Σύμβουλος Σχεδιασμού του Κήπου. Αξίζει να σημειωθεί ότι δεν πρόκειται για μια εφαρμογή που ανταγωνίζεται τον πραγματικό χώρο αλλά αντιθέτως, λειτουργεί σαν μια αόρατη γέφυρα ανάμεσα στην αρχαιολογία, τη φιλοσοφία, τη βοτανική και τη σύγχρονη εμπειρία του επισκέπτη.
Και όταν οι φωνές του Χρήστου Λούλη, που δανείζει τη φωνή του στον Αριστοτέλη, και του Γιάννη Νιάρρου, που ερμηνεύει τον νεαρό Αλέξανδρο, αρχίζουν να συνοδεύουν τον περίπατο, ο επισκέπτης αντιλαμβάνεται ότι η τεχνολογία, αντί να απομακρύνει τον άνθρωπο από τη φύση, μπορεί, όταν χρησιμοποιείται με μέτρο και φαντασία, να τον κάνει να επιστρέψει σε αυτήν με ακόμα μεγαλύτερη αμεσότητα.
Γι αυτό και δεν νιώθει ότι ακούει μια ηχογραφημένη ξενάγηση αλλά ότι παρακολουθεί μια συζήτηση. Και ίσως αυτό να είναι το πιο αριστοτελικό στοιχείο ολόκληρου του εγχειρήματος καθώς η γνώση δεν μεταδίδεται ως έτοιμη απάντηση αλλά γεννιέται μέσα από τον διάλογο-όπως ακριβώς, δηλαδή, θα ήθελε ο Αριστοτέλης.
Είναι χαρακτηριστικό ότι ακόμη και η επιλογή των φυτών υπακούει στην ίδια λογική της αφήγησης: εν προκειμένω, η δάφνη δεν βρίσκεται εδώ μόνο επειδή αποτελεί χαρακτηριστικό μεσογειακό είδος, αλλά επειδή συνδέει τον επισκέπτη με τον Απόλλωνα και την αναζήτηση της γνώσης· η βελανιδιά θυμίζει τα ιερά του Δία αλλά και τη βαθιά σχέση της μακεδονικής βασιλικής δυναστείας με το δέντρο που συμβόλιζε τη δύναμη και τη διάρκεια ενώ η ελιά υπενθυμίζει ότι η σοφία, στην ελληνική παράδοση, δεν υπήρξε ποτέ αποκομμένη από την ειρήνη και τη μετρημένη ζωή. Όσο για τη ροδιά καθώς ανοίγει τον καρπό της σε δεκάδες μικρούς, κατακόκκινους σπόρους, μοιάζει να συμπυκνώνει μέσα σε μία μόνο εικόνα την ιδέα της αφθονίας, της συνέχειας και της αδιάκοπης αναγέννησης.
Εδώ ακριβώς συμπυκνώνεται η μεγαλύτερη επιτυχία του Κήπου της Σοφίας καθώς δεν προσπαθεί να επιστρέψει νοσταλγικά στην Αρχαιότητα ούτε να μετατρέψει τον Αριστοτέλη σε έναν στατικό στοχαστή που πρέπει να εξετάσουμε. Αντιθέτως, υποστηρίζει διακριτικά ότι οι μεγάλες ιδέες παραμένουν ζωντανές μόνο όταν εξακολουθούν να συνομιλούν με τη ζωή.
Και η σκέψη του Αριστοτέλη, που ξεκίνησε πριν από είκοσι τρεις αιώνες από αυτόν ακριβώς τον τόπο, μοιάζει να επιστρέφει στον φυσικό της χώρο, που ξεφεύγει από τη προθήκη ενός μουσείου και μεταφέρεται σε έναν κήπο όπου το φως, ο άνεμος, τα βότανα και οι ιστορίες εξακολουθούν να συνθέτουν αυτό που ο ίδιος θα αναγνώριζε ως την πρώτη ύλη κάθε πραγματικής γνώσης.
Η επικαιρότητα του κήπου της Σοφίας
Επιπλέον, υπάρχει μια παράδοξη αδικία στον τρόπο που ανακαλεί κανείς τον Αριστοτέλη με το όνομά του να είναι άμεσα συνυφασμένο με τη λογική, την ηθική ή την πολιτική φιλοσοφία, λησμονώντας ενίοτε ότι υπήρξε, ταυτόχρονα, ένας από τους σημαντικότερους φυσιοδίφες της αρχαιότητας, ένας άνθρωπος που αφιέρωσε δεκαετίες όχι μόνο στη σκέψη αλλά και στην επίμονη παρατήρηση του ζωντανού κόσμου.
Πολύ πριν από την εμφάνιση της σύγχρονης επιστήμης, ο Σταγειρίτης είχε ήδη περιγράψει εκατοντάδες είδη ζώων, είχε συγκρίνει μορφολογικά χαρακτηριστικά, είχε επιχειρήσει να κατανοήσει τους κύκλους της ζωής και είχε διατυπώσει μια σχεδόν επαναστατική για την εποχή του ιδέα: ότι η φύση δεν αποκαλύπτεται μέσα από εικασίες αλλά μέσα από την εμπειρία, την παρατήρηση και τη συστηματική καταγραφή.
Η σκέψη αυτή θα αποκτούσε ακόμη μεγαλύτερη διάρκεια χάρη στον αγαπημένο μαθητή και διάδοχό του, τον Θεόφραστο. Αν ο Αριστοτέλης έθεσε τις βάσεις μιας νέας σχέσης του ανθρώπου με τη φύση, ο Θεόφραστος ήταν εκείνος που έσκυψε ακόμη πιο κοντά στα φυτά, παρατηρώντας τις ρίζες, τους κορμούς, τα φύλλα, τις εποχές της ανθοφορίας, τους τρόπους με τους οποίους κάθε είδος προσαρμόζεται στο περιβάλλον του. Δεν είναι τυχαίο ότι οι ιστορικοί της επιστήμης τον αποκαλούν ακόμη και σήμερα «πατέρα της Βοτανικής». Κι όμως, πίσω από τις πρώτες αυτές συστηματικές περιγραφές δεν κρυβόταν η επιθυμία της κυριαρχίας πάνω στη φύση, αλλά η βαθιά πεποίθηση ότι ο άνθρωπος μπορεί να γίνει σοφότερος μόνο όταν μάθει πρώτα να την ακούει.
Ίσως αυτή να είναι η μεγαλύτερη επικαιρότητα του Κήπου της Σοφίας.
Σε μια εποχή που η οικολογική κρίση μάς αναγκάζει να επαναπροσδιορίσουμε τη σχέση μας με το φυσικό περιβάλλον, όπου οι καταστροφές είναι πια καθημερινή υπόθεση-βλέπε πρόσφατες πυρκαγιές-ο κήπος δεν προτείνει μια εύκολη επιστροφή σε ένα εξιδανικευμένο παρελθόν αλλά υπενθυμίζει κάτι πολύ πιο ουσιαστικό: ότι η φροντίδα για τη φύση αρχίζει πάντοτε από την ενδελεχή παρατήρηση και τη βαθιά γνώση της. Δεν προστατεύει κανείς αυτό που δεν γνωρίζει και τελικά γνωρίζει πραγματικά εκείνο που δεν έχει παρατηρήσει με προσοχή.
Και είναι ακριβώς εκεί, στη σχεδόν ανεπαίσθητη μετατόπιση του βλέμματος, που ο Κήπος της Σοφίας παύει να αφορά αποκλειστικά τον Αριστοτέλη αλλά αφορά τη ζωή και την ταυτότητά μας. Χωρίς διδακτισμό, χωρίς εύκολους παραλληλισμούς, υπενθυμίζει ότι η σχέση με το φυσικό περιβάλλον δεν οικοδομείται μόνο μέσα από μεγάλες αποφάσεις ή θεαματικές πρωτοβουλίες αλλά ακριβώς τη στιγμή που θα σταθεί κανείς μπροστά σε ένα δέντρο και θα αποφασίσει να το δει όχι ως μέρος του τοπίου, αλλά ως έναν ζωντανό οργανισμό με τη δική του ιστορία, τη δική του διάρκεια, τη δική του θέση μέσα στον κόσμο.
Οι διαφορετικές ενότητες του κήπου
Ίσως γι’ αυτό, καθώς ο επισκέπτης περιπλανιέται ανάμεσα στις τέσσερις μεγάλες ενότητες του κήπου-τη Φύση, την Αρετή, την Πολιτική και τη Γνώση– αντιλαμβάνεται ότι δεν πρόκειται για τέσσερις ανεξάρτητες θεματικές, αλλά για τα τέσσερα κεφάλαια της ίδιας κοσμοθεωρίας. Στον κόσμο του Αριστοτέλη, η φύση γεννά τη γνώση, η γνώση διαμορφώνει τον χαρακτήρα και η αρετή γίνεται το θεμέλιο της πόλης.
Καμία από αυτές τις έννοιες δεν μπορεί να υπάρξει μόνη της, όπως ακριβώς και κανένα οικοσύστημα δεν μπορεί να επιβιώσει όταν αποκοπεί από τα υπόλοιπα στοιχεία που το συνθέτουν. Όπως αντιλαμβάνεται κανείς και το διαπιστώνει κάνοντας μια βόλτα στον υπέροχο κήπο, οι πληροφορίες υπάρχουν, οι επιστημονικές αναφορές επίσης, όμως δεν επιβάλλονται ποτέ στον επισκέπτη. Του αφήνουν τον χρόνο να τις ανακαλύψει μόνος του, να σταθεί μπροστά στη μυρτιά χωρίς να γνωρίζει ακόμη ότι συνδέθηκε με την Αφροδίτη, να αγγίξει σχεδόν ασυναίσθητα τον κορμό μιας ελιάς πριν διαβάσει γιατί αποτέλεσε το διαχρονικό σύμβολο της σοφίας, της αντοχής και της ειρήνης, να ακολουθήσει με το βλέμμα τη σκιά ενός κυπαρισσιού που μετακινείται αργά μέσα στη μέρα, σαν να μετρά έναν διαφορετικό χρόνο από εκείνον των ρολογιών. Δεν είναι ίσως τυχαίο ότι η διαδρομή καταλήγει ξανά στην ελιά.
Γιατί αν υπάρχει ένα δέντρο που συμπυκνώνει την ελληνική εμπειρία του χρόνου, είναι αυτό: ζει περισσότερο από τους ανθρώπους που το φυτεύουν, αντέχει την ξηρασία, αναγεννάται ακόμη και όταν ο κορμός του μοιάζει νεκρός και μεταφέρει από γενιά σε γενιά μια σχεδόν αδιάκοπη μνήμη του τόπου.
Θα μπορούσε κανείς να πει ότι η ελιά είναι για το ελληνικό τοπίο ό,τι υπήρξε ο Αριστοτέλης για την ευρωπαϊκή σκέψη: μια παρουσία τόσο βαθιά ριζωμένη, ώστε συχνά ξεχνάμε πόσο καθοριστική υπήρξε για την ιστορία του τόπου συμβολίζοντας την ελευθερία και τη σοφία του. Εξου και ότι ο Κήπος της Σοφίας δεν ζητά από τον επισκέπτη να ακολουθήσει μια προκαθορισμένη διαδρομή. Μπορεί να σταθεί περισσότερο στη Φύση, να επιστρέψει στην Αρετή, να παρακάμψει την Πολιτική ή να ξεκινήσει από τη Γνώση. Όπως και στη σκέψη του ίδιου του Αριστοτέλη, δεν υπάρχει μία μόνο είσοδος αλλά η βούληση της παρατήρησης.
Αυτή η ελευθερία είναι, ίσως, και η μεγαλύτερη επιτυχία του εγχειρήματος.
Γιατί ο κήπος δεν προσπαθεί να αναπαραστήσει την αρχαιότητα ούτε να την εξιδανικεύσει. Την αντιμετωπίζει ως μια ζωντανή συνομιλία που συνεχίζεται. Και σε αυτή τη συνομιλία συμμετέχουν όλοι: ο αρχαιολόγος που φωτίζει τα στρώματα της μνήμης, ο εθνοβοτανολόγος που διαβάζει την ιστορία των φυτών, ο αφηγητής που δίνει φωνή στον Αριστοτέλη και στον Αλέξανδρο, ο ηθοποιός που τους δανείζει τον τόνο της φωνής του, ο επισκέπτης που σταματά μπροστά σε μια ροδιά ή μια δάφνη και, έστω για μια στιγμή, αποφασίζει να μη βιαστεί.
Καθώς ο περίπατος φτάνει στο τέλος του, το βλέμμα επιστρέφει σχεδόν ασυναίσθητα εκεί απ’ όπου ξεκίνησε: στις ελιές που αλλάζουν χρώμα όσο πέφτει το φως, στα κυπαρίσσια που μοιάζουν να συνομιλούν με τον ουρανό, στη μυρωδιά της μυρτιάς και του δενδρολίβανου που επιμένει στον αέρα, στη γαλάζια γραμμή του Ολύμπου που παραμένει σταθερή στον απέναντι ορίζοντα.
Δεν έχει σημασία πόσες πληροφορίες συγκράτησε κανείς ούτε αν θυμάται όλα τα φυτά ή όλες τις ιστορικές αναφορές αλλά το ότι αντιλήφθηκε μια σημαντική κοσμοαντίληψη και έκανε μια παύση-που θα τον συνοδεύει για πάντα. Άλλωστε ο Αριστοτέλης έγραφε ότι «διὰ γὰρ τὸ θαυμάζειν οἱ ἄνθρωποι καὶ νῦν καὶ τὸ πρῶτον ἤρξαντο φιλοσοφεῖν» -οι άνθρωποι άρχισαν να φιλοσοφούν επειδή πρώτα θαύμασαν τον κόσμο.
Δυόμισι χιλιάδες χρόνια αργότερα, σε έναν κήπο της Χαλκιδικής, εκεί όπου γεννήθηκε ο φιλόσοφος που άλλαξε τον τρόπο με τον οποίο η Δύση έμαθε να σκέφτεται, η φράση αυτή μοιάζει να αποκτά ξανά το αρχικό της νόημα ως ζωντανή εμπειρία καλώντας μας να παρατηρούμε, να θαυμάζουμε και να αφουγκραζόμαστε τον κόσμο γύρω μετατρέποντας τη εμπειρία σε γνώση.
Και κάπως έτσι ο κήπος παύει να είναι μόνο ένα σημείο αναφοράς για ολόκληρο το περιβαλλοντολογικό ευαίσθητο οικοσύστημα του Ikos Oceania και μετατρέπεται σε έναν ολοζώντανο τρόπο τρόπος να ξαναβρούμε μια σχέση με τον κόσμο που είχαμε ξεχάσει ότι είμαστε μέρος του και ότι μας υπερβαίνει διαρκώς.

