Κορυφαίοι οικονομικοί αξιωματούχοι από όλο τον κόσμο συγκεντρώνονται από αύριο στην Ουάσινγκτον για να συμμετάσχουν στην εαρινή σύνοδο του ΔΝΤ και της Παγκόσμιας Τράπεζας που θα πραγματοποιηθούν από τις 13 ως τις 18 Απριλίου. Η σύνοδος πραγματοποιείται φέτος υπό τη βαριά σκιά του πολέμου στη Μέση Ανατολή, ο οποίος έχει προκαλέσει ένα μείζον σοκ στην παγκόσμια οικονομία – το τρίτο μέσα σε λίγα χρόνια μετά την πανδημία και την εισβολή της Ρωσίας στην Ουκρανία.
Ανώτατοι αξιωματούχοι του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου και της Παγκόσμιας Τράπεζας ανακοίνωσαν την περασμένη εβδομάδα ότι θα υποβαθμίσουν τις προβλέψεις τους για την παγκόσμια ανάπτυξη και θα αυξήσουν τις εκτιμήσεις τους για τον πληθωρισμό λόγω του πολέμου, ενώ προειδοποίησαν ότι οι αναδυόμενες αγορές και οι αναπτυσσόμενες χώρες θα είναι εκείνες που θα πληγούν περισσότερο από τις αυξήσεις στις τιμές της ενέργειας και τις διαταραχές στην εφοδιαστική αλυσίδα.
Η βασική εκτίμηση της Παγκόσμιας Τράπεζας είναι ότι η ανάπτυξη στις αναδυόμενες αγορές και τις αναπτυσσόμενες οικονομίες θα φτάσει φέτος το 3,65%, έναντι πρόβλεψης για 4% τον περασμένο Οκτώβριο, δεν αποκλείει όμως να περιοριστεί περαιτέρω έως και το 2,6% αν ο πόλεμος διαρκέσει περισσότερο. Ο πληθωρισμός στις χώρες αυτές προβλέπεται πλέον να φτάσει το 4,9% το 2026, έναντι 3% της προηγούμενης εκτίμησης και να εκτοξευθεί έως και 6,7% στο χειρότερο σενάριο.
Το ΔΝΤ προειδοποίησε την περασμένη εβδομάδα ότι περίπου 45 εκατομμύρια επιπλέον άνθρωποι κινδυνεύουν με οξεία επισιτιστική ανασφάλεια αν ο πόλεμος συνεχιστεί και εξακολουθήσει να διαταράσσει τις αποστολές λιπασμάτων από το Ορμούζ.
Το ΔΝΤ και η Παγκόσμια Τράπεζα σπεύδουν να ανταποκριθούν στη νέα κρίση και να στηρίξουν τις ευάλωτες χώρες σε μια περίοδο όπου τα επίπεδα δημόσιου χρέους έχουν φτάσει σε ιστορικά υψηλά και τα δημόσια οικονομικά υφίστανται σοβαρούς περιορισμούς.
Το ΔΝΤ δήλωσε ότι αναμένει πως θα κληθεί να ικανοποιήσει αιτήματα ύψους 20 έως 50 δισεκατομμυρίων δολαρίων για άμεση έκτακτη στήριξη σε χώρες χαμηλού εισοδήματος και χώρες που εισάγουν ενέργεια. Η Παγκόσμια Τράπεζα ανέφερε ότι θα μπορούσε να κινητοποιήσει περίπου 25 δισεκατομμύρια δολάρια μέσω εργαλείων αντιμετώπισης κρίσεων στο άμεσο μέλλον και έως 70 δισεκατομμύρια μέσα σε έξι μήνες αν χρειαστεί.
Ωστόσο, οι οικονομολόγοι προτρέπουν τις κυβερνήσεις να χρησιμοποιούν μόνο στοχευμένα και προσωρινά μέτρα για να μετριάσουν τα προβλήματα που οι αυξημένες τιμές των καυσίμων δημιουργούν στους πολίτες τους, καθώς ευρύτερα μέτρα θα μπορούσαν να ανεβάσουν περαιτέρω τον πληθωρισμό.
“Η ηγεσία έχει σημασία και έχουμε περάσει κρίσεις στο παρελθόν”, δήλωσε ο Πρόεδρος της Παγκόσμιας Τράπεζας, Ajay Banga, στο Reuters. “Αλλά αυτό είναι ένα σοκ για το σύστημα”.
Οι χώρες καλούνται να πετύχουν πλέον μια δύσκολη ισορροπία: να διαχειριστούν τον πληθωρισμό, ενώ παράλληλα θα παρακολουθούν την ανάπτυξη και τη μακροπρόθεσμη πρόκληση της δημιουργίας αρκετών θέσεων εργασίας για τα 1,2 δισεκατομμύρια άτομα που θα φτάσουν σε ηλικία εργασίας στις αναπτυσσόμενες χώρες έως το 2035.
Δεν υπάρχει για τίποτα συναίνεση στον κόσμο
Το ΔΝΤ και η Παγκόσμια Τράπεζα είναι επίσης αντιμέτωποι με ένα πολύ διαφορετικό παγκόσμιο τοπίο, που χαρακτηρίζεται από υψηλές εντάσεις μεταξύ των Ηνωμένων Πολιτειών και της Κίνας — των δύο μεγαλύτερων οικονομιών στον κόσμο — και με την G20 να δυσκολεύεται να συντονίσει μια κοινή απάντηση.
Οι Ηνωμένες Πολιτείες έχουν αυτή τη στιγμή την εκ περιτροπής προεδρία της G20, η οποία περιλαμβάνει επίσης τη Ρωσία και την Κίνα, αλλά έχουν αποκλείσει ένα άλλο μέλος της από αυτήν — τη Νότια Αφρική.
“Προσπαθείς να λειτουργήσεις με συναίνεση κι αυτή τη στιγμή δεν υπάρχει για τίποτα συναίνεση στον κόσμο”, δήλωσε ο Τζοσ Λίπσκι, επικεφαλής διεθνούς οικονομίας στο Atlantic Council.
Ο Λίπσκι είπε ότι οι δηλώσεις του ΔΝΤ και της Παγκόσμιας Τράπεζας σχετικά με την ετοιμότητά τους να στηρίξουν τις χώρες που πλήττονται σκληρά από τον πόλεμο είχαν ως ξεκάθαρο στόχο να καθησυχάσουν τις αγορές.
“Είναι ένα μήνυμα προς τους πιστωτές. Δεν πρέπει να εγκαταλείψουν χώρες που αντιμετωπίζουν δυσκολίες. Θα έχουν στήριξη από τις πολυμερείς τράπεζες ανάπτυξης και τους διεθνείς χρηματοπιστωτικούς θεσμούς. Το σημερινό σοκ δεν είναι σαν την πανδημία, είναι κάτι που μπορούμε να διαχειριστούμε”.
Δύσκολες συνθήκες για πολλές χώρες
Η Μέχρι Σβένστραπ, πρώην ανώτερη αξιωματούχος του Υπουργείου Οικονομικών των ΗΠΑ και πλέον στο Center for Global Development, είπε ότι πολλές αναδυόμενες και αναπτυσσόμενες οικονομίες μπήκαν σε αυτή την κρίση σε χειρότερη κατάσταση από ό,τι πριν λίγα χρόνια, με χαμηλότερα αποθέματα ασφαλείας, πιο ευαλωτο χρέος και χαμηλότερα συναλλαγματικά αποθέματα.
“Χρειαζόμαστε αυτή η κρίση να λειτουργήσει ως καταλύτης για τους μετόχους του ΔΝΤ ώστε να επανεξετάσουν σοβαρά το πώς το Ταμείο στηρίζει τις ευάλωτες χώρες, αναγνωρίζοντας ότι θα βλέπουμε περισσότερα παγκόσμια σοκ”, είπε. “Δεν μπορούμε να τους ζητάμε να θυσιάσουν την ανάπτυξη και την εξέλιξή τους για χάρη της αναδόμησης αποθεμάτων”.
Η Σβένστραπ είπε ότι οι χώρες θα πρέπει να ακολουθήσουν πιο φιλόδοξες μεταρρυθμίσεις εάν λάβουν νέα κεφάλαια.
“Πιθανόν να χρειάζεται περισσότερη χρηματοδοτική στήριξη από τους διεθνείς χρηματοπιστωτικούς θεσμούς, αλλά πρέπει να είναι προσιτή και να εντάσσεται σε προγράμματα μεταρρυθμίσεων και πιθανώς σε ευρύτερη ελάφρυνση χρέους”, δήλωσε.
Ο Μάρτιν Μιούελσεν, πρώην επικεφαλής στρατηγικής του ΔΝΤ και πλέον στο Atlantic Council, συμφώνησε λέγοντας ότι το ΔΝΤ πρέπει να συνεργαστεί με τις χώρες-δωρητές για να επιταχύνει την αναδιάρθρωση χρέους για τους δανειολήπτες και να “τους βγάλει από τον κύκλο του χρέους”. Τα νέα δάνεια πρέπει να συνδέονται με έναν αξιόπιστο οδικό χάρτη μείωσης του χρέους, είπε.
Ο Ερικ Πελόφσκι, αντιπρόεδρος στο Rockefeller Foundation, είπε ότι οι χώρες χαμηλού εισοδήματος και οι χώρες χαμηλότερου μεσαίου εισοδήματος πλήρωσαν το 2025 διπλάσια ποσά για την εξυπηρέτηση του χρέους τους σε σχέση με την περίοδο που προηγήθηκε της πανδημίας, περιορίζοντας τα κονδύλια για εκπαίδευση, υγεία και άλλα κρίσιμα κοινωνικά προγράμματα. Οι μισές από αυτές τις χώρες βρίσκονται πλέον σε ή κοντά σε κατάσταση κρίσης χρέους, από το ένα τέταρτο που ήταν πριν λίγα χρόνια.
“Ο πόλεμος στη Μέση Ανατολή απειλεί οποιαδήποτε ανάκαμψη σημειώθηκε μετά την πανδημία ή τον πόλεμο στην Ουκρανία, και κρατά χώρες που ουσιαστικά παλεύουν να αποφύγουν τη χρεοκοπία, παγιδευμένες σε μια μακροπρόθεσμη παγίδα χρέους-ανάπτυξης-επενδύσεων”, είπε.
Πηγή: Reuters

