spot_imgspot_img

Related Posts

Top 5 This Week

Νίκος Σαραφιανός στα «ΝΕΑ»: «Να συνεξετάσουμε Νόλαν και Αγγελόπουλο»

Εκπαιδευτικός, διδάσκων στο ΕΑΠ αλλά και μεταδιδακτορικός ερευνητής του Πανεπιστημίου Ιωαννίνων (στο Τμήμα Φιλοσοφίας) ο (και) συγγραφέας Νίκος Σαραφιανός είναι προνομιακός συνομιλητής για τη θεωρία και φιλοσοφία του σινεμά, τις εκλεκτικές συγγένειες της μαζικής τέχνης και θέματα που σχετίζονται με το μαζικό θέαμα και τις νέες προσλήψεις του.

Στη χώρα μας έχουμε ανάγκη δημιουργίας ενός παράλληλου εκπαιδευτικού συστήματος που θα στηρίζεται στις αρχές της ελευθερίας των εκπαιδευτικών επιλογών και της καλλιέργειας της δημιουργικότητας. Ως εκ τούτου, τόσο το Ελεύθερο Πανεπιστήμιο Χαλανδρίου, όσο και η αυτοθέσμιση εντός εκπαιδευτικού συστήματος ενός, π.χ., ομίλου δημιουργικής γραφής, αποτελούν μία πρόθεση όχι μονάχα ατομική αλλά κυρίως συλλογική που ανθίζει στις κοινότητες που είτε διψούν για ελευθερία και δημιουργία, είτε έχουν καλλιεργηθεί με τέτοιον τρόπο ώστε αυτά να αναζητούνται από τους πολίτες.

Εδώ, οι δήμοι έρχονται να παίξουν έναν σημαντικό ρόλο, τόσο σημαντικό όσο και οι εκπαιδευτικοί του σχολείου της γειτονιάς που δεν μπορούν να αντιληφθούν τον εαυτό τους με διαφορετικό τρόπο. Το γεγονός ότι είμαι δημότης του συγκεκριμένου δήμου (Χαλανδρίου) με οδήγησε στο να δραστηριοποιούμαι μαζί με άλλα άτομα προς αυτήν την κατεύθυνση και πραγματικά είμαι ευτυχής για αυτό.

Εδώ τίθεται ένα τεράστιο ζήτημα, το οποίο ενδεχομένως θα μπορούσε να απαντηθεί – και όχι πλήρως – σε ένα συνέδριο. Θα ξεκινήσω από τη δική μου ιστορία και μόνο. Διδάσκοντας σχεδόν 15 χρόνια σε Ανώτερες Σχολές Δραματικής Τέχνης, διαπίστωσα ότι ο κινηματογράφος αποτελεί ένα ιδιαίτερα ισχυρό παιδευτικό μέσο. Παράλληλα, στη δευτεροβάθμια εκπαίδευση παρατηρώ ότι οι μαθητές διαθέτουν πλέον υψηλό κινηματογραφικό εγγραμματισμό: προσεγγίζουν απαιτητικές ταινίες, ενδιαφέρονται να γράψουν σενάρια και συχνά να τα γυρίσουν. Την ίδια τάση επιβεβαιώνει και η άνθηση των προγραμμάτων δημιουργικής γραφής στα Πανεπιστήμια, που ενισχύουν το ενδιαφέρον για την κινηματογραφική γραφή. Η εμπειρία μου στο ΕΑΠ με έχει εκπλήξει. Ολα τα παραπάνω και με την παρότρυνση του καθηγητή μου Αθανάσιου Σακελλαριάδη, με οδήγησαν στο να ασχοληθώ με το πεδίο της Φιλοσοφίας του Κινηματογράφου και ιδιαιτέρως με τον Stanley Cavell. Με λίγα λόγια, η φύση του μέσου καθιστά τον κινηματογράφο έναν ιδιότυπο εγκιβωτιστή ενός καλλιτεχνικού χωροχρόνου που δύσκολα μπορεί να τη μιμηθεί, προς το παρόν, άλλη τέχνη, την ίδια στιγμή που σχεδόν ποτέ δεν έχει χάσει τη μαζική του απεύθυνση. Ο συνδυασμός αυτής της μαζικής αποδοχής με την προβολή ενίοτε πανανθρώπινων και διαχρονικών ζητημάτων δύναται να καταστήσουν τον κινηματογράφο ένα μέσο που εκκινεί τη φιλοσοφική συζήτηση ή που την προβάλλει εκλαϊκεύοντάς την.

Η ταινία του Νόλαν προτείνει, εύστοχα, μια σεναριακή διασκευή της Οδύσσειας, γεγονός με ιδιαίτερη παιδευτική αξία για ένα κείμενο της παγκόσμιας πολιτιστικής κληρονομιάς. Ξεχωρίζω τέσσερις επιλογές: α) τον Οδυσσέα ως εξαρχής ηττημένο και τραυματισμένο ήρωα, που λαβωμένος, στο τέλος, στα πλευρά σαν άλλος Χριστός, «ανασταίνεται» μόνο όταν αναχωρεί ξανά με την Πηνελόπη, αφήνοντας τον Τηλέμαχο να ενηλικιωθεί, β) την Ελένη ως πληγωμένη και οργισμένη μορφή, που απογυμνώνει την εξουσία των βασιλιάδων, γ) την υποβλητική απόδοση της Νέκυιας με λιτά, σχεδόν τραγικά, εκφραστικά μέσα και δ) το ηχητικό περιβάλλον, που συνοδεύει διακριτικά την εικόνα χωρίς να την κατευθύνει αποδίδοντας την ηχομορφή μιας κοινωνίας που βρίσκεται σε κρίση και ρευστότητα. Κατά την άποψή μου, αυτή η ταινία αξίζει να συνεξεταστεί με την ταινία του Αγγελόπουλου «Το Βλέμμα του Οδυσσέα» (1995), ειδικά ως προς το τέλος της: και οι δύο πρωταγωνιστές και αμερικανοί ηθοποιοί συνοψίζουν τη δράση τους στην ακροτελεύτια φράση του Χάρβεϊ Καϊτέλ στην ταινία του Αγγελόπουλου περί ιστορίας που ποτέ δεν τελειώνει.

Δεν μπορώ να απαντήσω με ένα ναι ή με ένα όχι. Η πολιτική ορθότητα μοιάζει με ένα νόμισμα που έχει διαφοροποιημένη αξία στα χέρια διαφορετικού ατόμου. Στα παραλειπόμενα, π.χ., της συζήτησης για την ταινία του Νόλαν, εκφράστηκαν πράγματα που μοιάζουν ορθά αλλά δεν ισχύουν. Οπότε, για να μη μακρηγορήσω, υποστηρίζω την πολιτική ορθότητα, όταν αυτή υπηρετεί την αλήθεια, φέρει δημιουργικά αποτελέσματα και κάνει τον κόσμο μας δικαιότερο.

Τον Νοέμβριο του 2024 είχα κάνει μία παρέμβαση στο συνέδριο «Η κινηματογραφική κριτική στην Ελλάδα: Ιστορικές και μεθοδολογικές προσεγγίσεις» που είχε γίνει στο Πάντειο Πανεπιστήμιο. Το βασικό στερεότυπο που επιχείρησα να σπάσω ήταν ότι ο Γαλλικός Μάης του ’68 επηρέασε μόνο τον πολιτικό ή τον «στρατευμένο» κινηματογράφο. Υποστηρίζω ότι η επίδρασή του ήταν πολύ ευρύτερη: αναμόρφωσε την κινηματογραφική κριτική, τη θεωρία, τη φιλοσοφία και την ίδια τη δημιουργία, τόσο στην Ευρώπη όσο και στις ΗΠΑ, επηρεάζοντας ακόμη και τον τρόπο με τον οποίο αντιλαμβανόμαστε το μαζικό σινεμά ως φορέα κοινωνικών και ιδεολογικών μετασχηματισμών. Η ίδια η καλλιτεχνική έκφραση συνδέθηκε με τον πολιτικό αριστερό ακτιβισμό και με το βίωμα ότι αυτή αποτελεί ζώσα επανάσταση σε ΗΠΑ και σε Ευρώπη.

Νομίζω ότι ο ελληνικός κινηματογράφος ζει την άνοιξή του, όχι μόνο εισπρακτικά αλλά και ουσιαστικά. Επιτέλους, έχουμε μία γενιά δημιουργών που χωρίς φόβο επιβάλλει μία νέα αισθητική εντός και εκτός χώρας αναφερόμενη σε ένα οικουμενικό κοινό. Για την ΤΝ θα μου επιτρέψετε να μην εκφράσω συγκεκριμένη άποψη, παρά μόνο ότι πολλοί σκηνοθέτες δηλώνουν ευθαρσώς ότι δεν τη χρησιμοποιούν. Αυτού του είδους η αντίσταση είναι κάτι που μου κεντρίζει το ενδιαφέρον.

Η κριτική μοιάζει να χωρίζεται σε δύο λειτουργίες, από τη μία αυτή που καταμετρά την ικανοποίηση κοινού και αυτή που εξηγεί, ερμηνεύει το έργο. Παρατηρώ ότι η δεύτερη μοιάζει να αναπτύσσεται ταχέως ως τάση και αυτή νομίζω ότι μπορεί να αλλάξει συθέμελα τον τρόπο που βλέπουμε κινηματογράφο.

YouTube thumbnail

Popular Articles