Πλούσια η κινηματογραφική εβδομάδα που διανύουμε, αν και η καλύτερη ανάμεσα στις ταινίες που θα δεις παρακάτω είναι μία από τις επανεκδόσεις (η Γκαρσονιέρα ντε!).
Ακολουθεί ο σχολιασμός μας για τις ταινίες της εβδομάδας.
Supergirl
Βαθμολογία: 60/100
Όταν γνωρίζουμε για πρώτη φορά την Kara Zor-el (Milly Alcock), πηδάει από πλανήτη σε πλανήτη, σερνάμενη από παμπ σε παμπ, αναζητώντας τη λήθη — κάτι που ο ξάδελφός της, ο Superman μάλλον δεν θα ενέκρινε. Βασισμένη στη σειρά κόμικ Woman of Tomorrow των Tom King και Bilquis Evely, αυτή είναι μία υπερηρωική ταινία που ενδιαφέρεται λιγότερο να σώσει το σύμπαν και περισσότερο να το διαπεράσει παραπατώντας.
Ιστορίες με χαρακτήρες που χρειάζονται μια υπενθύμιση της έμφυτης ηθικής τους συχνά περιλαμβάνουν το μοτίβο ενός θαρραλέου νεαρού ανθρώπου που χρειάζεται καθοδήγηση. Στην περίπτωση του Supergirl, αυτό το πρόσωπο είναι η Ruthye (Eve Ridley), που είδε την οικογένειά της να δολοφονείται από έναν αδίστακτο ληστή ονόματι Krem (Matthias Schoenaerts) και είναι αποφασισμένη να πάρει εκδίκηση. Όταν ο Krem δηλητηριάζει τον αγαπημένο σκύλο Krypto της Kara και εξαφανίζεται, οι στόχοι εκείνης και της Ruthye ταυτίζονται, παρότι η Kara δεν είναι συνηθισμένη να στηρίζεται σε άλλους για βοήθεια. Είναι, δηλαδή, ένα True Grit, με την Kara στον ρόλο της μεθυσμένης φιγούρας εξουσίας και τη Ruthye να τη σπρώχνει βίαια προς την επανασύνδεση με άλλους ανθρώπους (και εξωγήινους).
Μετά την εντυπωτική της εμφάνιση στο House of the Dragon του HBO το 2022, η Alcock αποδεικνύει ότι μπορεί να κουβαλήσει άνετα μια μεγάλη blockbuster παραγωγή. Αυτό από μόνο δεν είναι μικρό επίτευγμα σε ένα είδος που συχνά δυσκολεύεται να προσφέρει στις ηρωίδες το ίδιο βάθος με τους ανδρικούς χαρακτήρες, και είναι σαφώς προς τιμήν της ότι η Kara μοιάζει πλήρως διαμορφωμένη από την πρώτη κιόλας στιγμή, προσφέροντας αρκετή σπίθα για να κινήσει μόνη της ολόκληρη την ταινία, αλλά και αρκετό συναίσθημα μέσα από μία μόνο έκφραση του προσώπου της ώστε να ισοδυναμεί με σκηνή διαλόγου. Είναι το ιδανικό αντίβαρο στην εκδοχή του Superman του David Corenswet και οι λίγες σκηνές που μοιράζονται εδώ ξεχωρίζουν με τρόπο που τίποτα άλλο στη σόλο περιπέτειά της δεν καταφέρνει να φτάσει. Η ηρωίδα είναι δυναμική και η Alcock εξακολουθεί να βρίσκει στιγμές για να λάμψει, αγκαλιάζοντας τόσο την επιθετική ειρωνεία όσο και την τρυφερή ευαλωτότητα μιας ηρωίδας που δεν πιστεύει ότι είναι ηρωίδα, αλλά παραμένει βαθιά καλός άνθρωπος. Κρίμα μόνο που το περιβάλλον της είναι τόσο άνευρο.
Παρότι το σενάριο της Ana Nogueira διασκευάζει τη μίνι σειρά κόμικ που προαναφέρθηκε, ο Craig Gillespie (I, Tonya, Cruella) δεν μεταφέρει τίποτα από τις εντυπωσιακές κοσμικές εικόνες του. Αντί γι’ αυτές, βρισκόμαστε εγκλωβισμένοι σε μια άχρωμη, μιλιταριστική εκδοχή της ίδιας της τριλογίας Guardians of the Galaxy του James Gunn. Το σύμπαν της ταινίας είναι στενό και μουντό, με μόνο λίγες περιστασιακές διασκεδαστικές μαριονέτες ή προσθετικά εξωγήινων να σπάνε τη μονοτονία.
Έχουν σίγουρα χτιστεί επιτυχημένες υπερηρωικές ταινίες πάνω σε λιγότερα, όμως στο Supergirl δεν υπάρχει ούτε ένας πραγματικά ενδιαφέρων ή ζωντανός χαρακτήρας πέρα από την Kara – ούτε η Ruthye, ούτε ο Krem, και σίγουρα ούτε ο αθάνατος διαστημικός μηχανόβιος Lobo του Jason Momoa, ένας αγαπημένος χαρακτήρας των κόμικ που εδώ μοιάζει εντελώς τοιχοκολλημένος στα γεγονότα που συμβαίνουν.
Οι σκηνές μάχης είναι σκοτεινές και υπερμονταρισμένες, λαμβάνοντας χώρα συνήθως είτε σε βρόμικα διαστημικά μπουντρούμια, είτε σε μια σειρά από μπαρ που όλα μοιάζουν με άχρωμες απομιμήσεις της θρυλικής καντίνας Mos Eisley των Star Wars. Υπάρχει επίσης εδώ και το θέμα του trafficking κοριτσιών — όχι το μοναδικό στοιχείο που συνδέει την ταινία με το Mad Max: Fury Road — όμως η ταινία αποτυγχάνει πλήρως να συμφιλιώσει αυτό το επίπεδο σκοτεινιάς με το χιούμορ που επιχειρεί αλλού, όπως ακριβώς είχε αποτύχει να κάνει και το Black Widow.
Το Supergirl προσφέρει σποραδικές απολαύσεις, από ένα κωμικό διάλειμμα που μετατρέπεται σε σκηνή μάχης μέσα σε ένα γεμάτο διαστημικό λεωφορείο, ως το στιλ hangover chic ηρωίδας του, συνολικά, όμως μοιάζει με μια χαμένη ευκαιρία.
Η ταινία κυκλοφορεί από την Tanweer.
Η Μεγάλη Σφαγή των Β΄ΚΑΠΗ Αλίμου
Βαθμολογία: 80/100
Κι όμως, είναι αλήθεια: Η καλύτερη κωμωδία του καλοκαιριού είναι ελληνική. Η Μεγάλη Σφαγή των Β΄ΚΑΠΗ Αλίμου είναι πιο εξωφρενική και από τον τίτλο της: ακολουθεί ένα αντισυμβατικό συνεργείο ντοκιμαντέρ που προσπαθεί να εξιχνιάσει μία υπόθεση εγκλήματος που έχει μείνει ανεπίλυτη. Πέντε χρόνια πριν, είχε γίνει μία φονική έκρηξη στα Β΄ΚΑΠΗ Αλίμου που είχε στερήσει τη ζωή σε 68 άτομα και συγκλονίσει την παραθαλάσσια αθηναϊκή ριβιέρα. Οι ύποπτοι που εξετάζει το συνεργείο είναι τρεις και η επιμονή τους θα τους οδηγεί από το ένα αδιέξοδο στο άλλο, και από τον έναν πιο αλλόκοτο χαρακτήρα στον επόμενο.
Θα σπαρταρίσεις με το λοξό χιούμορ της ταινίας – έναν συνδυασμό ατάκας και σωματικής κωμωδίας που σπανίως πετυχαίνει ο ελληνικός κωμικός κινηματογράφος των ύστερων δεκαετιών και που αποδίδεται από ερασιτέχνες ηθοποιούς του Αλίμου και μελών των τοπικών ΚΑΠΗ/σχολείων – αλλά ο δημιουργός Αθανάσιος Τόμμυ Σκλάβος που κάνει εδώ το σκηνοθετικό του ντεμπούτο κάνει μία ξαφνική, αλλά με δεξιοτεχνία συναισθηματική στροφή, που θα διερευνήσει θεματικές όπως το τραύμα, τα στερεότυπα και την απομόνωση της τρίτης ηλικίας.
Η ταινία κυκλοφορεί από την Tanweer.
Ο Παραχαράκτης/L’Affaire Bojarski
Βαθμολογία: 78/100
Η σύζυγος του πρωταγωνιστή στο γοητευτικό φιλμ του Jean-Paul Salomé, του λέει κάποια στιγμή ότι πάντα ήξερε πως το ταλέντο του μια μέρα θα αναγνωριζόταν. Από ορισμένες απόψεις, είχε πέσει ακριβώς μέσα. Γιατί, κρυφά, ο άντρας της έχει κάνει την Τράπεζα της Γαλλίας να τρέμει, σε τέτοιο βαθμό ώστε «στην ιστορία της παραχάραξης, θα μιλούσες για έναν Bojarski όπως μιλάς για έναν Σεζάν».
Δεν είναι πως δεν είχε προσπαθήσει να αξιοποιήσει νόμιμα τα χαρίσματά του. Ο Jan Bojarski μάταια επιχειρεί να κατοχυρώσει με πατέντα τις εφευρέσεις του, όμως, νιώθοντας κοινωνικά ταπεινωμένος, φτωχός και αναγκασμένος να ζει με τα πεθερικά του, δέχεται να μπει στον κόσμο της παραχάραξης τραπεζογραμματίων. Είναι ένας επικίνδυνος κόσμος αυτός στον οποίο εισέρχεται, με ποινή που μπορεί να φτάσει έως και τα 30 χρόνια φυλάκισης.
Εάν είσαι φαν του εξονυχιστικού procedure στο σινεμά, έχεις βρει την ταινία σου. Η ιστορία θα σε βυθίσει στις συναρπαστικές τεχνικές της παραχάραξης, ξεπερνώντας με μεγάλη άνεση πολλά από τα εμπόδια ενός δράματος εποχής – έχει άψογο ρυθμό, επιταχύνοντας και επιβραδύνοντας όπου χρειάζεται.
Η ταινία κυκλοφορεί από τη Rosebud.21.
Η Πανούκλα/The Plague
Βαθμολογία: 75/100
Το The Plague παίρνει κάτι φαινομενικά αθώο – μία καλοκαιρινή κατασκήνωση πόλο για αγόρια – και το μετατρέπει σε ψυχολογικό θρίλερ για τη βία της ομάδας, την ανάγκη αποδοχής και την αγριότητα της εφηβείας. Η ιστορία τοποθετείται το 2003 και ακολουθεί έναν κοινωνικά αμήχανο δωδεκάχρονο, που μπλέκεται σε ένα σκληρό παιχνίδι bullying εναντίον ενός παιδιού που οι υπόλοιποι αποκαλούν “πανούκλα”.
Η πισίνα γίνεται ένας Άρχοντας των Μυγών για την κόλαση του σύγχρονου εκφοβισμού – τούτη η ταινία ενδιαφέρεται πολύ λιγότερο για μεγάλες αλληγορίες γύρω από την ανθρώπινη φύση, τον πόλεμο και τις δομές του πολιτισμού βέβαια, αλλά ανακαλεί το πόσο τρομακτική εμπειρία μπορεί να είναι η νεότητα – εμπνευσμένη εν μέρει από τις αναμνήσεις του δημιουργού Charlie Polinger που κάνει εδώ το σκηνοθετικό του ντεμπούτο, με τρεις νεαρούς ηθοποιούς (Everett Blunck, Kayo Martin, Kenny Rasmussen) να ξεχωρίζουν με την αφιλτράριστη, ωμή αμεσότητά τους, αλλά και τον πάντοτε αξιόπιστο Joel Edgerton σε ρόλο προπονητή.
Ο Blunck είναι πρόθυμος να ευχαριστήσει τους πάντες και ολοένα πιο διαταραγμένος, ο Martin εκφοβιστικός παρά το μικροσκοπικό του ανάστημα, και ο Rasmussen μετατρέπει έναν ρόλο καρτουνίστικου σπασίκλα σε μία πραγματικά ανησυχητική φιγούρα παρία.
Το Plague αποτυπώνει με ζωντάνια και τρόμο τον τρόπο με τον οποίο τα παιδιά δημιουργούν μια κοινωνική τάξη που αντιστέκεται σε κάθε λογική ενήλικη παρέμβαση ή επιρροή, ως κάτι ανάμεσα σε ευφορία και παραισθησιογόνο παραίσθηση — ή και τα δύο μαζί. Αρκετά καλή περιγραφή για το πώς μπορεί να μοιάζει η εφηβεία.
Η ταινία κυκλοφορεί από τη Weird Wave.
72 Ώρες Προθεσμία/Pressure
Βαθμολογία: 58/100
Βασισμένη στο θεατρικό έργο του 2014 του David Haig που συνυπογράφει εδώ το σενάριο με τον Anthony Maras, η ταινια αφηγείται την ιστορία ενός μετεωρολόγου που προσπαθεί να πείσει τον στρατηγό Dwight Eisenhower πως θα βρέξει την ημέρα της Απόβασης στη Νορμανδία, ενώ ένας άλλος μετεωρολόγος διαφωνεί. Ο Brendan Fraser υποδύεται τον στρατηγό Eisenhower, αλλά, από την οπτική της ταινίας, η μοναδική του δουλειά είναι να αποφασίσει ποιος μετεωρολόγος ξέρει περισσότερα για τη μετεωρολογία.
Η διαφωνία για τον καιρό υποδηλώνει επίσης μια ευρύτερη, πιο κοσμική σύγκρουση στον πυρήνα της ταινίας. Η ψύχραιμα αναλυτική ματιά του μετεωρολόγου James Stagg (Andrew Scott) στα επερχόμενα καιρικά μοτίβα συγκρούεται με την προσήλωση του Irving Krick (του καλύτερου Chris του Χόλιγουντ, Chris Messina) στο παρελθόν και, μέσα από τη διαμάχη των δύο ανδρών, διακρίνουμε μια σύγκρουση ανάμεσα σε δύο αντιλήψεις για τη ζωή: ανάμεσα στην ελπίδα ότι τα πράγματα θα παραμείνουν όπως ήταν και στην υπαρξιακή αποδοχή ενός άγνωστου αύριο.
Μια σύγκρουση που τελικά αποτυπώνεται και στο ολοένα πιο ανήσυχο πρόσωπο του Fraser. Είναι ένα εξαιρετικό παράδειγμα ηθοποιών που διευρύνουν μια αφήγηση με τους πιο διακριτικούς τρόπους, και η ομορφιά του Pressure είναι πως μας δίνει τον στοχαστικό χώρο να σκεφτούμε πέρα από τα στενά όρια αυτού του συγκεκριμένου ιστορικού γεγονότος, πράγμα που, υποθέτω, αποτελεί και τον απώτερο στόχο των περισσότερων καλών πολεμικών ταινιών.
Η στιβαρή και ικανή όμως σκηνοθεσία του Maras δεν αρκεί για να μετατρέψει το Pressure σε κάτι περισσότερο από ένα ενδιαφέρον ιστορικό περιστατικό που δεν μπορεί να στηρίξει μία ταινία μεγάλου μήκους. Περιτριγυρισμένοι από καμιά δωδεκαριά time-lapse σεκάνς με σύννεφα, ο Maras και το καστ μοχθούν προς ένα είδος βιβλικής μεγαλοπρέπειας που η βασανιστικά επιτηδευμένη ταινία τους δεν καταφέρνει να αγγίξει. Εξερευνά ελάχιστα τα πιο ηχηρά θέματά της και μοιάζει να αρκείται στο να παρουσιάζει την ιστορία της ως μια απλή σύγκρουση θελήσεων. Αυτό όμως δεν αρκεί για να ξεπεράσει το γεγονός πως, για ακόμα μία φορά, γνωρίζουμε ήδη πώς τελειώνει η ιστορία.
Η ταινία κυκλοφορεί από τη Spentzos Film.
Ρομερία/Romeria
Βαθμολογία: 70/100
Έχοντας αντλήσει στοιχεία από την οικογενειακή της ιστορία στο σκηνοθετικό της ντεμπούτο, το Summer 1993 (2017), η Καταλανή σκηνοθέτρια Carla Simón που βραβεύτηκε με Χρυσή Άρκτο για τις Ροδακινιές του Αλκαράς, επιστρέφει κομψά σε αυτοβιογραφικό έδαφος, μέσα από ένα λεπτεπίλεπτο πορτρέτο μιας δεκαοκτάχρονης επίδοξης κινηματογραφίστριας, της Marina (Llúcia Garcia), που πηγαίνει διακοπές με μέλη της ευρύτερης οικογένειάς της ενώ τα γνωρίζει μετά βίας. Έχει αποκοπεί από αυτούς τους συγγενείς από όταν οι γονείς της πέθαναν λόγω αιτιών σχετιζόμενες με το AIDS — μία από τις αρκετές άβολες αλήθειες που έρχονται, καθυστερημένα και με ένταση, στην επιφάνεια κατά τη διάρκεια του ταξιδιού.
Η Simón γκρεμίζει τα συναισθηματικά εμπόδια με αυτοπεποίθηση και άφθονες, ηλιολουσμένες εικόνες της ακτής. Ωστόσο, εδώ κι εκεί — με την περιστασιακή χρήση αποσπασμάτων από το βιντεοημερολόγιο της μητέρας της Marina και με μια σημαντική αλλαγή οπτικής στο τρίτο μέρος της ταινίας — υπαινίσσεται ένα επίπεδο φορμαλιστικής τόλμης που ίσως βρει πληρέστερη έκφραση στις επόμενες, καλοδεχούμενες ταινίες της.
Η ταινία κυκλοφορεί από τη Weird Wave.
Fuze
Βαθμολογία: 63/100
Μία βόμβα από τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο που δεν εξερράγη ποτέ έρχεται στο φως στο γεμάτο ανατροπές, καταιγιστικό Fuze, σε ένα εργοτάξιο. Σταδιακά, θα γίνει σταδιακά φανερό πως οι άνθρωποι στην ακτίνα της βόμβας διαθέτουν την ίδια περίπου εκρηκτική αστάθεια. Όπως και στο πρόσφατο θρίλερ του, το Relay του 2024, ο σκηνοθέτης του Fuze, David Mackenzie, αντλεί σασπένς από την άψογη οργάνωση μιας επιχείρησης, που όμως εξαρτάται τελικά από άτομα επιρρεπή στα λάθη. Καθώς μία στρατιωτική ομάδα στο κεντρικό Λονδίνο θα προσπαθεί να αφοπλίσει προσωρινά τη βόμβα, ώστε να μπορέσει στη συνέχεια να την πυροδοτήσει με ασφάλεια, το μπλακ άουτ που επικρατεί προσφέρει την ιδανική κάλυψη για μια άλλη επιχείρηση υψηλής πίεσης: μια ληστεία τράπεζας.
Η διάθεση του Fuze είναι εντελώς αναπολογητική ως ταινία δράσης γεμάτης απολαυστικές υπερβολές, και υπάρχει επίσης μία αληθινή joie de vivre στον τρόπο με τον οποίο ο Mackenzie και ο σεναριογράφος Ben Hopkins στήνουν τη μία στροφή μετά την άλλη, κάνοντας ηθοποιούς και είδη να συγκρούονται σα να παίζουν με φιγούρες δράσης. Μιλώντας για το καστ, ο Aaron Taylor-Johnson υποδύεται έναν σκληρόπετσο ειδικό εξουδετέρωσης βομβών, που κάνει τη δουλειά με έναν τρόπο που κανένας γραφειοκράτης δεν θα μπορούσε καν να φανταστεί. Ο Theo James και ο Sam Worthington ηγούνται της ληστείας, ενώ η αρχιφύλακας Zuzana, σε κομψή ερμηνεία της Gugu Mbatha-Raw, κάνει υψηλού επιπέδου διαχείριση κρίσεων, μπροστά από video walls που έχει κάθε περιπέτεια επιχειρήσεων που σέβεται τον εαυτό της.
Ο τρόπος με τον οποίο το Fuze διαχειρίζεται ιδέες κοντινές προηγούμενων ταινιών του McKenzie (Hell or High Water) γύρω από θεσμούς που συνθλίβουν τους άντρες είναι, ωστόσο, επιφανειακός και διεκπεραιωτικός. Η τραγωδία ενός αγώνα για επιβίωση αντικαθίσταται από τις συγκινήσεις ενός genre film, oι χαρακτήρες είναι όλοι παραλλαγές του Σκληρού Τύπου, ενώ τα σχεδιαγράμματα των τραπεζών έχουν μεγαλύτερη σημασία από τα προσωπικά τους παρελθόντα.
Οι αφηγηματικές γραμμές της ταινίας τελικά διασταυρώνονται, μόνο και μόνο για να απλωθούν ξανά όλο και περισσότερο, εισάγοντας νέες τοποθεσίες, χαρακτήρες και συμμαχίες. Σαν οδηγός διαφυγής που ξέρει ότι δεν μπορεί να κόψει ταχύτητα, το Fuze πατάει γκάζι, αντιλαμβανόμενο πως οποιαδήποτε παύση στη δράση ίσως έδινε στο κοινό χρόνο να αρχίσει να σκέφτεται τις σεναριακές του ευκολίες.
Η ταινία κυκλοφορεί από τη Feelgood.
ΚΥΚΛΟΦΟΡΟΥΝ ΕΠΙΣΗΣ:
Υπεράνω Πάσης Υποψίας/Indagine su un cittadino al di sopra di ogni sospetto (1970)
Δηλητηριώδες πολιτικό θρίλερ για την εξουσία που δεν ελέγχεται ποτέ πραγματικά, ακόμη κι όταν προσποιείται ότι ερευνά τον εαυτό της. Η ταινία δεν ενδιαφέρεται μόνο για το αν θα αποκαλυφθεί η αλήθεια, αλλά για το πόσο βαθιά μια κοινωνία έχει μάθει να υποτάσσεται στην αυθεντία. Με υπερβολικό, σχεδόν σατιρικό ύφος και την εμβληματική μουσική του Ennio Morricone, μετατρέπει μια αστυνομική υπόθεση σε εφιαλτική αλληγορία για τον φασισμό, την ατιμωρησία και τη μέθη της εξουσίας. Όσκαρ Καλύτερης Ξενόγλωσσης Ταινίας και το Μεγάλο Βραβείο της Επιτροπής των Καννών.
Η ταινία κυκλοφορεί από Summer Classics.
Η Γκαρσονιέρα/The Apartment (1960)
Το The Apartment του Billy Wilder μοιάζει αρχικά με μία κομψή ρομαντική κωμωδία, αλλά κάτω από το χιούμορ και τη λάμψη της κρύβει μια πικρή ιστορία για τη μοναξιά και την ανθρώπινη αξιοπρέπεια. Ο Jack Lemmon υποδύεται έναν υπάλληλο που δανείζει το διαμέρισμά του στα αφεντικά του για τις εξωσυζυγικές τους περιπέτειες, ελπίζοντας ότι έτσι θα ανέβει επαγγελματικά, όταν όμως ερωτεύεται τη Fran, την υπάλληλο που υποδύεται η Shirley Maclaine, αναγκάζεται να δει πόσο πολύ έχει επιτρέψει στους άλλους να καθορίζουν τη ζωή του. Τρυφερό, αστείο και βαθιά μελαγχολικό, το φιλμ καταφέρνει να μιλήσει για την αποξένωση της εταιρικής ζωής χωρίς να χάνει ποτέ την πίστη του στη δυνατότητα μιας μικρής, προσωπικής επανάστασης.
Πέντε Όσκαρ από δέκα υποψηφιότητες, μεταξύ αυτών και της Καλύτερης Ταινίας.
Η ταινία κυκλοφορεί από Athenee.
Οι Ονειροπόλοι/The Dreamers (2003)
Στο The Dreamers, ο Bernardo Bertolucci χρησιμοποιεί το Παρίσι του 1968 όχι μόνο ως πολιτικό φόντο, αλλά ως έναν πυρετώδη χώρο όπου ο κινηματογράφος, η επιθυμία και η επανάσταση μπλέκονται διαρκώς. Ένας Αμερικανός φοιτητής γνωρίζει δύο δίδυμα αδέρφια από τη Γαλλία και σύντομα παρασύρεται στην κλειστή και συχνά αυτοκαταστροφική μικροκοινωνία τους. Αισθησιακή ταινία, νοσταλγική και συχνά πομπώδης, αυτή όμως ακριβώς η υπερβολή αποτυπώνει την ψευδαίσθηση μιας νεότητας που πιστεύει ότι ο κόσμος μπορεί να αλλάξει μέσα σε ένα δωμάτιο. Ευχαριστούμε, επίσης, το φιλμ για τη σύσταση της Eva Green.
Η ταινία κυκλοφορεί από The Film Group.
ΣΧΕΤΙΚΟ ΘΕΜΑ
ΣΧΕΤΙΚΟ ΘΕΜΑ
Ακολουθήστε το OneMan στο Google News και μάθετε τις σημαντικότερες ειδήσεις.

