spot_imgspot_img

Related Posts

Top 5 This Week

Μπαταρίες αποθήκευσης: Ο πιο σίγουρος τρόπος για να παγώσει η αγορά είναι οι επιδοτήσεις – Τι έκανε η Βουλγαρία και τι πρέπει να γίνει στην Ελλάδα

-

“Ο πιο σίγουρος τρόπος για να παγώσεις μια αγορά είναι να ανακοινώσεις επιδοτήσεις”. Η συγκεκριμένη επισήμανση, που ακούστηκε στη διάρκεια της συζήτησης για τις προοπτικές της αποθήκευσης στην Ελλάδα και συμπυκνώνει έναν από τους βασικούς προβληματισμούς που διατυπώνουν σήμερα οι άνθρωποι της αγοράς: σε μια περίοδο κατά την οποία οι επενδυτές είναι έτοιμοι να τοποθετήσουν ιδιωτικά κεφάλαια σε μπαταρίες, η προσδοκία μιας νέας κρατικής ενίσχυσης μπορεί να έχει το αντίθετο αποτέλεσμα από το επιδιωκόμενο, οδηγώντας τους επενδυτές σε αναμονή.

Το θέμα βρέθηκε στο επίκεντρο της συζήτησης που πραγματοποιήθηκε στο πλαίσιο εκδήλωσης της Jinko, με τη συμμετοχή εκπροσώπων επενδυτών, της αγοράς και του τραπεζικού συστήματος. Το βασικό μήνυμα ήταν ότι η Ελλάδα έχει πλέον πραγματική και επείγουσα ανάγκη από αποθήκευση, διαθέτει επενδυτικό ενδιαφέρον, τεχνολογία και χρηματοδότηση, αλλά θα πρέπει να ξεπεράσει τα ρυθμιστικά και γραφειοκρατικά εμπόδια που εξακολουθούν να καθυστερούν την ανάπτυξη της αγοράς.

Η κυβέρνηση έχει θέσει ιδιαίτερα φιλόδοξους στόχους. Ο σχεδιασμός που έχει παρουσιαστεί προβλέπει σημαντική επιτάχυνση την επόμενη τριετία, ενώ το ΥΠΕΝ έχει τοποθετήσει τον ορίζοντα του 2030 στα περίπου 6,8 GW μπαταριών.

Το ερώτημα, ωστόσο, που έθεσαν παράγοντες της αγοράς είναι κατά πόσο ένα τόσο μεγάλο μέγεθος μπορεί να αναπτυχθεί με όρους οικονομικής βιωσιμότητας και όχι απλώς ως εγκατεστημένη ισχύς.

Είναι εφικτός ο στόχος;

Σε τεχνικό επίπεδο, η απάντηση που δόθηκε ήταν θετική: οι επενδυτές, οι EPC contractors και οι κατασκευαστές εξοπλισμού μπορούν να υποστηρίξουν μια πολύ γρήγορη ανάπτυξη. Τα δύσκολα σημεία βρίσκονται αλλού.

Τρεις παράγοντες θεωρούνται καθοριστικοί: το ρυθμιστικό πλαίσιο και οι όροι σύνδεσης, η χρηματοδότηση και η επενδυτική διάθεση.

Ιδιαίτερος προβληματισμός εκφράστηκε για το κατά πόσο μια αγορά πολλών GW standalone μπαταριών μπορεί να παραμείνει οικονομικά βιώσιμη αποκλειστικά μέσω arbitrage. Όσο περισσότερες μπαταρίες εισέρχονται στην αγορά τόσο περισσότερο περιορίζονται οι διαφορές μεταξύ των χαμηλών μεσημεριανών και των υψηλών βραδινών τιμών – δηλαδή το ίδιο το spread από το οποίο αντλούν ένα σημαντικό μέρος των εσόδων τους.

Στη συζήτηση αναφέρθηκε ότι ορισμένα μοντέλα αγοράς τοποθετούν μια περισσότερο βιώσιμη αγορά, με τις σημερινές παραδοχές, γύρω στα 3 GW, χωρίς αυτό να αποτελεί πρόβλεψη ή “ταβάνι”. Όπως επισημάνθηκε, το πραγματικό μέγεθος μπορεί τελικά να είναι 3, 4 ή 5 GW και θα εξαρτηθεί από την εξέλιξη της ζήτησης, τον εξηλεκτρισμό της οικονομίας, τις διασυνδέσεις και τις νέες χρήσεις ηλεκτρικής ενέργειας.

Το κρίσιμο στοιχείο είναι ότι η αποθήκευση δεν θα έχει έσοδα μόνο από το arbitrage. Η συμμετοχή στις διαφορετικές αγορές, οι υπηρεσίες προς το σύστημα, τα tolling agreements και η ανάπτυξη υβριδικών μοντέλων μπορούν να δημιουργήσουν πρόσθετες πηγές εσόδων.

“Ανακοινώνεις επιδότηση και όλοι σταματούν”

Ιδιαίτερο ενδιαφέρον είχε η συζήτηση γύρω από το εάν η νέα φάση ανάπτυξης των μπαταριών χρειάζεται κρατικές επιδοτήσεις.

Η άποψη που εκφράστηκε από στελέχη της αγοράς ήταν κατηγορηματική: η αγορά έχει πλέον φτάσει σε σημείο στο οποίο πολλά έργα μπορούν να προχωρήσουν χωρίς επιδότηση.

Μάλιστα, όπως χαρακτηριστικά αναφέρθηκε, εάν υπάρχουν εκατοντάδες ή ακόμη και χιλιάδες επενδυτές έτοιμοι να προχωρήσουν και το κράτος ανακοινώσει ότι πρόκειται να διαθέσει 100 ή 200 εκατ. ευρώ επιδοτήσεων, δημιουργείται αυτομάτως κίνητρο αναμονής. Οι επενδυτές σταματούν τις αποφάσεις τους περιμένοντας να δουν ποιο πρόγραμμα θα ανοίξει και εάν μπορούν να ενταχθούν σε αυτό.

Στο ίδιο πλαίσιο υποστηρίχθηκε ότι, με βάση τις αποδόσεις που εμφανίζουν σήμερα ορισμένες ευρωπαϊκές αγορές, υπάρχουν έργα μπαταριών με χρόνους αποπληρωμής που μπορούν να κινηθούν ακόμη και μεταξύ δύο και τεσσάρων ετών, ανάλογα βεβαίως με την αγορά και το μοντέλο εσόδων.

Η προτεραιότητα, σύμφωνα με αυτή την προσέγγιση, δεν πρέπει επομένως να είναι η δημιουργία ενός ακόμη subsidy scheme, αλλά η διαμόρφωση ενός σταθερού πλαισίου που θα επιτρέπει στα ιδιωτικά κεφάλαια να κινηθούν γρήγορα.

Το παράδειγμα της Βουλγαρίας

Αναπόφευκτα στη συζήτηση τέθηκε η σύγκριση με τη Βουλγαρία, η οποία κατάφερε να κινηθεί πολύ ταχύτερα από την Ελλάδα στην εγκατάσταση αποθήκευσης.

Το ενδιαφέρον στοιχείο είναι ότι η βουλγαρική περίπτωση δεν παρουσιάστηκε ως απόδειξη ότι “οι επιδοτήσεις είναι πάντα λάθος”. Αντίθετα, αναγνωρίστηκε ότι η γειτονική χώρα αξιοποίησε μια συγκεκριμένη χρονική ευκαιρία χρηματοδότησης από το RRF, διοχετεύοντας σημαντικούς πόρους στις μπαταρίες.

Η ουσιαστική διαφορά ήταν η ταχύτητα της πολιτικής απόφασης.

Η Βουλγαρία αποφάσισε ότι ήθελε να αναπτύξει άμεσα την αποθήκευση, δημιούργησε το πλαίσιο, αξιοποίησε τους διαθέσιμους ευρωπαϊκούς πόρους και προχώρησε. Ταυτόχρονα, εκτός από τις επιδοτήσεις, τουλάχιστον στην πρώτη φάση ανάπτυξης της αγοράς, η ρύθμιση των μπαταριών ήταν η ελάχιστη δυνατή και όποιος κατασκεύαζε ένα έργο και είχε επιτυχή δοκιμαστική λειτουργία, τότε αυτομάτως συνδεόταν και εξασφάλιζε πρόσβαση. Όπως ειπώθηκε χαρακτηριστικά στη συζήτηση, “ήταν μια καθαρή απόφαση του κράτους – ήθελαν να προχωρήσουν, το έκαναν και απέκτησαν μεγάλο πλεονέκτημα”.

Ταυτόχρονα, επισημάνθηκε ότι οι πολύ υψηλοί ρυθμοί ανάπτυξης της βουλγαρικής αγοράς δεν είναι δεδομένο ότι θα συνεχιστούν όταν εξαντληθούν τα συγκεκριμένα κεφάλαια του RRF. Υπήρξε ένα παράθυρο ευκαιρίας δύο-τριών ετών και η Βουλγαρία το εκμεταλλεύτηκε.

Για την Ελλάδα το πρόβλημα ήταν ακριβώς το αντίθετο: ενώ ξεκίνησε νωρίς τη συζήτηση για την αποθήκευση, καθυστέρησε να περάσει από τον σχεδιασμό στην πραγματική εγκατάσταση έργων.

Το κόστος της ελληνικής καθυστέρησης

Σύμφωνα με όσα επισημάνθηκαν στην εκδήλωση, εάν η Ελλάδα είχε επιταχύνει τις μπαταρίες δύο χρόνια νωρίτερα, το σημερινό πρόβλημα των περικοπών και των αρνητικών τιμών θα ήταν αισθητά μικρότερο.

Η χώρα ανέπτυξε με εξαιρετικά γρήγορο ρυθμό φωτοβολταϊκά χωρίς παράλληλα να δημιουργήσει την αντίστοιχη υποδομή ευελιξίας. Έτσι, τις ώρες υψηλής ηλιοφάνειας δημιουργείται πλεόνασμα ενέργειας, το οποίο είτε οδηγεί τις τιμές προς το μηδέν και σε αρνητικά επίπεδα είτε τελικά περικόπτεται.

Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή καταγράφει ότι οι περικοπές - στην Ελλάδα έφθασαν περίπου στο 6,6% της συνολικής παραγωγής - το 2025, υπογραμμίζοντας την ανάγκη για περισσότερη ευελιξία και διασυνδέσεις.

Αυτός είναι και ο λόγος για τον οποίο η αποθήκευση δεν αντιμετωπίζεται πλέον απλώς ως μία ακόμη επενδυτική κατηγορία. Είναι απαραίτητη για να μπορεί να συνεχιστεί η διείσδυση των - χωρίς να υπονομεύεται η οικονομική αξία της ήδη εγκατεστημένης παραγωγής.

Η λογική είναι απλή: τα φωτοβολταϊκά παράγουν την κιλοβατώρα, αλλά η μπαταρία επιτρέπει να μεταφερθεί χρονικά η διάθεσή της. Αντί δηλαδή η ενέργεια να χάνεται το μεσημέρι, αποθηκεύεται και διοχετεύεται στο σύστημα όταν υπάρχει πραγματική ζήτηση.

Τι χρειάζεται η ελληνική αγορά

Με βάση τη συζήτηση, το βασικό ζητούμενο για την Ελλάδα δεν είναι πλέον να αποδειχθεί εάν υπάρχει επενδυτικό ενδιαφέρον. Το pipeline είναι ήδη πολύ μεγάλο.

Αυτό που απαιτείται είναι ταχύτερη χορήγηση όρων σύνδεσης, σταθερό ρυθμιστικό πλαίσιο, ξεκάθαροι κανόνες συμμετοχής των μπαταριών στις αγορές και περιορισμός της γραφειοκρατίας.

Αντίστοιχη είναι και η επισήμανση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, η οποία σημειώνει ότι, παρά τα βήματα που έχουν γίνει, παραμένουν σημαντικές προκλήσεις και χρειάζεται ένα ολοκληρωμένο και λειτουργικό πλαίσιο ώστε η συμμετοχή των μπαταριών στις αγορές να περάσει στην πράξη.

Παράλληλα, το χρηματοδοτικό σκέλος δεν φαίνεται να αποτελεί ανυπέρβλητο εμπόδιο. Όπως ανέφεραν τραπεζικά στελέχη στη συζήτηση, υπάρχουν διαφορετικά εργαλεία χρηματοδότησης ανάλογα με το revenue model του έργου, από περισσότερο προστατευμένες δομές μέσω tolling agreements έως πλήρως merchant επενδύσεις με μεγαλύτερη συμμετοχή ιδίων κεφαλαίων.

Το κρίσιμο λοιπόν είναι η αγορά να μπορέσει να “τρέξει” χωρίς νέες περιόδους αναμονής.

Η παρουσία της Jinko στην Ελλάδα

Κατά τη διάρκεια της εκδήλωσης παρουσιάστηκαν στοιχεία για την ιδιαίτερα ισχυρή παρουσία της Jinko στην ελληνική αγορά. Η εταιρεία έχει συμβασιοποιήσει περίπου 1,8 GWh συστημάτων αποθήκευσης στην Ελλάδα, ενώ περίπου 1,5 GWh έχουν ήδη παραδοθεί. Παράλληλα, η εταιρεία ανέφερε ότι διαθέτει επιπλέον pipeline συμβάσεων περίπου 2 GWh.

Μεταξύ των έργων της περιλαμβάνεται το σύστημα αποθήκευσης του Διεθνούς Αερολιμένα Αθηνών, ισχύος 21,95 MW και χωρητικότητας 123,84 MWh, το οποίο συνδυάζεται με φωτοβολταϊκή παραγωγή για αυτοκατανάλωση.

Παράλληλα, η Jinko έχει προμηθεύσει το μεγάλο standalone έργο περίπου 395 MW/790 MWh στην Ελλάδα, ένα από τα μεγαλύτερα αντίστοιχα projects που έχει υλοποιήσει μέχρι σήμερα στη χώρα.

Σε ευρωπαϊκό επίπεδο, η εταιρεία διαθέτει περίπου 4 GWh εγκατεστημένης χωρητικότητας, με παρουσία μεταξύ άλλων στη Γερμανία, στη Βρετανία, στην Ισπανία και στη Νοτιοανατολική Ευρώπη. Η Jinko διαθέτει πλέον 14 σημεία παροχής υπηρεσιών διεθνώς και παραγωγική δυναμικότητα συστημάτων αποθήκευσης 30 GWh ετησίως.

Στην εκδήλωση δόθηκε ιδιαίτερη έμφαση όχι μόνο στην τεχνολογία των μπαταριών αλλά κυρίως στην έννοια του bankability ενός έργου σε ολόκληρο τον κύκλο ζωής του. Στο επίκεντρο βρέθηκαν τα Long Term Service Agreements, οι εγγυήσεις διαθεσιμότητας και απόδοσης, η συντήρηση, η παρακολούθηση των συστημάτων και η ύπαρξη τοπικών ομάδων τεχνικής υποστήριξης.

Η λογική που παρουσίασε η εταιρεία είναι ότι η αγορά περνά από την εποχή της “μπαταρίας ως προϊόντος” στην εποχή της “μπαταρίας ως υπηρεσίας”, όπου για τον επενδυτή –και κυρίως για την τράπεζα που χρηματοδοτεί το έργο– το κρίσιμο ερώτημα δεν είναι μόνο πόσα MWh αγοράζονται σήμερα, αλλά πόσο αξιόπιστα θα λειτουργεί το σύστημα σε 5, 10 ή 15 χρόνια.

Popular Articles