Του Χάρη Φλουδόπουλου
Ετήσιο όφελος έως 138 εκατ. ευρώ για τους καταναλωτές, σημαντική μείωση των τιμών ηλεκτρικής ενέργειας στην Κύπρο και περιορισμό της χρήσης συμβατικών καυσίμων αναδεικνύει μελέτη του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης για την ηλεκτρική διασύνδεση Ελλάδας – Κύπρου, Great Sea Interconnector (GSI). Σύμφωνα με τα αποτελέσματα που παρουσίασε ο καθηγητής του ΑΠΘ Παντελής Μπίσκας, το μεγαλύτερο μέρος των οικονομικών ωφελειών μπορεί να επιτευχθεί ακόμη και με διαθέσιμη μεταφορική ικανότητα 500 MW, ενώ καθοριστικό ρόλο για το τελικό αποτέλεσμα διαδραματίζει η τιμή του φυσικού αερίου στην κυπριακή αγορά.
Σημαντικά οικονομικά και ενεργειακά οφέλη, κυρίως για την Κύπρο αλλά και συνολικά για τις δύο χώρες, προκύπτουν από την υλοποίηση της ηλεκτρικής διασύνδεσης Great Sea Interconnector, σύμφωνα με τα ευρήματα μελέτης του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης, την οποία παρουσίασε ο καθηγητής Παντελής Μπίσκας.
Η μελέτη, που εξετάζει τη λειτουργία των ηλεκτρικών συστημάτων Ελλάδας και Κύπρου με ορίζοντα το 2035, καταλήγει στο συμπέρασμα ότι η διασύνδεση μπορεί να οδηγήσει σε μείωση της συνολικής ετήσιας δαπάνης των καταναλωτών κατά 123 έως 138 εκατ. ευρώ, με το μεγαλύτερο μέρος του οφέλους να αφορά την κυπριακή αγορά, η οποία σήμερα παραμένει ηλεκτρικά απομονωμένη.
Παράλληλα, η λειτουργία του καλωδίου εκτιμάται ότι θα περιορίσει σημαντικά τη χρήση συμβατικών καυσίμων στην Κύπρο, θα μειώσει τις περικοπές παραγωγής από ανανεώσιμες πηγές ενέργειας και θα επιτρέψει την ουσιαστική σύγκλιση των τιμών ηλεκτρισμού μεταξύ των δύο αγορών.
Μείωση 19% στις τιμές της Κύπρου
Ένα από τα σημαντικότερα αποτελέσματα της μελέτης αφορά την επίδραση της διασύνδεσης στις χονδρεμπορικές τιμές ηλεκτρικής ενέργειας.
Στο βασικό σενάριο, που προβλέπει ίδια τιμή φυσικού αερίου για τις δύο χώρες, στα 27,97 ευρώ/MWh, η σταθμισμένη με το φορτίο τιμή ηλεκτρισμού στην Κύπρο μειώνεται από τα 112 ευρώ/MWh χωρίς διασύνδεση στα 90,5 ευρώ/MWh με διαθέσιμη μεταφορική ικανότητα 500 MW.
Πρόκειται για μείωση κατά 21,5 ευρώ/MWh ή περίπου 19%, η οποία αποτυπώνει το σημαντικό περιθώριο εξοικονόμησης που δημιουργεί η πρόσβαση της κυπριακής αγοράς στο ευρύτερο διασυνδεδεμένο ηλεκτρικό σύστημα.
Αντίθετα, η επίδραση στην ελληνική αγορά είναι εξαιρετικά περιορισμένη. Η αντίστοιχη τιμή αυξάνεται οριακά από τα 90,6 στα 91 ευρώ/MWh, δηλαδή κατά περίπου 0,4 έως 0,5 ευρώ/MWh.
Η διασύνδεση οδηγεί επίσης σε σχεδόν πλήρη σύγκλιση των τιμών των δύο αγορών. Ειδικότερα, με μεταφορική ικανότητα 500 MW, οι τιμές Ελλάδας και Κύπρου εξισώνονται για 8.151 από τις συνολικά 8.760 ώρες του έτους.
Με αύξηση της διαθέσιμης ικανότητας στα 750 MW, η σύγκλιση επιτυγχάνεται για 8.725 ώρες, ενώ στα 1.000 MW οι δύο αγορές εμφανίζουν ίδιες τιμές καθ’ όλη τη διάρκεια του έτους.
Αντίστοιχα, οι ώρες κατά τις οποίες εμφανίζεται συμφόρηση στη διασύνδεση περιορίζονται από 609 στα 500 MW σε μόλις 35 στα 750 MW και μηδενίζονται στα 1.000 MW.
Έως 124 εκατ. ευρώ ετησίως το όφελος για τους Κύπριους καταναλωτές
Η μεγαλύτερη οικονομική ωφέλεια εντοπίζεται στην πλευρά των καταναλωτών.
Σύμφωνα με τα αποτελέσματα της προσομοίωσης, στο σενάριο των 500 MW η συνολική ετήσια δαπάνη των καταναλωτών των δύο χωρών μειώνεται κατά 138,1 εκατ. ευρώ.
Από το ποσό αυτό, τα 123,7 εκατ. ευρώ αντιστοιχούν στην Κύπρο και τα 14,3 εκατ. ευρώ στην Ελλάδα.
Στα 750 MW, το συνολικό όφελος διαμορφώνεται στα 122,7 εκατ. ευρώ, καθώς η εξοικονόμηση των Κυπρίων καταναλωτών φτάνει τα 126,6 εκατ. ευρώ, ενώ η δαπάνη των Ελλήνων καταναλωτών αυξάνεται κατά 3,9 εκατ. ευρώ.
Στο σενάριο των 1.000 MW, η συνολική εξοικονόμηση ανέρχεται σε 128,2 εκατ. ευρώ, με όφελος 123,6 εκατ. ευρώ για την Κύπρο και 4,7 εκατ. ευρώ για την Ελλάδα.
Είναι χαρακτηριστικό ότι το κόστος προμήθειας ηλεκτρικής ενέργειας στην Κύπρο, συμπεριλαμβανομένων των λογαριασμών προσαυξήσεων που εξετάζει η μελέτη, μειώνεται από 120,49 ευρώ/MWh χωρίς τη διασύνδεση στα 99,14 ευρώ/MWh με διαθέσιμη ικανότητα 500 MW.
Η μείωση φτάνει τα 21,3 ευρώ/MWh, δηλαδή περίπου το 18%.
Για την Ελλάδα, το αντίστοιχο κόστος παραμένει ουσιαστικά αμετάβλητο, καθώς από 102,22 ευρώ/MWh χωρίς διασύνδεση κυμαίνεται μεταξύ 101,99 και 102,28 ευρώ/MWh στα τρία σενάρια λειτουργίας του GSI.
Τα αποτελέσματα δείχνουν ότι, παρότι το συνολικό οικονομικό ισοζύγιο για τους καταναλωτές είναι θετικό, η κατανομή των ωφελειών μεταξύ των δύο χωρών δεν είναι ισομερής, με την Κύπρο να αποκομίζει το συντριπτικά μεγαλύτερο μέρος.
Μείωση 50% στην κατανάλωση φυσικού αερίου της Κύπρου
Εξίσου σημαντικές είναι οι επιπτώσεις στη λειτουργία των συμβατικών μονάδων παραγωγής.
Η ηλεκτρική διασύνδεση επιτρέπει τη μεταφορά σημαντικών ποσοτήτων ενέργειας από την Ελλάδα προς την Κύπρο, περιορίζοντας την ανάγκη λειτουργίας των κυπριακών θερμικών μονάδων.
Η καθαρή ετήσια ροή ηλεκτρικής ενέργειας από την Ελλάδα προς την Κύπρο υπολογίζεται μεταξύ 1,54 και 1,60 TWh, ποσότητα που αντιστοιχεί περίπου στο 26% έως 27% της συνολικής κυπριακής ζήτησης.
Ωστόσο, η ροή δεν είναι μονοκατευθυντική. Τις μεσημεριανές ώρες, όταν η αυξημένη παραγωγή των κυπριακών φωτοβολταϊκών δημιουργεί πλεόνασμα, παρατηρούνται εξαγωγές προς την Ελλάδα. Αντίθετα, το βράδυ και τη νύχτα ενισχύονται οι εισαγωγές προς την Κύπρο.
Ως αποτέλεσμα, η κατανάλωση φυσικού αερίου στην Κύπρο μειώνεται κατά περίπου 50% και η κατανάλωση πετρελαίου κατά 42%.
Στην Ελλάδα καταγράφεται αύξηση της χρήσης φυσικού αερίου κατά 5,3% έως 5,5%, καθώς μέρος της ηλεκτροπαραγωγής μεταφέρεται από τις κυπριακές στις ελληνικές μονάδες.
Παρά την εξέλιξη αυτή, το συνολικό κόστος καυσίμων των δύο ηλεκτρικών συστημάτων μειώνεται κατά περίπου 61 εκατ. ευρώ ετησίως ή 4,5%.
Παράλληλα, οι συνολικές εκπομπές διοξειδίου του άνθρακα περιορίζονται κατά περίπου 290.000 τόνους τον χρόνο, μείωση που αντιστοιχεί σε ποσοστό 3,5%.
Λιγότερες περικοπές πράσινης ενέργειας
Η μελέτη αναδεικνύει και τη συμβολή της διασύνδεσης στην καλύτερη αξιοποίηση της παραγωγής από ανανεώσιμες πηγές ενέργειας.
Στην Κύπρο, όπου η ανάπτυξη των φωτοβολταϊκών δημιουργεί ολοένα μεγαλύτερες ανάγκες διαχείρισης της πλεονάζουσας παραγωγής, οι τελικές περικοπές - περιορίζονται από 11,8% χωρίς τη διασύνδεση σε 4,5% με μεταφορική ικανότητα 500 MW.
Στα 750 MW οι περικοπές διαμορφώνονται σε 4,8% και στα 1.000 MW σε 5,3%, εξέλιξη που δείχνει ότι η αύξηση της μεταφορικής ικανότητας δεν οδηγεί απαραίτητα σε περαιτέρω περιορισμό των περικοπών, λόγω των συνολικών συνθηκών λειτουργίας του συστήματος.
Στην Ελλάδα η επίδραση είναι μικρότερη, με τις τελικές περικοπές να μειώνονται από 3,1% σε 2,9% στο σενάριο των 500 MW.
Πάντως, η μελέτη επισημαίνει ότι οι περικοπές - που πραγματοποιούνται σε πραγματικό χρόνο για τις ανάγκες καθοδικής εξισορρόπησης στην Κύπρο αυξάνονται από 17 GWh σε 79 έως 95 GWh, καθώς η μειωμένη λειτουργία των συμβατικών μονάδων περιορίζει τη δυνατότητα παροχής αντίστοιχων υπηρεσιών από αυτές.
Το βασικό συμπέρασμα είναι ότι η ηλεκτρική διασύνδεση δημιουργεί σημαντικό οικονομικό όφελος για τη λειτουργία των δύο αγορών, με ιδιαίτερα θετική επίδραση στο ενεργειακό κόστος της Κύπρου. Το τελικό μέγεθος αυτού του οφέλους, ωστόσο, εξαρτάται από τις μελλοντικές τιμές των καυσίμων, την ανάπτυξη των - και της αποθήκευσης, καθώς και από τις πραγματικές συνθήκες λειτουργίας των ηλεκτρικών συστημάτων.

