«Ναι, βέβαια. Και τώρα νοίκιασε και την Καρντάσιαν, την πανηλίθια. Που καλύτερα να ήταν μηχάνημα της Volvo να το πας στη Σουηδία να το βάλεις σε αυτοκίνητο, παρά να είναι γυναίκα. Εμπόρευμα είναι». Αυτά, ανάμεσα σε τόσα άλλα, μου είπε για τον Τιμοτέ Σαλαμέ που προορίζεται για Οσκαρ ανδρικού ρόλου. Χείμαρρος σωστός. Να τα πάρω από την αρχή.
Σκέφτηκα να προσπεράσω πολιτική, πολιτικούς και Ιστορία. Και να στραφώ προς το fashion. Σε ποιον; Μα φυσικά στον Λάκη Γαβαλά. Των πολλών προσώπων. Ολα στη συσκευασία του ενός. Και με το κουτούκι και με το γκλάμουρ. Και με το λιμάνι και με το σαλόνι. Και με πάθος ερωτευμένος με ένα κορίτσι. Και με τα αγόρια. Απίστευτος. Και ειλικρινής. Τίποτα δεν έχει να χάσει.
Στο ραντεβού με μακρύ σακάκι Comme des Garcons (από Ιαπωνία) και παντελόνι Zara. Αυτός είναι. Τα ετερόκλητα έλκονται. Είναι ζήτημα στυλ. Και το φέρει. Κυτταρικά.
Πήγα κι εγώ φορώντας καπέλο. Του άρεσε. «Ποιος το σχεδίασε;» με ρωτάει. Η Ασπα Ξυδάκη, του λέω. Σπουδαία. Θα της πάρω συνέντευξη.
Οταν πάτησα το κουμπί του μαγνητοφώνου όρμησε σαν χείμαρρος. Και τι δεν μου είπε… Οπως, ας πούμε, «λατρεύω τις γυναίκες». Οπως «είναι ξεφτίλα η Ελλάδα, σε όλες τις φάσεις». «Μια ζωή είμαι φυλακισμένος». Οπως «τα έχασα όλα, τα κέρδισα όλα».
Και η αυτογνωσία του, «ίσως καλά κάνανε που μου τα πήρανε όλα». Και η βεβαιότητά του, «μ@@ν@ρ@ παραμένω, τίποτα δεν με πτοεί». «Ημουν παντοκράτορας, όλο το lifestyle στα χέρια μου».
Και η πεποίθησή του, «είμαι το νερό, το ρεύμα και η αντιβίωση». Και η σημερινή κατάστασή του, «από βίλα 2.000 τ.μ., μένω τώρα σε διαμέρισμα 150 τ.μ.». Και η καταγωγή του: «Να ξέρεις, ο Λάκης είναι λαϊκό παιδί από τον Κορυδαλλό».
Σας τον παραδίδω. Μαθήματα ζωής by Lakis Gavalas.
Σκηνή 1η: «Μου πάει πολύ το μιλιτέρ στο σημερινό Ιράν»
ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΔΑΝΙΚΑΣ: Για πες μου Λάκη θα μπορούσες να υπάρξεις στο Ιράν;
ΛΑΚΗΣ ΓΑΒΑΛΑΣ: Στο Ιράν έχω πάει και έχω χορέψει το 1973. Από τη Βηρυτό που ήμουν, στο Casino Du Liban, πήγα με το μπαλέτο να χορέψω στην Τεχεράνη. Ημασταν έξι άτομα και κάναμε περιοδεία. Ημουν χορευτής, για να ξέρεις την ιστορία μου.
Δ.Δ.: Τώρα, όμως, αν ήσουνα;
Λ.Γ.: Μου πάει πάρα πολύ το μιλιτέρ, μια χαρά θα ήμουνα, δεν θα είχα κανένα πρόβλημα. Γιατί να ήμουν στην Τεχεράνη; Στην Ελλάδα που είμαι δεν γίνεται πόλεμος καθημερινά; Πρώτα απ’ όλα, του στυλ. Μηδέν στυλ. Τις βλέπεις όλες εδώ γύρω. Μηδέν στυλ, μηδέν κουλτούρα. Δεν ξέρουν σε ποιο θέατρο να πάνε, πώς θα φάνε, τι θα φάνε, ποια ώρα. Κατάλαβες; Κι εδώ πέρα πόλεμος είναι – του στυλ.
Δ.Δ.: Καλά, άλλο το στυλ, άλλο ο θάνατος, μην τα μπερδεύουμε.
Λ.Γ.: Εντάξει. Εχω περάσει πολλά ζόρια στη ζωή μου, αν και εφόσον θα ήμουν εκεί, θα φοβόμουν φυσικά για τη ζωή, ειδικά των πιο νέων ανθρώπων, γιατί εγώ, δόξα τω Θεώ, τη ζωή μου την έχω κάνει, είμαι 74 χρόνων. Τι να περιμένω άλλο; Τι άλλο μπορεί να μου δώσει η ζωή; Μια καλή σύνταξη.
Δ.Δ.: Δεν σου φαίνεται καθόλου, ούτε πενηντάρης δεν φαίνεσαι.
Λ.Γ.: Η αλήθεια είναι ότι αισθάνομαι νέος, αλλά δεν είμαι πια.
Δ.Δ.: Κάνεις τίποτα στο πρόσωπο;
Λ.Γ.: Οχι, παίρνω καυσαέριο και αυτό του κάνει καλό.
Δ.Δ.: Δεν κάνεις μπότοξ; Δεν πειράζει, δεν είναι κακό.
Λ.Γ.: Εχω να κάνω μπότοξ μπορεί και πέντε χρόνια – δεν προλαβαίνω. Επίσης δεν καπνίζω, δεν πίνω αλκοόλ.
Δ.Δ.: Ναρκωτικά έχεις πάρει ποτέ στη ζωή σου;
Λ.Γ.: Ούτε καν. Και είμαι πολύ ενάντια σε αυτά και σε αυτούς που τα κάνουνε. Είναι μια ματαιοδοξία και τίποτε άλλο. Είμαι πολύ της υγιεινής ζωής, της υγιεινής διατροφής. Κάνω κάθε τόσο fasting – δηλαδή αυτή τη νηστεία που κάνανε παλιά οι ιερείς και οι πιστοί, εγώ το κάνω κάθε τόσο. Δεν είναι ανάγκη να κάνω τώρα που είναι Σαρακοστή.
Δ.Δ.: Το μουστάκι το είχες πάντα;
Λ.Γ.: Πάντα το είχα, άλλες φορές είναι πιο σκούρο, άλλες πιο ανοιχτό.
Σκηνή 2η: «Είμαι shopaholic, ένας που του αρέσει να αγοράζει»
Δ.Δ.: Η χειρότερη στιγμή της ζωής σου ήταν τότε στη φυλακή;
Λ.Γ.: Οχι, καλέ, ποια χειρότερη; Εγώ μια ζωή είμαι φυλακισμένος – στην πειθαρχία μου. Αυτή είναι πιο σκληρή απ’ ό,τι ένα κελί. Πειθαρχία είναι να σηκωθώ το πρωί, να απολογηθώ για τη χτεσινή μου μέρα, πώς θα καλυτερεύσω τη σημερινή μέρα, ποιες είναι οι ευθύνες μου, με τι θα ευχαριστηθώ και ποιες είναι οι υποχρεώσεις μου. Υποχρεώσεις στον εαυτό μου. Δηλαδή: να είμαι ευγενικός, να μοιράζω γνώση από αυτή που έχω αποκτήσει, απ’ όλη τη σπουδή που έχω κάνει. Ετσι κι αλλιώς, είμαι καθηγητής σε 148 παιδιά, οπότε πρέπει να έχω μελετήσει ειδικά τα κεφάλαια που θα τους παραδώσω την ημέρα εκείνη.
Δ.Δ.: Σε ποια σχολή αυτό;
Λ.Γ.: Είμαι στα ΙΕΚ ΑΛΦΑ στην Ελλάδα -Αθήνα, Πειραιά, Θεσσαλονίκη- και είμαι και στο Πανεπιστήμιο της Κύπρου, στο UCLan. Εκεί διδάσκω και σε αλλοδαπούς, δεν είναι μόνο Κύπριοι που μιλάνε ελληνικά. Διδάσκω Business in Fashion, σε όλο αυτό το φάσμα. Τους λέω και για το styling, τους λέω και για τη ραφή, τους λέω και γενικότερα πώς είναι οι τάσεις της μόδας κατά καιρούς. Το μάθημά μου είναι τρίωρο, δεν κάνω ποτέ λιγότερο από τέσσερις ώρες. Και έχω μια μοντέρνα διδασκαλία, δηλαδή τα βγάζω και εκτός της σχολής και πηγαίνουμε σε διάφορα καταστήματα, τους φέρνω σχεδιαστές καταξιωμένους και έχουν την ευκαιρία να κάνουν interviews για να μάθουν πώς ξεκίνησαν αυτοί, ποιες είναι οι δυσκολίες, όλα αυτά.
Δ.Δ.: Θα πας και τώρα στην Κύπρο;
Λ.Γ.: Βεβαίως. Θα πάω μία εβδομάδα πριν το Πάσχα, γιατί έχουμε διαγώνισμα. Εάν δεν υπάρχουν οι εναέριες επιπλοκές -που είχαν αλλά για λίγες ώρες σήμερα και χθες-, φυσικά και θα πάω. Εχω άτομα που είναι στον στρατό εκεί και μου λένε ότι εδώ τα φουσκώνουν πολύ περισσότερο, δεν είναι έτσι τα πράγματα και είναι όλα μια χαρά. Τι να σου πω, έτσι μου λένε…
Δ.Δ.: Η ευχαρίστησή σου ποια είναι;
Λ.Γ.: Μου αρέσει το shopping, να πηγαίνω σε θεάματα, σε γκαλερί και να εμπνέομαι κιόλας. Τώρα συνεργάζομαι και με μία γκαλερί της Γλυφάδας και με μία της Αθήνας, οπότε είμαι μέσα στα πράγματα για να δω πώς λειτουργεί η τέχνη, ειδικά στις μέρες μας. Και έτσι παλαντζάρω κι εγώ τον εαυτό μου. Δηλαδή είδα χθες έργα κάποιας Βελγίδας, τα οποία είναι με ανακυκλωμένα πράγματα. Δηλαδή, ό,τι βρίσκει στα σκουπίδια τα παίρνει, τα συλλέγει. Και γι’ αυτό καμιά φορά, όταν βλέπω κάποιον που συλλέγει από τους κάδους εδώ στην Αθήνα, λέω «συγγνώμη, είστε καλλιτέχνης, θα τα κάνετε κανένα έργο;». Γιατί ξέρεις, έχουμε και αυτό το sustainability και το recycling και όλες αυτές τις καινούριες λέξεις στη ζωή μας, οι οποίες μεταξύ αστείου και σοβαρού, επειδή είναι έντονες για να δείξει ο άλλος ότι και καλά είναι ανθρωπιστής, κάτι καλό παράγουν.
Δ.Δ.: Μα τα διαμάντια βγαίνουν απ’ τα σκουπίδια, έτσι δεν είναι; Οταν λες shopping, ψωνίζεις καθημερινά;
Λ.Γ.: Καθημερινά όχι, αλλά είμαι shopaholic, ένας που του αρέσει να αγοράζει. Αλλωστε, επειδή εγώ δεν έχω οικογένεια με παιδιά, εγγόνια και όλα αυτά, έχω κάποιο απόθεμα -μικρό πλέον συγκριτικά με παλιά- ώστε να μπορώ να θαυμάζω κάποιους δημιουργούς μόδας και να αγοράζω τα ρούχα.
Σκηνή 3η: «Ισως καλά κάνανε που μου τα πήρανε όλα»
Δ.Δ.: Ποιοι είναι οι καλύτεροί σχεδιαστές ρούχων;
Λ.Γ.: Ολοι οι Ιάπωνες. Τώρα είναι οι Κορεάτες που είναι φοβεροί, και μετά μ’ αρέσουν πάρα πολύ οι Γάλλοι. Δηλαδή διακωμωδώ το Haute Couture. Τα φοράω ανάποδα, τα δένω διαφορετικά, δεν τα φοράω όπως κάθε κυρία. Ωστόσο, επειδή είμαι buyer σε μια αλυσίδα καταστημάτων στη Θεσσαλονίκη, στη Χαλκιδική, στο Costa Navarino και στο Mandarin Oriental, οι επαφές που είχα πριν δεν έχουν διακοπεί, και σήμερα είμαι με τους ίδιους ανθρώπους.
Δ.Δ.: Με λίγα λόγια, κάνεις πολλά πράγματα, διδάσκεις, είσαι buyer, είσαι στην τηλεόραση…
Λ.Γ.: Ναι, κι έτσι γεμίζω τις ώρες και τις μέρες μου.
Δ.Δ.: Τι ώρα κοιμάσαι το βράδυ;
Λ.Γ.: Οταν δεν έχω βγει αργά, θα φάω 9-9.30 για βραδινό και στις 11.30-12 είμαι στο κρεβάτι. Κάνω λιγάκι scroll να δω διάφορα νέα του κόσμου…
Δ.Δ.: Δεν ήταν μια δύσκολη στιγμή στη φυλακή;
Λ.Γ.: Ηταν δύσκολα το πρώτο τρίμηνο, μετά ήμουν μια χαρά. Εκανα τις γυμναστικές μου, είχα 1.400 άτομα στις φυλακές να είναι όλοι επ’ ώμου. Να με αγαπάνε και να με προσέχουνε, να μη με πειράξει κανείς, μα κανείς.
Δ.Δ.: Σε σεβάστηκαν όλοι. Τρομερό αυτό. Και πόσο έμεινες τότε;
Λ.Γ.: Εμεινα 15 μήνες.
Δ.Δ.: Και τα έχασες όλα.
Λ.Γ.: Και μετά τα έχασα όλα. Ευτυχώς, γιατί σήμερα φαντάζεσαι τι θα ήταν να είχα 300 άτομα προσωπικό, πώς θα τα τάιζα; Με ποια συγκοινωνία να έρθουν στη δουλειά, που δεν έχει γίνει τίποτα; Για ποιο λόγο να δουλεύουν όταν έχουν τέτοιο στρες και η ζωή ακριβαίνει τόσο πολύ; Εμείς τον τελευταίο καιρό πηγαίναμε για ένα κέρδος ούτε καν το 2%. Αρα, λοιπόν, ίσως και καλά να κάνανε και τα πήρανε. Τα δώσανε τώρα σε έναν εφοπλιστή, ο οποίος δείχνει τις Φεράρι του, με κάνει και γελάω, ξεκαρδίζομαι στο γέλιο.
Σκηνή 4η: «Μ@@ν@ρ@ παραμένω, τίποτα δεν με πτοεί»
Δ.Δ.: Το κτίριο το αγόρασε εφοπλιστής;
Λ.Γ.: Το κτίριο της Κάντζας το τεράστιο, που φιλοξενούσε 300 άτομα. Δεν το αγόρασε, το πήρε πριν τέσσερα χρόνια από αστείο πλειστηριασμό, όπου σίγουρα είχε γίνει κολεγιά με το κράτος και με αυτά τα funds τα οποία έχουν έρθει στην Ελλάδα και ξεσκίζουν τον κόσμο. Αλλά να σου πω: μ@@ν@ρα παραμένω, δεν με πτοεί τίποτα. Και ίσως αυτό το πείσμα με κάνει να είμαι αυτό που βλέπεις εσύ σήμερα. Και όχι μόνο εσύ, το βλέπουν όλοι. Εμένα το κτίριο μου είχε στοιχίσει 66 εκατομμύρια -δηλωμένα και με χαρτιά και όλα- και αυτός το αγόρασε 9 εκατομμύρια. Και 66 είχε τότε, το 2003, φαντάζεσαι με τα χρόνια τι αξία πήρε.
Δ.Δ.: Εσύ τότε γιατί έκανες αυτό το μεγάλο άνοιγμα;
Λ.Γ.: Γιατί είχα δουλειές, ήμουν παντοκράτορας, είχα όλες τις εταιρείες του κόσμου, είχα όλο το lifestyle στα χέρια μου – και γι’ αυτό το ανέδειξα και με τον πιο ωραίο τρόπο. Με επιδείξεις που έκανα, με dinners που έκανα στους πελάτες μου. Γιατί εγώ ήμουν χονδρέμπορος, έκανα distribution. Δεν ήμουν ο σχεδιαστής που κάθεται σε ένα θρόνο και λέει: «Εγώ είμαι σχεδιαστής, θα κάνω ένα νυφικό, θα κάνω το ένα ή το άλλο».
Δ.Δ.: Και ο ίδιος σχεδίαζες.
Λ.Γ.: Ναι, έκανα τη σειρά LAK.
Δ.Δ.: Για τη χρεοκοπία ευθύνεται η αδελφή σου;
Λ.Γ.: Οχι, όχι. Ευθύνεται το κράτος αρχικά. Γιατί δεν προστάτεψε κανέναν, μας πέταξε όλους. Οι Καρούζοι φύγανε, οι Λεμονήδες φύγανε, όλοι.
Δ.Δ.: Τι να προστατέψει το κράτος;
Λ.Γ.: Οταν κάνει αυτές τις μαλακίες που κάνει και ο κόσμος δεν έχει λεφτά να αγοράσει. Και όλοι οι πελάτες μού λέγανε: «Ελα, πάρε πίσω τα εμπορεύματα, δεν πουλάμε, δεν πουλάμε». Μα ούτε τώρα πουλάνε. Ποιος πουλάει; Τα μαγαζιά κλείνουν το ένα μετά το άλλο. Εχεις δει πώς είναι το Κολωνάκι; Ολα μπαρ και σουβλατζίδικα γίνανε, και φαστ φουντ. Δεν υπάρχει σωστό εμπόρευμα. Εγώ τώρα συνεργάζομαι με μία ξένη εταιρεία, και θέλουν να το κλείσουν. Ηρθαν εδώ, έκαναν μία επένδυση, αλλά δεν υπάρχει αυτό το πράγμα που γίνεται στην Ελλάδα. Οι φόροι που βάζουν, η ακρίβεια της ζωής, δεν τους επιτρέπουν να έχουν μία επιχείρηση. Γιατί νομίζεις ότι οι πολυεθνικές, οι μεγάλες εταιρείες, βγάζουν το κέρδος που θέλουν από μία χώρα σαν την Ελλάδα; Απλά πρέπει να υπάρχουν και στην Ελλάδα. Βγάζουν περισσότερα χρήματα κάπου αλλού και μπορούν να συντηρήσουν και το μαγαζί εδώ. Αλλά ένας που έχει ένα μαγαζί μόνος του δεν μπορεί να τα βγάλει πέρα με τίποτα. Μαθηματικά, δεν υφίσταται επιχείρηση που να είναι υγιής.
Δ.Δ.: Λες τώρα, αυτή την εποχή.
Λ.Γ.: Και ποτέ δεν ήταν. Το ’11, το ’12 ήταν χάλια. Τότε που κι εγώ έφυγα από την αγορά γιατί ήταν αβάσταχτα τα οικονομικά στοιχεία. Οταν έκανα χονδρική σε χίλιους πελάτες, εγώ τους πλήρωνα, εγώ έκανα τα τιμολόγια σαν μαλ…ς και μετά όταν εσύ που σου έδινα το εμπόρευμα δεν μπορούσες να με πληρώσεις, να πάει να γαμ… το κ@λ@κράτος που ήθελε τον ΦΠΑ από ανθρώπους που δεν πουλάγανε. Αυτοί είναι απατεώνες εδώ πέρα – ήταν, είναι και θα είναι πάντα. Ζητάνε λεφτά και μετά δεν φτιάχνουν ούτε ένα πεζοδρόμιο, δεν φτιάχνουν έναν νόμο σωστό. Ερχονται οι αλλοδαποί οι οποίοι δουλεύουν, έρχεται ο Πακιστανός που δουλεύει σε ένα εργαστήριο και θέλει νόμιμα να πάρει τη βίζα του, να δουλεύει νόμιμα εδώ. Οταν λοιπόν πάει να ανανεώσει τη βίζα, του ζητάνε δύο χιλιάρικα για να του τη δώσουν. Και ο άνθρωπος λέει, «μα εγώ δεν τα μάζεψα τα λεφτά αυτά. Για να ζήσω στην Ελλάδα που είναι πανάκριβη, για να φάνε και τα παιδιά μου που τα έφερα, δεν τα έχω τα λεφτά, δεν γίνεται». Οπότε δεν έχει χέρια η βιοτεχνία. Ο Πακιστανός δούλευε, αλλά δεν μπορεί να δουλέψει παράνομα φυσικά. Και ο Ελληνας δεν θέλει να δουλεύει, δεν θέλει να είναι στη βιοτεχνία, θέλει να είναι μάνατζερ. Τώρα ασχολείται και καλά με το real estate…
Σκηνή 5η: «Εχω έναν μόνιμο δεσμό και ένα φλερτ»
Δ.Δ.: Ο Κώστας Κουτάγιαρ μου έλεγε ότι δεν υπάρχει ελληνική μόδα στην Ελλάδα.
Λ.Γ.: Ναι, δεν υπάρχει, γιατί έχουν έρθει όλοι οι ξένοι εδώ πλέον. Γιατί, ποιος τοπικός μικροσχεδιαστής στο Παρίσι, στο Λονδίνο δουλεύει; Μόνο οι μεγάλοι δουλεύουν και τα fast fashion μαγαζιά.
Δ.Δ.: Θέλω να πω, δεν έχουμε μια μεγάλη καταξιωμένη φίρμα στην Ελλάδα
Λ.Γ.: Οχι, δεν έχουμε. Και αυτές που λένε και δείχνουν και πάνε και κάνουν τα couture στο Παρίσι με κάνουν και γελάω. Περσινά ξινά σταφύλια, όλοι τους είναι ανίδεοι. Απλά κάποιοι έχουν ένα ποσόν που τους δίνει κάποιος συγγενής τους, που έχει λεφτά, μόνο και μόνο για να πάνε να φωτογραφίζονται στα backstage.
Δ.Δ.: Δηλαδή, εσύ έχεις δει ποτέ οίκο του εξωτερικού να πάει να κάνει επίδειξη και μετά να φωτογραφίζεται όλη η οικογένεια στο backstage; Ε, από τους Ελληνες το είδαμε. Επαρχιωτισμός.
Λ.Γ.: Ακριβώς.
Δ.Δ.: Ερωτικά πώς είσαι;
Λ.Γ.: Πολύ καλά. Εχω έναν μόνιμο δεσμό και ένα φλερτ.
Δ.Δ.: Α, ταυτόχρονα! Μόνο ένα φλερτ;
Λ.Γ.: Ενα που με ενδιαφέρει. Κοίταξε, εγώ είμαι ένα άτομο πολύ υγιές και μπορώ να κάνω παρέα, και να πάω στο κουτούκι να διασκεδάσω, και να πάω στο σούπερ γκλάμορους πάρτυ. Και το μεν και το δε μπορεί καμιά φορά να είναι και για τη δουλειά μου. Αλλά το κουτούκι, πίστεψέ με, κατά 80% είναι για τη δική μου αναψυχή – εντελώς. Να τραγουδήσω παλιά τραγούδια σαν αυτά με τα οποία μεγάλωσα στη γειτονιά μου, στον Κορυδαλλό, που ο πατέρας μου ήταν μάγκας Πειραιώτης και γούσταρε να πίνει το ούζο του, να ακούει μια ωραία μουσική, ήταν φίλος με τον Τσιτσάνη, με τον Περπινιάδη, με τη Μοσχολιού… Οπότε και εγώ μεγάλωσα με τέτοια ακούσματα, και όταν μου λείπουν, πηγαίνω να τα ακούσω.
Δ.Δ.: Δηλαδή ο Λάκης Γαβαλάς ήταν λαϊκό παιδί, από τον Κορυδαλλό.
Λ.Γ.: Και έτσι αισθάνομαι ακόμη. Ε, από εκεί και πέρα είμαι διεθνής. Και τώρα και πάντα ασχολούμουν με το luxury. Εάν αυτή τη στιγμή είχα ένα παιδί στην Ελλάδα και γινόταν μηχανικός αυτοκινήτων, τι θα του έλεγα, να δουλέψει στη Zastava ή στη Rolls Royce; Φυσικά στη Rolls Royce θα ήθελα να δουλεύει. Αυτό δεν πάει να πει ότι χωρίς Rolls Royce δεν μπορεί να ζήσει – το ίδιο κι εγώ. Εγώ υπηρετώ το luxury, το εμπορεύομαι, αλλά luxury είναι ο εαυτός μου. Εγώ είμαι ένα διεθνές άτομο.
Δ.Δ.: Εννοείς στο fashion.
Λ.Γ.: Γαλουχήθηκα στην Ιταλία και τη Γαλλία γιατί εκεί έζησα επί 10 χρόνια. Στην εφηβεία μου μελετούσα σαν τον τρελό, πηγαίνοντας σε γαλλικό σχολείο και κάνοντας δύο ξένες γλώσσες. Οταν με βρήκαν οι σκάουτερ και με πήγαν στην Ιταλία αισθάνθηκα ότι πρέπει να κάνω πολλά πράγματα για να αποδείξω ότι είμαι ικανός γι’ αυτό που με επέλεξαν. Εκεί όμως σε ανταμείβουν. Δηλαδή, κάνεις ένα πράμα και σου δίνουν για ενάμισι. Κάνεις ενάμισι και σου δίνουν για τέσσερα και πάει λέγοντας. Οπότε έχω εφόδια από αυτό που έζησα εκεί. Και μετά από 9,5 χρόνια που έρχομαι στην Ελλάδα, αντιμετωπίζω κακία, υστεροβουλία. Αλλά σιγά-σιγά, σε απόσταση, έβλεπα τους ανθρώπους και έλεγα, «παιδιά, έτσι είναι εδώ». Και λέω: «Λάκη μου, πήγες στο Μαρακές στην αγορά και σου άρεσε, αυτοί ήταν λιγδιάρηδες. Είδες να έχουν φτιάξει ένα ωραίο παπούτσι, μια ωραία τσάντα, ένα ωραίο ρούχο; Είπες, α, μπράβο, θα δω το αποτέλεσμα. Γιατί λοιπόν λες για την Ελλάδα ότι είναι γύφτοι;». Και έτσι είπα: «Οχι, δεν είναι γύφτοι, είναι καλοί, από τη στιγμή που βγάζουν ένα χαριτωμένο πράμα, μια ωραία φορεσιά. Την κρητική, την ποντιακή φορεσιά…». Εβλεπα ένα art μέσα στον κόσμο και δικαιολογούσα τη σαχλαμάρα τους και τη χαζομάρα τους. Γιατί έλεγα, για να κάτσει να κεντήσει αυτά τα φλουριά, αυτό το γιλέκο, να βάλει αυτό το καπέλο, η φορεσιά να έχει αυτά τα μανίκια, εμένα αυτό το πράγμα που έφερνε μια παλάντζα.
Σκηνή 6η: «Αν εδώ δεν μ’ αρέσεις, φαντάσου να σε δω και στη Γαλλία πώς θα είσαι»
Δ.Δ.: Το στυλ έχει σχέση με τον χαρακτήρα του ανθρώπου; Το δικό σου στυλ.
Λ.Γ.: Εγώ δεν έχω ένα καθορισμένο στυλ.
Δ.Δ.: Γιατί είσαι μια πολύ ιδιαίτερη περίπτωση, τελείως διαφορετική από όλο τον κόσμο. Προκαλείς.
Λ.Γ.: Το στυλ για μένα μετράει για το πρώτο δεκάλεπτο, μετά δεν με ενδιαφέρει καθόλου αν δεν έχει κάτι ο άλλος να μου πει. Ομως το στυλ μπορεί και να με προκαλέσει φυσικά να γνωρίσω έναν άνθρωπο.
Δ.Δ.: Τι στυλ όμως; Ο άλλος μπορεί να είναι φτωχός.
Λ.Γ.: Μα ο φτωχός, όταν έχει ένα ωραίο body language, όταν μιλάει ωραία, φέρεται ωραία, στέκεται ωραία, δεν με νοιάζει αν το σακάκι του ή το ταγέρ της κυρίας είναι επώνυμο. Εδώ πέρα που είμαστε τώρα είδα περίπου δέκα γυναίκες πλούσιες και δεν μ’ άρεσε καμία. Τις λυπάμαι. Και πηγαίνω στα Εξάρχεια και έχω μία που έχει νύχια μεγάλα -που δεν μου αρέσουν τα μεγάλα νύχια-, που έχει βλεφαρίδα… Αλλά έχει τύπο. Και λέω, «ουάου, εδώ πέρα είμαστε». Γιατί αυτή το στηρίζει ωραία. Δεν έχει πάει εκεί για να δείξει ποια είναι. Ετσι γουστάρει να είναι αυτή. Οι άλλες, οι πλούσιες, το κάνουν για σόου, και είναι κακό σόου. Γιατί αυτές πάνε στη Γαλλία. Μου είπε μία «θα πάω στο Σεν Ζερμέν» και λέω «να κάνεις τι εκεί πέρα; Δηλαδή αν εδώ δεν μ’ αρέσεις, φαντάσου να σε δω και στη Γαλλία πώς θα είσαι».
Δ.Δ.: Θα ήθελες να υπάρχει νόμος για το στυλ;
Λ.Γ.: Οχι, γιατί ο άνθρωπος πρέπει να εκφράζεται. Η κοπέλα που είναι με κάποια κιλά παραπάνω φοράει ένα μπουστάκι και είναι έξω η κοιλιά της, δεν έχει κοιλιακούς. Ανεβαίνει στην πίστα και χορεύει, χαμογελάει, περνάει τέλεια και όταν κατέβει κάτω ο άνθρωπος που είναι μαζί της την αγκαλιάζει, τη φιλάει και είναι ευτυχισμένη. Αυτό αποτυπώνω εγώ από τους ανθρώπους, αυτή είναι η εικόνα που μου αρέσει. Από εκεί και πέρα, επειδή η δουλειά μου είναι αυτή και την κάνω 55 χρόνια, είναι ένα στυλ που έρχεται από μόνο του. Και στο εξωτερικό όταν πάω σε ένα showroom, και είμαι δίπλα σε Γάλλους, Αγγλους και Δανούς, έρχονται σε μένα με χαμόγελο και μου πιάνουν κουβέντα και στους άλλους όχι. Αρα κάτι εκπέμπω, το οποίο το χαίρομαι. Προσδίδω μια χαρά, έτσι αισθάνομαι. Γιατί είμαι άνθρωπος που γουστάρω να περνάνε και οι άλλοι καλά μαζί μου. Παρόλο που δεν μου το ανταποδίδουν πολλές φορές, αλλά δεν με νοιάζει, εγώ έτσι είμαι.
Δ.Δ.: Η οικογένειά σου ήταν φτωχοί άνθρωποι;
Λ.Γ.: Οχι, ο πατέρας μου είχε μηχανήματα κοπής μαρμάρων, ήταν ευκατάστατος, γι’ αυτό μας πήγε και σε σχολεία ιδιωτικά.
Δ.Δ.: Ηταν αριστερός, δεξιός;
Λ.Γ.: Τίποτα δεν ήταν. Δεν μιλήσαμε ποτέ για πολιτικά στο σπίτι.
Δ.Δ.: Πολλά παιδιά ήσασταν;
Λ.Γ.: Τρία, εγώ και δύο αδερφές. Ο μπαμπάς έδινε μηχανήματα, έπαιρνε ένα οικόπεδο, ένα σπίτι. Το σπίτι που έχουμε στην Εκάλη, εκεί που είναι η Ρόδων, όταν το πήρε εκεί ήταν Τουρκοβούνια.
Σκηνή 7η: «Χόρεψα στο σόου της Ραφαέλα Καρά»
Δ.Δ.: Πότε φεύγεις από τον Κορυδαλλό;
Λ.Γ.: Οταν είμαι 18,5 ετών. Και πάω Ιταλία. Κάνανε σκάουτινγκ και με πήρανε. Ημουν στο Θέατρο Μπουρνέλλη στην Αλεξάνδρας, χόρευα με τον Βαγγέλη Σειληνό και τη Μαρία Ιωαννίδου και με επέλεξαν οι Ιταλοί για το σόου της Ραφαέλα Καρά. Και πήγα και χόρεψα στη RAI, την ιταλική τηλεόραση. Και από εκεί πέρα γνώρισα τους σχεδιαστές και αυτοί μου είπαν, «έλα να δουλέψεις μαζί μας». Μετά πήγα στη Γαλλία, δούλεψα με τους Εβραίους εμπόρους που είχαν τα καταστήματα στη Sébastopol και τους έκανα το styling. Και πήρα πολλά από αυτούς. Είναι διαολεμένοι έμποροι. Και μετά από 9,5 χρόνια είπα «πάω πίσω στη χώρα μου» και σιγά-σιγά άρχισα να φέρνω τα ρούχα και να μπαίνω στο εμπόριο – αυτό που ο πατέρας μου πάντα επιθυμούσε. Ενώ ξεκίνησα από καλλιτέχνης, κατέληξα έμπορος. Και έτσι ο μπαμπάς πριν φύγει, χάρηκε που τελικά το πέτυχα αυτό.
Δ.Δ.: Δηλαδή έφερες την τέχνη στο εμπόριο και το εμπόριο στην τέχνη.
Λ.Γ.: Γι’ αυτό και δεν πούλαγα μόνο, συμβούλευα τους πελάτες μου πώς να κάνουν τη βιτρίνα τους, τους έκανα τα διάφορα σόου. Και τους έκανα να μαθαίνουν σιγά-σιγά και να αισθάνονται σπουδαίοι. Οπως ένας διάσημος μάγειρας που κάνει τηλεόραση και δείχνει στον κόσμο πώς να μαγειρεύει, το ίδιο έκανα και εγώ.
Δ.Δ.: Για την εκπομπή που κάνεις, ποια είναι η γνώμη σου;
Λ.Γ.: Εγώ κανονικά είμαι στο GNTM, το «Next Top Model». Σκοπός είναι να βγάλεις κάποια μοντέλα στην αγορά και θα διαπρέψουν. Τώρα που σταμάτησε αυτό, είμαι στο «Just the 2 οf Us». Ενας διαγωνιζόμενος, υποτίθεται επώνυμος, με έναν coach εξίσου επώνυμο, που του μαθαίνει πώς να τραγουδάει. Εγώ είμαι σε αυτό το σόου μαζί με τη Shaya. Με ρωτάνε πώς και πήγα σε αυτό το σόου. Εγώ δεν ξέρω να τραγουδάω και δεν μου άρεσε και η φωνή μου όταν την άκουγα. Αλλά μου είπαν όλοι ότι θέλουν να με δοκιμάσουν. Με δοκίμασαν, να δουν σε ποιες νότες πατάω, μου είπαν ότι θα είμαι καλός. Θέλω να σου εξηγήσω ότι -και δεν είναι υπεροπτικό, αλλά είναι η αλήθεια- όπου και να πάω, σε όποια συνεργασία, εγώ τον εαυτό μου τον βάζω σαν το ηλεκτρικό ρεύμα, το νερό και την αντιβίωση. Χωρίς νερό, χωρίς φως, δεν γίνεται να κάνεις κάτι. Αρα εγώ είμαι αυτό. Εγώ μπορώ να μπω σε ένα δυάρι στην Κυψέλη και μπορώ να μπω και σε μια βίλα στην Εκάλη. Αυτό θα είμαι πάντα, το ρεύμα και το νερό και η αντιβίωση.
Δ.Δ.: Από το «Next Top Model» τι έχεις καταλάβει; Αυτοί που παίρνουν μέρος εκεί, τι κόσμος είναι αυτός;
Λ.Γ.: Είναι κάποια χαριτωμένα παιδιά…
Δ.Δ.: …δεν είναι ψώνια;
Λ.Γ.: Οχι, μακάρι να ήταν ψώνια, γιατί θα έκαναν καλύτερη δουλειά. Το ψώνιο μπορείς να το καθοδηγήσεις, ενώ τον χαζούλη ή τη χαζούλα δεν μπορείς. Σήμερα στη μόδα υπάρχουν διάφοροι τύποι μοντέλων. Υπάρχει ο τύπος του μοντέλου που είναι σαν την Κέιτ Μος, που έχει λίγο στραβισμό, έχει στραβά πόδια, είναι 1,62, αλλά είναι θεά. Και υπάρχει η κοπέλα που είναι 1,82 και επίσης κάνει μόντελινγκ παρόλο που έχει στενές πλάτες, είναι ανορεξική ή οτιδήποτε. Και μετά έχουμε το plus size, αυτές που έχουν παραπάνω κιλά, που κι αυτές τις χρειάζονται κάποιες εταιρείες που είναι πιο πολύ oriental – γιατί μετά από λίγο καιρό όλοι αυτοί οι λαοί παχαίνουν λόγω της διατροφής τους. Πρέπει να απευθύνεσαι και σε αυτές τις φυλές. Οπως και στην Κίνα που είναι μικρόσωμες, κοντές. Κάθε μοντέλο λοιπόν που ταυτίζει τον εαυτό της με ένα από αυτά, θέλει να συμμετέχει σε ένα παιχνίδι για να προωθηθεί και να βρει δουλειά. Και εγώ πρέπει να κρίνω. Αν μια κοπέλα είναι ψηλή και είναι ο τύπος που κάνει για μοντέλο και τελικά στον διαγωνισμό δεν ξέρει να ποζάρει, δεν κάνει φωτογραφίες, την κρατάς για να την εκπαιδεύσεις και δεν γίνεται, φεύγει. Και υπάρχει μία που είναι κοντή συγκριτικά με τα στάνταρ της άλλης και μπορεί να σου βγει πάρα πολύ καλή και να κάνει καλά τη δουλειά. Και τα αγόρια επίσης. Σήμερα η αγορά ζητάει γυναικωτά αγόρια, αυτό που λέμε non-sex. Και ο Ιλον Μασκ έβαλε το παιδί του που είναι τέτοιο και κάνει σόου στον Gucci. Που είναι αηδία για μένα σαν φιγούρα, αλλά αρέσει. Κι έτσι, υπάρχουν παιδιά σήμερα που σου λένε: «Γιατί ο γιος του Ιλον Μασκ που είναι χάλια κάνει και δεν μπορώ εγώ επειδή έχω λίγο πιο μεγάλα αυτιά;». Και μετά πάει και βλέπει ότι πολλά μοντέλα με μεγάλα αυτιά τα παίρνει η Prada, ο Saint Laurent. Αρα δεν μπορείς να του στερήσεις το δικαίωμα. Εσύ πρέπει να το εκπαιδεύσεις σωστά και να το φέρεις σε μία ψυχολογική ισορροπία – εγώ αυτό κάνω.
Σκηνή 8η: «Πανηλίθια η Καρντάσιαν»
Δ.Δ.: Ο Τιμοτέ Σαλαμέ ο ηθοποιός, ας πούμε, είναι θηλυπρεπής.
Λ.Γ.: Ναι, βέβαια. Και τώρα νοίκιασε και την Καρντάσιαν, αυτή την πανηλίθια. Που καλύτερα να ήταν ένα μηχάνημα της Volvo να το πας στη Σουηδία να το βάλεις σε αυτοκίνητο, παρά να είναι γυναίκα. Εμπόρευμα είναι. Είναι τώρα μαζί με τον Σαλαμέ – και καλά. Αν λοιπόν ένα κορίτσι 20 ετών έβλεπε αυτή τη βαθύπλουτη, ή τις δικές μας Ελληνίδες που κάνουν τηλεόραση, τι θα του έλεγες; Μην το κάνεις; Κι αυτό τότε θα σου έλεγε: «Γιατί; Αυτή εδώ παίρνει τόσα λεφτά. Γιατί να σπουδάσω;». Αν λοιπόν το παιδί έχει μια τέτοια έξαρση, γι’ αυτό υπάρχουν αυτές οι εκπομπές, για να δούμε αν αυτά τα παιδιά μπορούν να πάρουν μια θέση ή όχι. Αυτό είναι. Δεν μπορείς να απορρίψεις το γεγονός ότι αυτό είναι ένα επάγγελμα.
Δ.Δ.: Δεν απορρίπτω τίποτα. Απλά ρωτάω αυτά τα παιδιά τι είναι. Γιατί πολλοί λένε ότι είναι και βίζιτες.
Λ.Γ.: Οχι, όχι, καμία σχέση. Εγώ πήγα φέτος γιατί ήταν όλα πεντακάθαρα παιδιά. Τα έλεγξαν. Δεν ξέρω για άλλες εκπομπές, αλλά σε εμάς πραγματικά ήταν πολύ αξιόλογα παιδιά – και αυτά που φύγανε και αυτά που φτάσανε μέχρι το τέλος. Τα πιο πολλά γίνανε ζευγάρια -γιατί είχαμε αγόρια και κορίτσια φέτος-, οπότε ήταν πολύ ωραία, για μένα ήταν πεντακάθαρα. Πίστεψέ με ότι δεν θα καθόμουν αν ήταν κάτι άλλο. Και βλέπεις τώρα από το Ντουμπάι που έρχονται και πάνε στη Μύκονο, κοπέλες που είναι με τα βυζιά. Εμείς δεν είχαμε τέτοια στο δικό μας το σόου. Και απαγορευόταν να υπάρχουν βυζιά και κείνο και τ’ άλλο, γι’ αυτό και έκανα το συμβόλαιο και είπα το ΟΚ. Δικός μου όρος, ότι δεν θα έχω artificial άτομα. Ομως βγαίνει και η Ντέμι Μουρ με αυτόν τον σωματότυπο 22 κιλών. Δεν μπορεί να έχει 17 κιλά βυζί. Το κορίτσι όμως το βλέπει και σου λέει, «θα αδυνατίσω και θα βάλω βυζί». Εσύ πρέπει λοιπόν να της πεις ότι «δεν είναι αυτό το στυλ σήμερα. Η Ντέμι Μουρ έχει κάνει μια πορεία. Ωσπου να εξατμιστεί, θα έχει ακόμα λίγη δουλειά». Αλλά βλέπεις, έχει τα χέρια της που είναι με αρθρίτιδα – κρατάει το σκυλάκι για να τα καλύψει. Ολο φτιαγμένο από το Χόλιγουντ. Αυτή την εικόνα όμως μπορείς εσύ από το κορίτσι ή το αγόρι που τη βλέπει να την απαγορεύσεις; Απλά του λες, «προσπάθησε να μη γίνεις έτσι». Αμα το πετύχεις, το πέτυχες.
Δ.Δ.: Και από το πορνό δεν επηρεάζονται; Ποια είναι η γνώμη σου για τις ερωτικές σχέσεις σήμερα;
Λ.Γ.: Απ’ ό,τι ακούω -γιατί έμαθα τελευταία τι είναι και πώς δουλεύει αυτό το Onlyfans- αυτό είναι μια μπίζνα τρελή. Υπάρχει μία η οποία δείχνει τα πόδια της μόνο και βγάζει 300.000 τον μήνα. Επειδή έχει απελευθερωθεί το σεξ μέσω του τηλεφώνου, από τη μία με χαροποιεί που οι άνθρωποι έχουν ορμές και θέλουν να κάνουν σεξ, γιατί είναι ένα πολύ ωραίο πράγμα. Με απωθεί το ναρκωτικό. Το σεξ δεν με πειράζει, άμα είναι κιόλας και με προφύλαξη, είναι μια χαρά. Οταν το αφήνεις ελεύθερο όμως, έχει και τα επακόλουθα του. Δηλαδή η ελευθερία φέρνει κι αυτές τις ανωμαλίες.
Δ.Δ.: Κάνουν έρωτα οι άνθρωποι;
Λ.Γ.: Οταν βγαίνω έξω βλέπω κοπάδια αντρών μόνα τους να διασκεδάζουν με το κινητό στο χέρι και βλέπω και κοριτσοπαρέες μόνες τους. Και λες, ρε παιδί μου, πότε θα συναντηθούν αυτοί οι άνθρωποι, να κρατήσουν ο ένας το χέρι του άλλου; Kαι δεν γίνεται αυτό, δεν το βλέπεις.
Δ.Δ.: Πού οφείλεται αυτό;
Λ.Γ.: Αυτοϊκανοποιούνται με το Ιντερνετ.
Δ.Δ.: Αυνανίζονται.
Λ.Γ.: Μπορεί. Και επίσης τώρα οι κοπέλες πιο πολύ συνευρίσκονται μεταξύ τους παρά με αγόρια. Και βλέπεις και αγόρια που συνευρίσκονται μεταξύ τους – στρέιτ άτομα, κατά τας Γραφάς. Και συνουσιάζονται μεταξύ τους, κορίτσι με κορίτσι και αγόρι με αγόρι.
Σκηνή 9η: «Eμείς τότε είχαμε το φλερτ, την αγωνία, την ντροπή. Αυτό σήμερα δεν υπάρχει γιατί τα κάνουμε όλα μέσω ενός μηχανήματος»
Δ.Δ.: Στην εποχή σου δεν συνέβαιναν τα ίδια; Στον κύκλο τον δικό σου;
Λ.Γ.: Ο κύκλος ο δικός μου είχε απόσταση μεγάλη από όλους. Εγώ έκανα τη δουλίτσα μου και έβλεπα. Αλλά απ’ ό,τι έβλεπα και ξέρω γενικά, εμείς τότε είχαμε το φλερτ, την αγωνία, την ντροπή. Αυτό σήμερα δεν υπάρχει γιατί τα κάνουμε όλα μέσω ενός μηχανήματος. Τότε μιλάγαμε, πηγαίναμε σ’ ένα μπαρ, σ’ ένα κλαμπ, μπορούσαμε να μιλήσουμε, να αγκαλιαστούμε, να εκδηλώσουμε άλλα συναισθήματα, κατάλαβες; Ενώ τώρα; Οπως το σκέφτομαι εγώ, η ενδοοικογενειακή βία έχει εξελιχθεί ραγδαία σήμερα, παίρνει ο ένας τηλέφωνο την άλλη απέναντι, ή εκείνη παίρνει τον άλλον, και του λέει: «Θες να τον βγάλεις έξω να τον παίξεις για μένα τώρα;». Αυτός ικανοποιείται με αυτό το πράμα. Πάει στη γυναίκα του, στη σχέση του, και φυσικά δεν μπορεί να της πει, «έλα εδώ να κάνουμε αυτό». Και τον ενοχλεί πώς φέρεται η γυναίκα. Ξεχνάει ότι αυτή είναι μια άλλη, που δεν τη γνωρίζει καν, που έρχεται σε επαφή μαζί της μόνο μέσω του screen, και θέλει η γυναίκα του να είναι το ίδιο. Και όταν δεν είναι, την πλακώνει. Για μένα αυτό είναι πάρα πολύ ανώμαλο πράγμα, αλλά δυστυχώς αυτή είναι η αλήθεια. Και επειδή αυτός θέλει να καλύψει το τι είναι, βγάζει τον ανδρισμό.
Δ.Δ.: Σε έχουν χτυπήσει ποτέ;
Λ.Γ.: Οχι, όχι.
Δ.Δ.: Από τις σχέσεις που είχες;
Λ.Γ.: Οχι, καμία σχέση, και στο σχολείο δεν είχα ούτε μπούλινγκ ούτε τίποτα. Ημουν η χαρά του σχολείου, και στο γαλλικό σχολείο, επειδή ήμουν ζιζάνιο, έκανα τις φασαρίες μου μέσα στην τάξη και γύριζε ο frère Paul και μου έλεγε: «Τι είπα τώρα, Γαβαλά;». Εγώ ήξερα τι είχε πει και ήξερα και το παρακάτω μάθημα και έλεγα: «Είπατε αυτό, και θα συμβεί αυτό». Αυτά τα μπούλινγκ που λένε για μένα είναι άγνωστα πράγματα.
Δ.Δ.: Σεξουαλικά πότε δραστηριοποιήθηκες;
Λ.Γ.: Από τα 16-17 μου.
Δ.Δ.: Είχες σχέσεις με κορίτσια;
Λ.Γ.: Είχα σχέση για χρόνια με μια κοπέλα που τη γνώρισα στην Ιταλία, εγώ ήμουν 20 κι εκείνη 19, και μείναμε μαζί όλα τα χρόνια μαζί όσο ήμουν έξω. Αυτή δούλευε μοντέλο, εγώ δούλευα στον καλλιτεχνικό τομέα και ήμασταν μαζί. Αλλά ταξιδεύαμε, αυτή πήγαινε πολύ Λονδίνο γιατί εκεί είχε κυρίως δουλειά. Ηταν Νορβηγίδα που μεγάλωσε στη Σουηδία και μετά είχε πάει στο Λονδίνο όπου είχε συγγενείς και εκεί άρχισε να κάνει μόντελινγκ. Και ήρθε στην Ιταλία για μια δουλειά και γνωριστήκαμε. Και μείναμε μαζί, ήμασταν πολύ ερωτευμένοι. Ξέρεις, αυτοί οι παιδικοί έρωτες οι υπέροχοι, οι φανταστικοί, που είναι ωραίοι και αυθόρμητοι, αλλά δένεσαι και πολύ γιατί υπάρχουν πολλά πράγματα που σε κάνουν να δεθείς, δεν είναι μόνο το σεξ.
Δ.Δ.: Ταυτόχρονα είχες κι άλλες σχέσεις με αγόρια;
Λ.Γ.: Με αγόρια μετά από αυτό. Είχα δύο σχέσεις, αρκετά μεγάλες.
Δ.Δ.: Με επώνυμους;
Λ.Γ.: Οχι, άγνωστοι. Δεν ήταν Ελληνες έτσι κι αλλιώς, ήταν ξένοι. Και τώρα το φλερτ μου ξένος είναι, δεν είναι Ελληνας.
Δ.Δ.: Και η μόνιμη σχέση; Ελληνας;
Λ.Γ.: Οχι, είναι Ελληνας της Αυστραλίας. Αντε, σ’ τα λέω όλα σήμερα.
Δ.Δ.: Εχεις να φοβηθείς τίποτα;
Λ.Γ.: Οχι, φοβάμαι στο θέμα της εκπαίδευσης μόνο να μην ξεφύγω πολύ – ξεφεύγω, βάσει της λογικής της μόδας, αλλά η λογική της Ελλάδας είναι limited, είναι μέχρι ενός σημείου. Εγώ πρέπει να πάω πιο κει, χωρίς όμως να ξεφύγω πάρα πολύ. Δεν θέλω να βάζω τα παιδιά σε έναν τρόπο σκέψης Αγγλίας ή Αμερικής. Απλά λιγάκι τους λέω τι γίνεται εκεί. Σε κανένα άλλο πράγμα δεν ξεφεύγω, δεν μεθάω, δεν θα με δεις στα καζίνα, δεν θα με δεις να κάνω περίεργα πράγματα. Γι’ αυτό και οι γυναίκες, που τις λατρεύω πιο πολύ απ’ τον άντρα τους ή τον γκόμενο τους, με βλέπουν και με αντιμετωπίζουν σαν καραστρέιτ άτομο, σαν πολύ άντρα. Και είμαι σε αυτήν τη φάση. Απλά σεξουαλικά, εδώ και πάρα πολύ καιρό, μου αρέσει η αντρική συμπεριφορά και το ανδρικό σώμα.
Δ.Δ.: Και αυτό το ανακαλύπτεις 20-22 ετών;
Λ.Γ.: Το ότι θέλω να πάω με αγόρια; Οχι, πάντοτε το θαύμαζα, αλλά ποτέ δεν είχα την ανάγκη. Γιατί είχα αυτή τη σχέση όπου ήμουν πάρα πολύ καλά, δεν είχα χρόνο να σκεφτώ κάτι άλλο. Αγγιζόμασταν και πάντοτε ήμασταν αγαπημένοι. Μετά, όταν τελείωσε, μου άρεσε ένα άτομο και είπα «και γιατί να μην πάω;» – και πήγα και έγινε η σχέση.
Επίλογος: «Είναι ξεφτίλα η Ελλάδα σε όλες τις φάσεις»
Δ.Δ.: Πιστεύεις ότι η Ελλάδα είναι συντηρητική κοινωνία;
Λ.Γ.: Είναι ξεφτίλα η Ελλάδα, σε όλες τις φάσεις. Κανένας συντηρητισμός. Ολοι νομίζουν ότι είναι κάτι, ενώ δεν είναι τίποτα. Γιατί οι άνθρωποι που είναι κάτι μένουν σπίτι τους, διαβάζουν τα βιβλία τους, ανάβουν το τζάκι τους τον χειμώνα και το καλοκαίρι είναι στον κήπο τους και ρεμβάζουν. Μπορεί να φέρουν μια κιθάρα, κάποιο φίλο και να κάνουν ένα παρτάκι. Ο Ελληνας είναι ξεφτίλα, δεν μου λέει τίποτα, δεν έχει κουλτούρα καθόλου. Και κάποιοι αγοράζουν τέχνη για να την πουλήσουν με πολλά λεφτά αργότερα, γιατί σου λένε, «αυτός μεθαύριο θα κάνει τόσα». Και λέω, «καλά, δεν σου αρέσει να τον πάρεις σπίτι σου, να τον βλέπεις όπως κάναμε παλιά;». Εγώ λίγα πράγματα έχω σπίτι μου, γιατί τα πιο πολλά τα έχω σε αποθήκες. Μετά τη βίλα των 2.000 τ.μ. που είχα, μένω σε ένα σπίτι 150 τ.μ. που είναι σαν βεστιάριο. Δεν είναι λίγο, αλλά έχω τρία σκυλιά, μια γάτα, έχω τη σχέση που έρχεται κάθε τόσο… Θέλω να πω ότι ακόμη και την τέχνη την εμπορεύονται. Ακόμα και σε αυτό, που είναι εκλεπτυσμός, ακούς τον άλλον να λέει, «έλα, ρε μ@λ@κ@, χέστ… γι’ αυτό». Δηλαδή είναι δυνατόν να αγοράζεις τέχνη και να λες από την άλλη μεριά «έλα ρε μ@λ@κα»; – Το χρησιμοποιώ σαν έκφραση απελευθέρωσης, ξέρεις.
Δ.Δ.: Θέλω να μου πεις την πιο ευτυχισμένη στιγμή της ζωής σου;
Λ.Γ.: Πολλές, καλέ, τι μία; Δεν μπορώ να ξεχάσω, όταν βγήκα απ’ τον Κορυδαλλό, και είχα πει στον οδηγό μου -γιατί τότε είχα ακόμη- να μου κάνει ένα μπλουζάκι που έλεγε Free Da Kallo – με αυτό ήθελα να πω Free from Korydallos. Και η ακόμα πιο ευτυχισμένη στιγμή ήταν όταν με κάλεσε ο δήμαρχος του Κορυδαλλού και πήγα να λανσάρω το βιβλίο μου που είχα βγάλει τότε, το «Λάκης Γαβαλάς Loaded», και είναι η ιστορία μου, πολύ συμπυκνωμένη. Και πήγα να το λανσάρω, όπως είχα κάνει σε πολλά μέρη. Και ήταν και μια κοινωνική λειτουργός από τον Κορυδαλλό. Και εκείνη τη μέρα ήταν και η επέτειος της Γενοκτονίας των Ποντίων και μου λέει ο δήμαρχος «έλα μαζί μας να περπατήσεις» και όλοι οι άνθρωποι εκεί έρχονταν να με αγκαλιάσουν, αυτή ήταν ευτυχισμένη στιγμή. Η αγάπη αυτού του κόσμου για την αδικία που είχα ζήσει.
Δ.Δ.: Και η πιο δυσάρεστη στιγμή της ζωής σου; Δεν ήταν η φυλακή, όπως μου είπες.
Λ.Γ.: Οχι, γιατί εγώ αισθάνθηκα ότι θα αποδείξω τη διαφορά της φυλακής της γενικής που είναι η Ελλάδα – και αυτή δεν αλλάζει. Εδώ τώρα είμαστε φυλακισμένοι, πάμε σε ένα ωραίο εστιατόριο, είμαστε φυλακισμένοι. Ποιανού πράγματος; Της αποδείξεως ότι είμαστε κάποιοι. Εντάξει, ζορίστηκα το πρώτο τρίμηνο γιατί είχα ευθύνες, είχα αφήσει εκκρεμότητες στα παιδιά που δουλεύανε για μένα, δεν ήταν αστείο. Είχα και την αδερφή μου που μου έλεγε «βρήκα έναν δικηγόρο ο οποίος είπε ότι θα μας βγάλει σε ένα μήνα» και δώσαμε και τα τελευταία μας λεφτά σε αυτούς τους ελεεινούς ανθρώπους, τα τέρατα.
Προτού φωτογραφηθούμε μαζί, εγώ με καπέλο, επίτηδες για να του τη σπάσω, μου είπε. Και συγκινήθηκα: «Και ειδικά μια κοπέλα που ήταν μαζί και, υποτίθεται, ήταν φίλη της αδελφής μου, αλλά αυτοί χεστ…νε όλοι. Τώρα βέβαια αυτή με βλέπει και της λέω: “Εσύ αυτή τη στιγμή είσαι εγκλωβισμένη στη μ@λ@κί@ σου. Εγώ είμαι ελεύθερος και πετάω σαν πουλί παντού”. Και το εννοώ».
Fly, Laki, fly!

