Καταδικάστηκε και δεύτερη συμβολαιογράφος για το κύκλωμα που μοίραζε άδειες παραμονής με αναγνώριση πατρότητας σε παιδιά Ρομά
Καταδικάστηκε και δεύτερη συμβολαιογράφος για το κύκλωμα που μοίραζε άδειες παραμονής με αναγνώριση πατρότητας σε παιδιά Ρομά
Ρομά μητέρες δήλωναν αλλοδαπούς ως πατέρες των παιδιών τους για άδειες παραμονής – Σε λιγότερο από έναν χρόνο ο Άρειος Πάγος επικύρωσε εφετειακή απόφαση
Ο Άρειος Πάγος με νέα απόφασή του καταδίκασε δεύτερη συμβολαιογράφο των Αθηνών για συμμετοχή της σε κύκλωμα βιομηχανίας αναγνώρισης εκτός γάμου ανήλικων παιδιών γυναικών Ρομά για να μπορούν να πάρουν άδεια παραμονής στην Ελλάδα αλλοδαποί.
Όλες μητέρες ήταν Ρομά από την Αχαΐα και όλοι οι δήθεν πατέρες ήταν χωρίς χαρτιά από Πακιστάν, Ινδία και Μπανγκλαντές
Σε λιγότερο από έναν χρόνο ο Άρειος Πάγος επικύρωσε εφετειακή απόφαση με την οποία καταδικάστηκε δεύτερη συμβολαιογράφος των Αθηνών για συμμετοχή σε κύκλωμα αναγνώρισης εκτός γάμου 17 ανήλικων παιδιών γυναικών Ρομά, των οποίων οι φερόμενοι βιολογικοί αλλοδαποί πατέρες ήταν Πακιστανικοί, Ινδοί και Μπανγκλαντεσιανοί, έτσι ώστε να μπορούν να πάρουν άδεια παραμονής στην Ελλάδα ως δήθεν βιολογικοί πατέρες ημεδαπών ανήλικων παιδιών. Στο κύκλωμα συμμετείχε δικηγόρος, όπως και αλλοδαποί.
Το περασμένο έτος το «ΘΕΜΑ» είχε αποκαλύψει την πρώτη συμβολαιογράφο Αθηνών, η οποία ήταν μέλος του κυκλώματος της βιομηχανίας έκδοσης πράξεων εκούσιας αναγνώρισης εκτός γάμου ανήλικων παιδιών προκειμένου να μπορούν να παραμένουν στη χώρα μας αλλοδαποί που δεν είχαν τα απαιτούμενα έγγραφα εισόδου στην Ελλάδα. Η πρώτη αυτή συμβολαιογράφος είχε και πάλι είχε καταδικαστεί.
Το κύκλωμα απαρτιζόταν από συμβολαιογράφους, δικηγόρους κ.λπ. και εκμεταλλευόταν διάταξη του νόμου 4251/2014, η οποία «έδιδε τη δυνατότητα στους αλλοδαπούς να αποκτήσουν άδεια διαμονής στην Ελλάδα εφόσον προσκόμιζαν τα απαραίτητα πιστοποιητικά που θα πιστοποιούσαν ότι είναι γονείς ημεδαπού ανηλίκου τέκνου».
Στη συνέχεια οι αλλοδαποί προσκόμιζαν τις συμβολαιογραφικές πράξεις εκούσιας αναγνώρισης στον ληξίαρχο και πετύχαιναν να εκδοθεί απόσπασμα ληξιαρχικής πράξης γέννησης που το υπέβαλαν στο υπουργείο Μεταναστευτικής Πολιτικής διεκδικώντας τη χορήγηση αδείας διαμονής στην Ελλάδα για ανθρωπιστικούς λόγους, ως δήθεν βιολογικοί πατέρες ημεδαπού ανηλίκου τέκνου.
Στις πράξεις εκούσιας αναγνώρισης τέκνου όλοι αλλοδαποί, υπήκοοι Ινδίας, Μπαγκλαντές και, κυρίως, Πακιστάν οι οποίοι επί το πλείστον διέμεναν στην Αττική και δεν είχαν άδεια διαμονής στη χώρα, ενώ οι μητέρες ήταν Ρομά και κατοικούσαν κυρίως σε περιοχές του Νομού Αχαΐας.
Σύμφωνα με την αρεοπαγίτικη απόφαση, οι δηλώσεις των αλλοδαπών «φερόμενων ως πατεράδων, καθώς και των μητέρων ήταν ψευδείς, καθώς οι αλλοδαποί αυτοί δεν γνώριζαν καθόλου τις μητέρες, δεν είχαν καμία σχέση μαζί τους και συνεπώς δεν ήταν οι βιολογικοί πατέρες και η σύνταξη των πράξεων έγινε προκειμένου να αποκτήσουν άδεια διαμονής στη χώρα».
Οι αλλοδαποί, σύμφωνα με τη δικαστική απόφαση, «κατευθύνονταν στο συγκεκριμένο συμβολαιογραφείο της κατηγορούμενης από ομοεθνή τους μεσολαβητή ο οποίος συνεργαζόταν με δικηγόρο». Οι πράξεις αναγνώρισης «υπογράφονταν χωρίς την ανάγνωση αυτών από τη συμβολαιογράφο, χωρίς διερμηνέα, αν και οι αλλοδαποί δεν γνώριζαν επαρκώς την ελληνική γλώσσα, ιδίως τους νομικούς όρους και χωρίς την παρουσία των μητέρων».
Ως προς τις αμοιβές, οι αρεοπαγίτες υπογραμμίζουν ότι «η μη προσδιορισθείσα επακριβώς αμοιβή καταβαλλόταν από τον αλλοδαπό φερόμενο ως πατέρα εκτός συμβολαιογραφικού γραφείου στον αλλοδαπό μεσάζοντα, ο οποίος εν συνεχεία, αφού κρατούσε ένα μέρος αυτής για τον εαυτό του, το υπόλοιπο ποσό το κατάβαλλε για τη συμφωνηθείσα αμοιβή της συμβολαιογράφου, την αμοιβή του δικηγόρου και της μητέρας Ρομά».
Σύμφωνα με την καταδικαστική απόφαση, «το δικαστήριο πείστηκε ότι η συμβολαιογράφος γνώριζε ότι όλες οι δηλώσεις ήταν ψευδείς και γίνονταν για να αποκτήσουν άδεια διαμονής οι αλλοδαποί συμβαλλόμενοι έναντι αμοιβής μη επακριβώς προσδιορισθείσας».
Πάντως, όπως χαρακτηριστικά αναφέρεται, «η κατηγορούμενη συμβολαιογράφος, απολογούμενη, δεν έδωσε σαφείς και πειστικές απαντήσεις για τον λόγο που γυναίκες Ρομά μετέβαιναν από την Πάτρα στο συμβολαιογραφείο της στην Αθήνα για να συντάξουν τις επίμαχες πράξεις και δεν μετέβαιναν σε συμβολαιογραφεία της περιοχής τους».
Σε άλλο σημείο της δικαστικής απόφασης σημειώνεται ότι η συμβολαιογράφος Αθηνών «οφείλει να απέχει από σύνταξη πράξης που αντίκειται στον νόμο ή στα χρηστά ήθη». Παρ’ όλα αυτά, συνεχίζει η δικαστική απόφαση «καταστρατηγώντας τις διατάξεις περί εκούσιας αναγνώρισης τέκνου γεννηθέντος εκτός γάμου, με δήλωση ενώπιον συμβολαιογράφου, καθώς και τις διατάξεις περί χορήγησης άδειας διαμονής σε αλλοδαπούς γονείς ημεδαπών ανήλικων τέκνων και σε μια περίπτωση τις διατάξεις για τη σύναψη συμφώνου ελεύθερης συμβίωσης, συνέταξε τις συμβολαιογραφικές πράξεις εκούσιας αναγνώρισης τέκνου, χωρίς να υφίσταται αληθής συγγενική σχέση μεταξύ των αναγνωρισθέντων τέκνων και των αλλοδαπών φερομένων ως πατέρων τους, προκειμένου οι τελευταίοι που διέμεναν παράνομα στη χώρα να χρησιμοποιήσουν τις συμβολαιογραφικές αυτές πράξεις για να πετύχουν τη νομιμοποίηση της παραμονής τους στην ελληνική επικράτεια και επιπλέον συνέταξε σύμφωνο συμβίωσης ενώ γνώριζε ότι αυτό είναι εικονικό».
Μάλιστα, υπογραμμίζεται ότι οι συμβολαιογραφικές πράξεις εκούσιας αναγνώρισης τέκνου και συμφώνου συμβίωσης συνιστούν δημόσια έγγραφα, κατά την έννοια του Ποινικού Κώδικα και του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας. Από το Εφετείο Αθηνών η εν λόγω συμβολαιογράφος καταδικάστηκε σε φυλάκιση 18 μηνών με τριετή αναστολή για την αξιόποινη πράξης της ψευδούς βεβαίωσης κατ’ εξακολούθηση, αφού προηγουμένως τής αναγνωρίστηκε το ελαφρυντικό του πρότερου σύννομου βίου.
Στη συνέχεια προσέφυγε στον Άρειο Πάγο ζητώντας να αναιρεθεί η καταδικαστική για εκείνη εφετειακή απόφαση. Ωστόσο, το ΣΤ’ Ποινικό Τμήμα του Ανωτάτου Ποινικού Δικαστηρίου απέρριψε την αίτηση αναίρεσης, κρίνοντας ότι το Εφετείο ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε την ποινική νομοθεσία, χωρίς να την παραβιάσει ευθέως ή εκ πλαγίου, με ασαφείς, ελλιπείς ή αντιφατικές αιτιολογίες.
Παράλληλα, τυπικά οι αρεοπαγίτες ανέπεμψαν την υπόθεση για νέα επιμέτρηση της ποινής στο Εφετείο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές εκτός αυτών που δίκασαν την πρώτη φορά, καθώς στην εφετειακή απόφαση μία από τις πράξεις αναγνώρισης είναι καταχωρημένη δύο φορές. Ωστόσο, αναμένεται η επιβληθείσα ποινή να μη μειωθεί ή να μειωθεί ελάχιστα.
ΡΟΗ ΕΙΔΗΣΕΩΝ
52
178
14
395
75
77
Δείτε Επίσης

