Κίμπερλι Γκιλφόιλ: H πρέσβης – ντίβα και το άδοξο τέλος μετά από 11 μήνες και 10 ημέρες στην Ελλάδα
Από τις κοσμικές εμφανίσεις και τις ενεργειακές συμφωνίες στις καταγγελίες για διαφθορά και την αποπομπή – Τι σημαίνει η υπόθεση για την Αθήνα και την Ουάσινγκτον
Εν τέλει η Κίμπερλι Γκιλφόιλ κατάφερε να γράψει ιστορία ως πρέσβης των Ηνωμένων Πολιτειών της Αμερικής στην Ελλάδα. Όμως, δεν θα πρέπει να βιαστεί κανείς να συμπληρώσει την προηγούμενη φράση προσθέτοντας την κλισέ-απόφανση «με το δικό της τρόπο».
Διότι η Κίμπερλι Γκιλφόιλ έγραψε ιστορία ως η πρώτη γυναίκα πρέσβης των Ηνωμένων Πολιτειών στην Ελλάδα, κατ’ ουσίαν με τον τρόπο του Ντόναλντ Τραμπ. Μόνο που ο κυνισμός, η αλαζονεία, η πλήρης αδιαφορία για την τήρηση της αρμόζουσας ευπρέπειας στο αξίωμα του Πρέσβη, κυρίως η αυθάδης και προσβλητική ρητορική, μαζί με μια επιδεικτική, προκλητική εξωστρέφεια, συνέθεσαν ένα φορτίο ύβρεως που ούτε καν ο Ντόναλντ Τραμπ δεν ήταν διατεθειμένος πλέον να αναλάβει.
Ασφαλώς η Κίμπερλι Γκιλφόιλ δεν κρύφτηκε ποτέ: Από την πρώτη κιόλας ώρα της στην Ελλάδα, έδειξε τι προτιμά και τι όχι, πώς θέλει να εμφανίζεται και σε ποια μέρη, ποια πρόσωπα επιθυμεί να συγχρωτίζεται και ποια όχι, ότι στην κουστωδία της πρωταγωνιστικό ρόλο δεν θα είχε ο ιδιαίτερος ή η ιδιαιτέρα της ως είθισται, αλλά ο προσωπικός της στυλίστας. Σαν να ήταν μία καλτ ντίβα, μια προσωπικότητα της show biz και μία socialite, μια κοσμοπολίτισσα, όχι εκπρόσωπος μιας υπερδύναμης σε ένα ευρωπαϊκό κράτος. Και ότι στο ίδιο επίπεδο σεβασμού, στη δική της αξιολογική κλίμακα, ήταν για εκείνην ένας λαϊκός τραγουδιστής, ένας αθλητικός σύλλογος -αλλά και οι θεσμικοί εκπρόσωποι του ελληνικού κράτους, αδιακρίτως.
Στην αρχή, της παραχωρήθηκε η επιείκεια, ως «αντισυμβατικής» και διαφορετικής, δεδομένων των ηθών που έχει εισάγει στη διεθνή πολιτική ο Ντόναλντ Τραμπ. Υπό μίαν έννοια, άλλωστε, η Γκιλφόιλ δεν έκανε τίποτε άλλο παρά να προσπαθεί να μιμηθεί, όσο το δυνατόν πιο πειστικά, το modus operandi et vivendi του Τραμπ. Το παράκανε και έχασε το μέτρο; Ενδεχομένως. Η ίδια, εξάλλου, διδάχθηκε τη διπλωματία σε ταχύρρυθμα σεμινάρια, ανάμεσα στην επιλογή της από τον Ντόναλντ Τραμπ ως επόμενη πρέσβη των ΗΠΑ στην Ελλάδα και στην άφιξή της καθαυτήν στην Αθήνα, έναν χρόνο αργότερα.
Προηγουμένως, η σταδιοδρομία της ήταν τεθλασμένη και απρόβλεπτη: Αρκεί να αναλογιστεί κανείς ότι, ενώ ήταν επιτυχημένη νομικός και αφού πέρασε στην άλλη πλευρά των διαδίκων, ως εισαγγελέας στην Καλιφόρνια, κατόπιν αποφάσισε να γίνει δημοσιογράφος και τηλεπαρουσιάστρια. Και στο τέλος σύμβουλος επικοινωνίας σε επίδοξους πολιτικούς, για λογαριασμό των οποίων διέπρεψε στην ενορχήστρωση υποστήριξης και, κυρίως, οικονομικής ενίσχυσης για τους υποψηφίους που την πλήρωναν για τις υπηρεσίες της.
Ωστόσο, πέραν των αποκαλύψεων εις βάρος της Γκιλφόιλ από τη The Wall Street Journal και τις -απολύτως τεκμηριωμένες κατά την αμερικανική εφημερίδα- ενδείξεις ότι είχε απαιτήσει 100.000 δολάρια από Αμερικανό επιχειρηματία, άρα ότι είχε χρηματιστεί ενόσω κατείχε το αξίωμα της πρέσβεως, το μείζον ζήτημα για τις ελληνοαμερικανικές σχέσεις ήταν εντελώς διαφορετικής φύσης από την προσωπική της ηθική ακεραιότητα. Αφορά σε μια αποστροφή της περί της δύναμης που διαθέτουν οι ΗΠΑ να ανεβάζουν ή να ρίχνουν κυβερνήσεις, όποτε το επιθυμούν και σε όποια χώρα επιλέξουν.
Σύμφωνα με έγκυρες πηγές του protothema.gr, το επεισόδιο αυτό όντως συνέβη, ασχέτως εάν υπήρξε γενικευμένη και αμφοτερόπλευρη προσπάθεια παρασιώπησής του. Και ήταν μια στιχομυθία που διαμείφθηκε ανάμεσα στην Κίμπερλι Γκιλφόιλ και τον Σταύρο Παπασταύρου, τον Έλληνα υπουργό Περιβάλλοντος και Ενέργειας. Ένα επεισόδιο το οποίο θα μπορούσε να έχει τη βαρύτητα του «διπλωματικού», καθώς θα μπορούσε να εξελιχθεί σε κανονική κρίση στις ελληνοαμερικανικές σχέσεις. Η καλά και εκ των έσω πληροφορημένη The Wall Street Journal, αποφασισμένη, προφανώς, να γκρεμίσει τη Γκιλφόιλ από το περίοπτο βάθρο της πρέσβεως -και δη ενώ επίκειτο η επιπλέον προβολή της εξ αφορμής της επίσκεψης του Μάρκο Ρούμπιο, του υπουργού Εξωτερικών των ΗΠΑ και προϊσταμένου της στην Αθήνα.
Την περασμένη άνοιξη, σε μια συνεστίαση στην Πρεσβεία των ΗΠΑ στην Αθήνα, μεταξύ τυρού και αχλαδίου κατά το κοινώς λεγόμενο και με την ελαφρότητα που θα χαρακτήριζε μόνο έναν αυθεντικώς αλαζόνα πολιτικό αξιωματούχο, η οικοδέσποινα της βραδιάς, πρέσβης Κίμπερλι Γκιλφόιλ σχολίασε κομπάζοντας «είδατε τι έγινε στη Ρουμανία [σσ: εννοώντας την κατάρρευση της τοπικής κυβέρνησης]. Σας διαβεβαιώ ότι το ίδιο μπορούμε να κάνουμε σε όποια χώρα θέλουμε. Μπορούμε να το κάνουμε κι εδώ». Αν δεν ήταν μεθυσμένη, ώστε να υπάρχει ένα κάποιο ελαφρυντικό για ό,τι εκστόμισε, η Γκιλφόιλ θα έπρεπε να έχει μετανοήσει την ίδια στιγμή. Η προσβολή προς την Ελλάδα ήταν απολύτως ανήκουστη, απαράδεκτη και ασυγχώρητη. Και ως τέτοιαν την αντιμετώπισε ο Σταύρος Παπασταύρου.
Ο υπουργός Περιβάλλοντος και Ενέργειας, έως εκείνη τη στιγμή το στέλεχος της ελληνικής κυβέρνησης που είχε αναπτύξει τις στενότερες σχέσεις με την Γκιλφόιλ, ένεκα των εξόχως σημαντικών εξελίξεων στον τομέα των διακρατικών ενεργειακών συμφωνιών, αντέδρασε έντονα στην αδιανόητη θρασύτητα της πρέσβεως. Της υπενθύμισε ότι, ακόμη και δεδομένης της ιλαρότητος μίας κοσμικής σύναξης, δεν συγχωρείται η παραμικρή νύξη περί ξένης παρέμβασης στα εσωτερικά πολιτικά πράγματα μίας κυρίαρχης, δημοκρατικής και ευνομούμενης χώρας, όπως η Ελλάδα. Ο Παπασταύρου ξέκοψε ότι η Ελλάδα έχει την κυβέρνηση που εξέλεξε ο ελληνικός λαός με την ψήφο του και ότι ο ίδιος δεν δέχεται εντολές από κανέναν άλλον παρά μόνο από τον πρωθυπουργό, Κυριάκο Μητσοτάκη.
Αυτήκοοι μάρτυρες της συγκεκριμένης συνομιλίας θυμούνται ότι ο κ. Παπασταύρου φάνηκε να αυτοσυγκρατείται ως προς την αγανάκτησή του, αντιλαμβανόμενος ότι η Γκιλφόιλ είχε παρεκτραπεί χωρίς να συνειδητοποιεί τη βαρύτητα των λεχθέντων της. Επέλεξε να μην δώσει συνέχεια στο συμβάν και αρκέστηκε στο να βάλει την Γκιλφόιλ στη θέση της, διασαφηνίζοντας τα όρια της ανοχής του. Ενώ αργότερα, όταν η WSJ θα καταλόγιζε στην Κίμπερλι Γκιλφόιλ σειρά αμφιλεγόμενων ή απροκάλυπτα επιλήψιμων ολισθημάτων κατά την άσκηση των καθηκόντων της, οι νομικοί εκπρόσωποι της πρέσβεως θα χαρακτήριζαν το εν λόγω συμβάν σαν «πολύ λιγότερο σημαντικό από ό,τι παρουσιάζεται».
Ένα από τα μεγαλύτερα και, όπως αποδεικνύεται πλέον, αυτοκαταστροφικά σφάλματα της Γκιλφόιλ ήταν η επιλογή της να μιμηθεί το ύφος και το φέρεσθαι του Ντόναλντ Τραμπ. Οπωσδήποτε ακόμη πιο χονδροειδώς και αδέξια από τον πρώτο διδάξαντα. Εξάλλου, εάν εκείνος -ο παρ’ ολίγον πεθερός της, αν ευδοκιμούσε ο ερωτικός δεσμός της με τον γιο του, τον Ντόναλντ Τραμπ Jr.- μιλά πχ για προσάρτηση της Γροιλανδίας. Οργίζεται για την απονομή του Νόμπελ Ειρήνης σε κάποιον άλλον αντί για τον ίδιον. Όταν περιφρονεί εν τοις πράγμασι την Ευρωπαϊκή Ένωση. Όταν αυτοσυγχαίρεται για τους πολέμους που αποσόβησε ή και σταμάτησε, ενώ οι ΗΠΑ παραμένουν εγκλωβισμένες στη σύρραξη με το Ιράν, αλλά και όταν κομπάζει ότι νίκησε την «εξωνημένη δικαιοσύνη» στη χώρα του που είχε τολμήσει να τον παραπέμψει για μια σειρά από σοβαρά αδικήματα και παρ’ όλα αυτά ανέκαμψε και κέρδισε τις εκλογές τον Νοέμβριο του 2024, τότε το παράδειγμά του δικαιούται να το εφαρμόσει, εν είδει δόγματος, κάθε Κίμπερλι Γκιλφόιλ.
Όμως, ακριβώς όπως ο Ντόναλντ Τραμπ είναι ο πρώτος πρόεδρος στην ιστορία των ΗΠΑ με δεκάδες καταδικαστικές αποφάσεις εις βάρος του, έτσι και η πάλαι ποτέ μνηστή ενός από τους γιους του, ενδέχεται να βρεθεί σε θέση κατηγορουμένης για ορισμένες από τις πιο αμφιλεγόμενες ενέργειές της, πάντα υπό την κάλυψη του θεσμικού αξιώματός της, ως πρέσβεως των ΗΠΑ στην Ελλάδα. Αν η αντιπολίτευση στον Τραμπ, οι Δημοκρατικοί γερουσιαστές που εξεμάνησαν με τις αποκαλύψεις της WSJ, επιμείνουν στη δίωξή της, η Γκιλφόιλ θα βρεθεί αντιμέτωπη με κατηγορίες περί καταχρήσεων, υλικών και θεσμικών, οι οποίες, αν μη τι άλλο, θα τη θέσουν εκτός διπλωματίας και πολιτικής, τερματίζοντας οριστικά τις όποιες βλέψεις της περί ανελίξεως στους ανώτερους κύκλους εξουσίας.
Ο βίος και η πολιτεία της Κίμπερλι Γκιλφόιλ είναι -και, σίγουρα, θα γίνουν ακόμη περισσότερο- λαϊκό ανάγνωσμα, ενώ παράλληλα θα αποτελέσουν επιπλέον πλήγμα στην ήδη τραυματισμένη υπόληψη του Ντόναλντ Τραμπ, εν όψει και των πιθανοτήτων του να βγει από τις ενδιάμεσες εκλογές, σε μερικές εβδομάδες από σήμερα, με τις λιγότερες δυνατές απώλειες στο κύρος του ως Προέδρου.
Εντούτοις, δεν θα πρέπει να παραγνωρίζεται το γεγονός ότι η Γκιλφόιλ ήταν πρέσβης στην Ελλάδα. Τη χώρα που, μόλις πριν από μερικές ημέρες, αποθέωσε ο Μάρκο Ρούμπιο, χρησιμοποιώντας τις αναφορές στην αρχαία δημοκρατική παράδοση, τη φιλοσοφία, τη γένεση της δημοκρατίας κ.ο.κ. ως έμμεσες αναφορές στην δική του αντίληψη για τη διακυβέρνηση των ΗΠΑ, μιας και ο νυν υπουργός Εξωτερικών, προαλείφεται, εν είδει δελφίνου, για την διαδοχή του Ντόναλντ Τραμπ, το χρίσμα του υποψηφίου για τους Ρεπουμπλικανούς, με τελικό προορισμό τον Λευκό Οίκο.
Επομένως, το βασικό ερώτημα είναι τι σημαίνει για την Ελλάδα, ευρύτερα, το φιάσκο της Κίμπερλι Γκιλφόιλ, ποιες είναι οι προεκτάσεις του σκανδάλου -όποιο και εάν είναι αυτό- με τη μορφή της στο επίκεντρο και ποιες μπορεί να αποδειχθούν οι επιπτώσεις για τη χώρα μας εξαιτίας της όλης υπόθεσης. Με απλά λόγια, η Ελλάδα χάνει ή κερδίζει από την super-fast θητεία μιας περσόνας όπως η Γκιλφόιλ ως πρέσβεως των ΗΠΑ;
Κατ’ αρχήν, μαζί με την Γκιλφόιλ καταρρέει, εν μέρει τουλάχιστον, η sui generis πεποίθηση του Τραμπ ότι το διπλωματικό σώμα -και μάλιστα στις κορυφαίες βαθμίδες του- μπορεί να εξυπηρετηθεί, όχι από εξειδικευμένα και έμπειρα στελέχη, αλλά από ανθρώπους εκτός πολιτικής. Κυριότερο προσόν των οποίων είναι η απόλυτη και αποδεδειγμένη αφοσίωση στον «τραμπισμό» (Make America Great Again κ.λπ). Ιδανικά, δε, να είναι και μέλη της οικογένειας Τραμπ, έστω και με την ευρεία έννοια. Δεν είναι τυχαίο ότι, παράλληλα με την πρόωρη αποπομπή της Γκιλφόιλ, βαριά σύννεφα συγκεντρώνονται πάνω από την κεφαλή του Τσαρλς Κούσνερ, πατέρα του Τζάρεντ Κούσνερ και συμπεθέρου του Ντόναλντ Τραμπ, ο οποίος ασκεί καθήκοντα πρέσβη στη Γαλλία. Ύστερα από τις επιθέσεις του στη γαλλική κυβέρνηση, ότι δεν υποστηρίζει όσο σθεναρά θα έπρεπε το Ισραήλ και δεν προστατεύει επαρκώς το εβραϊκό στοιχείο, η καρέκλα του πατρός Κούσνερ στο Παρίσι φέρεται να τρίζει ανατριχιαστικά.
Επιστρέφοντας όμως στα της Ελλάδας, είναι απολύτως χαρακτηριστικός ο τίτλος «Exasperation and Resignation in Greece Over Allegations Against Kimberly Guilfoyle» σε ρεπορτάζ των The New York Times σχετικά με τις αντιλήψεις των Ελλήνων πολιτών για την περίπτωση Γκιλφόιλ. Το νόημα του εν λόγω τίτλου είναι «απογοήτευση, απόλυτη απογοήτευση», καθώς το «resignation» δεν αναφέρεται στην παραίτηση της πρέσβεως, αλλά στο συναίσθημα ότι οι ΗΠΑ δεν υπολήπτονται την Ελλάδα, εξού και ανέθεσαν την εκπροσώπησή τους σε ένα άτομο σαν την Γκιλφόιλ.
Οι ανταποκριτές των New York Times παραθέτουν δηλώσεις που συγκέντρωσαν από απλούς πολίτες στην Αθήνα. «Η Ελλάδα είναι μια μικρή χώρα και, λίγο πολύ, πρέπει να χορεύει στο ρυθμό που της δίνουν οι ΗΠΑ. Το να μείνει ή να φύγει μία διεφθαρμένη διπλωμάτης, δεν θα κάνει μεγάλη διαφορά» δήλωσε ο Π.Η. 47 ετών, ιδιοκτήτης εστιατορίου πίτσας. Ενώ η κα Α.Ρ., 52 ετών, πρώην νοσηλεύτρια, επισήμανε ότι «με την επιλογή της Γκιλφόιλ, οι ΗΠΑ έδειξαν ότι υποτιμούν την πατρίδα μου, ως αξιόπιστο σύμμαχο. Αντί να τιμήσουν τη φιλία μεταξύ των δύο λαών, μας έστειλαν την Κίμπερλι σαν να της έκαναν χάρη. Επειδή η Ελλάδα είναι μια μικρή χώρα, είμαστε αναγκασμένοι να έχουμε φίλους, και έχουμε ανάγκη την Αμερική. Αλλά θα χορέψουμε όπως θέλουν μέχρι εκεί που εξυπηρετεί τα δικά μας συμφέροντα. Δεν είμαστε υποτακτικοί τους».
Το σύντομο και αμφιλεγόμενο -αν όχι ευθέως επιλήψιμο- πέρασμα της Κίμπερλι Γκιλφόιλ από τη χώρα μας, σίγουρα δεν περιποιεί τιμή στην Ελλάδα. Αντιθέτως, είναι επιζήμιο -και από πολλές απόψεις. Ξεκινώντας από την πρακτική διάσταση, ότι δηλαδή η θέση του Αμερικανού πρέσβη θα παραμείνει ορφανή εν μέσω μιας ιδιαίτερα ταραγμένης και αβέβαιης περιόδου για τον ευρύτερο χώρο της Μεσογείου. Και, ενώ, επίσης, υπάρχουν καθοριστικής σημασίας διεργασίες στον ενεργειακό τομέα, οι οποίες αφορούν όχι μόνο την Ελλάδα αλλά ευρύτερα την Ευρώπη και τις συναλλαγές της με τη Μέση Ανατολή, τα Βαλκάνια κ.λπ. Η Γκιλφόιλ είχε επιχειρήσει να ταυτίσει την «σοβαρή» πτυχή της παρουσίας της στην Ελλάδα με τις εξελίξεις σχετικά με τους νέους ενεργειακούς διαύλους και, αναπόφευκτα, οποιαδήποτε περαιτέρω συνέχεια θα χρειαστεί να βασιστεί σε συμφωνίες που φέρουν τη δική της υπογραφή.
Από την άλλη, θα πρέπει να θυμάται κάποιος ότι σχεδόν σύσσωμο το ανώτερο πολιτικό προσωπικό της χώρας, όχι μόνο η κυβέρνηση και η Προεδρία της Δημοκρατίας αλλά και όλοι, σχεδόν ανεξαιρέτως, οι πολιτικοί αρχηγοί, από κάθε σημείο του κοινοβουλευτικού τόξου, είτε υπέβαλαν τα σέβη τους είτε επεδίωξαν να δημιουργήσουν σχέσεις με την Γκιλφόιλ. Τα φωτογραφικά πειστήρια είναι αμέτρητα και δεν έχει νόημα να μέμφεται κανείς τους κυβερνώντες, περισσότερο από τους αντιπολιτευόμενους, ότι έπραξαν το αυτονόητο, προσεγγίζοντας την πρέσβη των ΗΠΑ. Ήτοι, το πρόσωπο που επέλεξαν οι ΗΠΑ, όχι οι Έλληνες.
Σήμερα, ο Ντόναλντ Τραμπ επιχειρεί να αποποιηθεί το άχθος και το άγος της Γκιλφόιλ. Όταν όμως την επέλεγε, το Δεκέμβριο του 2024, ο έπλεκε το εγκώμιό της με διθυράμβους για τις ηγετικές και διοικητικές ικανότητές της, την εμπειρία και, πάνω από όλα, «την οξυδέρκειά της», χαρακτηρίζοντάς την «στενή φίλη και συναγωνίστρια» για την πραγμάτωση του μεγάλου οράματος MAGA. Η Κίμπερλι, άλλωστε, έχει συγκεντρώσει εκατομμύρια δολάρια, προκειμένου ο Τραμπ να επανέλθει στο θώκο του, στον Λευκό Οίκο.
Όταν θα έρθει η στιγμή να καταθέσει η ίδια, τη δική της άποψη της ιστορίας -και όχι τόσο ανεπαρκώς και αναποτελεσματικά όπως το έκανε καθυστερώντας υπερβολικά να απαντήσει στις κατηγορίες περί διαφθοράς- ενδεχομένως στα απομνημονεύματά της, η Κίμπερλι Γκιλφόιλ να φέρει στην επιφάνεια αλήθειες άβολες για τον Ντόναλντ Τραμπ και την κυβέρνησή του. Σίγουρα, πάντως, δεν θα επαίρεται, όπως τότε που αναλάμβανε καθήκοντα, ότι «η εμπιστοσύνη του Προέδρου στο πρόσωπό μου, το ότι επέλεξε εμένα ειδικά, δείχνει και το πόσο εκτιμά την Ελλάδα». Στο βιβλίο της ζωής της, τελικά, αν ποτέ γραφτεί, η Κίμπερλι Γκιλφόιλ μπορεί να δηλώσει περήφανη για πολλά, σίγουρα όμως όχι για τους 11 μήνες και 10 ημέρες που διατήρησε την ιδιότητα της πρέσβεως των Ηνωμένων Πολιτειών της Αμερικής στην Ελλάδα. Σημειώνοντας το ρεκόρ της δεύτερης πιο σύντομης θητείας Αμερικανού πρέσβη στη χώρα μας, μετά από έναν κάποιον κύριο Αλεξάντερ Κερκ, ο οποίος υπηρέτησε για περίπου 6 μήνες, το 1943. Μέσα στην Κατοχή και εκτός Αθήνας, δίπλα στην εξόριστη κυβέρνηση του Καΐρου.
326
19
6
17
38

