-
Σε έναν από τους ακριβότερους λογαριασμούς της ελληνικής αγοράς ηλεκτρισμού εξελίσσεται η καθυστέρηση στην ανάπτυξη της αποθήκευσης ενέργειας. Την ώρα που η διείσδυση των - αυξάνεται με ταχύτατους ρυθμούς, η έλλειψη επαρκούς ισχύος μπαταριών οδηγεί σε μαζικές περικοπές πράσινης παραγωγής, αυξημένες ανάγκες ανακατανομής θερμικών μονάδων και πρόσθετες επιβαρύνσεις στην αγορά εξισορρόπησης.
Σύμφωνα με εκτιμήσεις της αγοράς, το συνολικό κόστος που συνδέεται άμεσα ή έμμεσα με το έλλειμμα αποθήκευσης προσεγγίζει αυτή τη στιγμή σε ετήσια βάση το 1 δισ. ευρώ. Πρόκειται για έναν λογαριασμό που αποκτά ιδιαίτερη σημασία καθώς η κυβέρνηση έχει θέσει ως στόχο τη μείωση του κόστους ηλεκτρικής ενέργειας κατά 30% μέσα στην επόμενη τριετία και αναγνωρίζει πλέον την αποθήκευση ως έναν από τους βασικούς μηχανισμούς για τη συγκράτηση της χονδρεμπορικής αγοράς.
Η ενέργεια που πετιέται
Η πρώτη διάσταση του προβλήματος αφορά τις περικοπές -. Στο πρώτο εξάμηνο του έτους οι περικοπές πράσινης ηλεκτροπαραγωγής έφθασαν περίπου τις 1,6 TWh, ενώ σύμφωνα με εκτιμήσεις του καθηγητή Παντελή Μπίσκα, στο σύνολο του έτους μπορούν να κινηθούν στην περιοχή των 3-3,2 TWh.
Πρόκειται ουσιαστικά για ηλεκτρική ενέργεια που το σύστημα μπορεί να παράγει αλλά αδυνατεί να αξιοποιήσει. Με επαρκή αποθήκευση, ένα σημαντικό μέρος αυτής της παραγωγής θα μπορούσε να φορτίζει τις μπαταρίες τις μεσημεριανές ώρες και να επιστρέφει στο σύστημα το απόγευμα και το βράδυ, όταν υποχωρεί η φωτοβολταϊκή παραγωγή και αυξάνεται η συμμετοχή των ακριβότερων μονάδων φυσικού αερίου.
Η ίδια η κυβέρνηση αναγνωρίζει αυτήν ακριβώς τη λειτουργία. Όπως επισημάνθηκε κατά την παρουσίαση του σχεδίου για μείωση του ενεργειακού κόστους, στις ώρες χαμηλής συμμετοχής των - η χονδρεμπορική τιμή μπορεί να φθάνει στα 127 ευρώ/MWh και η αποθήκευση μπορεί να περιορίσει τις αιχμές και την ανάγκη λειτουργίας ακριβών μονάδων φυσικού αερίου. Παράλληλα, μπορεί να προσφέρει υπηρεσίες εφεδρείας, το κόστος των οποίων έχει αυξηθεί μαζί με τη διείσδυση των -.
Εάν αποτιμηθούν οι 3 TWh περικοπών με μια τιμή της τάξης των 100 ευρώ/MWh, η αξία της ενέργειας αντιστοιχεί σε περίπου 300 εκατ. ευρώ ετησίως. Ακόμη και με μια πολύ χαμηλότερη αποτίμηση, στα 50 ευρώ/MWh, το αντίστοιχο ποσό είναι 150 εκατ. ευρώ.
Οι θερμικές μονάδες
Το κόστος όμως δεν περιορίζεται στην πράσινη ενέργεια που χάνεται. Όταν το σύστημα χρειάζεται να περικόψει -, ο ΑΔΜΗΕ είναι ταυτόχρονα υποχρεωμένος να διατηρεί την ευστάθεια και την ασφάλεια του συστήματος. Αυτό δημιουργεί ανάγκες redispatching, δηλαδή ανακατανομής της παραγωγής, με συμμετοχή θερμικών μονάδων.
Το συγκεκριμένο κόστος αποτελεί το λόγο της εκτόξευσης του ΛΠ3 (Λογαριασμός Προσαυξήσεων) και υπολογίζεται στην περιοχή των 400 εκατ. ευρώ. Με άλλα λόγια, το σύστημα από τη μία πλευρά απορρίπτει φθηνή πράσινη ηλεκτρική ενέργεια και από την άλλη καλείται να πληρώσει θερμικές μονάδες προκειμένου να διατηρήσει την απαραίτητη ισορροπία.
Υπάρχει όμως και μία τρίτη παράμετρος: η αποζημίωση της ενέργειας από - που περικόπτεται. Με αποζημίωση της τάξης των 100 ευρώ/MWh και περικοπές περίπου 3 TWh, ο πρόσθετος λογαριασμός φτάνει τα 300 εκατ. ευρώ.
Έτσι, εφόσον συνυπολογιστούν η οικονομική αξία της πράσινης παραγωγής που δεν αξιοποιείται, οι πληρωμές που συνδέονται με τις περικοπές και κυρίως το πρόσθετο κόστος ανακατανομής και εξισορρόπησης μέσω θερμικών μονάδων, η συνολική επιβάρυνση μπορεί, σύμφωνα με τους υπολογισμούς της αγοράς, να φτάνει έως το 1 δισ. ευρώ για φέτος.
Κατανομή πόρων
Το πρόβλημα αναδεικνύει τη συζήτηση γύρω από την κατανομή των διαθέσιμων ευρωπαϊκών πόρων στον τομέα της ενέργειας τα τελευταία χρόνια. Η κυβερνητική επιλογή ήταν να δοθεί σημαντικό βάρος σε προγράμματα εξοικονόμησης ενέργειας, τα οποία θεωρήθηκε ότι δημιουργούν μεγαλύτερη εγχώρια προστιθέμενη αξία, αντί να διοχετευθούν ακόμη μεγαλύτερα ποσά σε επιδοτήσεις μπαταριών.
Πλέον – και αυτό αποτελεί και μια έμμεση παραδοχή ότι θα μπορούσε να έχει δοθεί μεγαλύτερη έμφαση στην μεγαλύτερη ανάπτυξη μπαταριών στο ελληνικό σύστημα μέσω του ΤΑΑ – η αποθήκευση βρίσκεται στον πυρήνα του νέου σχεδιασμού. Η κυβέρνηση υπολογίζει ότι μέσω του Ταμείου Ανάκαμψης έχουν κινητοποιηθεί 400 εκατ. ευρώ για την αποθήκευση, ενώ ακόμη 200 εκατ. ευρώ προβλέπονται μέσω της ρήτρας διαφυγής.
Έχουν ήδη ολοκληρωθεί τρεις διαγωνισμοί του Ταμείου Ανάκαμψης, ενώ στο συνολικό πακέτο περιλαμβάνονται φωτοβολταϊκά στέγης με αποθήκευση, η αντλησιοταμίευση της Αμφιλοχίας, προγράμματα αποθήκευσης για επιχειρήσεις και άλλα έργα αντλησιοταμίευσης. Παράλληλα προωθείται η δυνατότητα προσθήκης αποθήκευσης σε υφιστάμενα έργα -, ενώ έχει ανοίξει ο δρόμος για μεμονωμένες μπαταρίες που θα αναπτυχθούν με όρους αγοράς, με το σχετικό χαρτοφυλάκιο να φθάνει τα 4,7 GW.
Από τα 200 εκατ. ευρώ της ρήτρας διαφυγής προβλέπεται κεφαλαιακή στήριξη της αποθήκευσης, με επιμέρους κονδύλια για ΟΤΑ και αυτοκατανάλωση, αλλά και για μεγάλα έργα, τόσο συνδεδεμένα με παραγωγή όσο και standalone.
Η Βουλγαρία πάτησε γκάζι
Την ώρα που η Ελλάδα προσπαθεί τώρα να επιταχύνει, λίγα χιλιόμετρα βορειότερα η Βουλγαρία αποτελεί ένα εντυπωσιακό παράδειγμα του πόσο γρήγορα μπορεί να αλλάξει μια αγορά όταν δοθούν ισχυρά επενδυτικά κίνητρα.
Η γειτονική χώρα διαθέτει πλέον 5,4 GW μπαταριών σε λειτουργία, ισχύς που αντιστοιχεί στο 22,8% της συνολικής εγκατεστημένης ηλεκτροπαραγωγικής ισχύος της. Και αυτό έγινε πάρα πολύ γρήγορα καθώς η Βουλγαρία πέρασε μέσα σε μόλις δύο χρόνια από μια πολύ μικρή αγορά αποθήκευσης σε ένα επίπεδο όπου οι μπαταρίες έχουν ήδη αρχίσει να αλλάζουν τον τρόπο καθημερινής λειτουργίας του ηλεκτρικού συστήματος.
Καθοριστικό ρόλο έπαιξαν οι πόροι του ευρωπαϊκού Ταμείου Ανάκαμψης. Το πρόγραμμα RESTORE, που αφορούσε standalone μπαταρίες, διέθεσε περίπου 590 εκατ. ευρώ επιχορηγήσεων, ενώ μαζί με τα ιδιωτικά κεφάλαια κινητοποιήθηκαν σχεδόν 1,5 δισ. ευρώ επενδύσεων. Ταυτόχρονα, η μεγάλη ανάπτυξη των φωτοβολταϊκών είχε δημιουργήσει χαμηλές ή ακόμη και αρνητικές μεσημεριανές τιμές και πολύ υψηλότερες βραδινές, δημιουργώντας ισχυρό οικονομικό κίνητρο για τις μπαταρίες.
Μάλιστα, η ανάπτυξη δεν έχει ολοκληρωθεί. Πέραν των 5,4 GW που λειτουργούν σήμερα, περίπου 1 επιπλέον GW αναμένεται να προστεθεί τους επόμενους μήνες.
Ο ελληνικός αγώνας δρόμου
Στην Ελλάδα επιχειρείται πλέον να καλυφθεί το χαμένο έδαφος. Σύμφωνα με τον κυβερνητικό σχεδιασμό, η εγκατεστημένη αποθήκευση αναμένεται να φθάσει περίπου το 1 GW έως το τέλος του 2026 και το 1,5 GW μέχρι τα μέσα του 2027, με την ανάπτυξη να επιταχύνεται σημαντικά στη συνέχεια.
Ο μακροπρόθεσμος σχεδιασμός προβλέπει πολύ μεγαλύτερη διείσδυση της αποθήκευσης, καθώς η περαιτέρω ανάπτυξη των - χωρίς μπαταρίες κινδυνεύει να οδηγήσει σε ακόμη περισσότερες περικοπές και μεγαλύτερο κόστος για το σύστημα.

