Ένα γλυκόπικρο δράμα ενηλικίωσης στη σκιά μιας πολιτικής τραγωδίας
Η εκλογική κρίση της Νιγηρίας το 1993 είναι το φόντο της ταινίας «Η σκιά του πατέρα μου», ενός στιλιζαρισμένου ντεμπούτου με μετρημένες δόσεις μελοδράματος και εξαιρετικές ερμηνείες

29.10.2026
Βρισκόμαστε στο 1993, σε ένα χωριό κοντά στο Λάγος της Νιγηρίας. Συγκεκριμένη ημέρα, Σάββατο 12 Ιουνίου. Όλα δείχνουν ότι στις εκλογές που έγιναν το κόμμα του Μοσούντ Αμπιόλα θα κερδίσει τον Μπασίρ Τόφα και θα φυσήξει δημοκρατικός άνεμος στη χώρα, δέκα χρόνια μετά το στρατιωτικό πραξικόπημα του 1983. Δυο αδερφάκια, ο Ρεμί και ο Ακίν, έντεκα και οκτώ χρονών αντίστοιχα, επιστρέφοντας στο σπίτι βρίσκουν τον πατέρα τους στο μπάνιο να ξυρίζεται. Ο ενθουσιασμός τους είναι μεγάλος, γιατί αυτόν τον πατέρα το σπίτι, και άρα και η φαμίλια, δεν τον βλέπουν συχνά. Τους κόβει τη χαρά απότομα όταν τους λέει ότι πρέπει να ξαναφύγει. Απογοητεύονται και γκρινιάζουν και τότε αυτός τους κάνει ένα μεγάλο «δώρο». Θα τα πάρει μαζί του στο Λάγος, να δούνε τη μεγάλη πόλη, να μάθουν πού δουλεύει επιτέλους ο μπαμπάς τους, που λείπει συνεχώς, και κυρίως να τον ζήσουν για μια μέρα λίγο παραπάνω. Τι κι αν ακόμα και η διαδρομή είναι δύσκολη; Το λεωφορείο ξεμένει από βενζίνη, το ταξί τούς ζητάει πολλά, μπαίνουν σε ένα αμάξι στοιβαγμένοι ο ένας πάνω στον άλλο, καταλήγουν και οι τρεις πάνω σε ένα μηχανάκι, τέσσερις μαζί με τον οδηγό. Στα παιδικά τους μάτια, όλα μεταφράζονται σε μια περιπέτεια που περνάνε με τον πατέρα τους και, παράλληλα, σ’ αυτό το οδοιπορικό στη θορυβώδη πρωτεύουσα γεμίζουν εικόνες μιας πόλης έτοιμης να εκραγεί. Δεν μπορούν να τα καταλάβουν όλα αυτά. Εδώ δεν γνωρίζουν τον πατέρα τους καλά καλά.
Η «Σκιά του πατέρα μου» είναι καταρχάς αυτό που φαντάζεται κανείς διαβάζοντας τις παραπάνω γραμμές: μια ταινία για την αρχετυπική σχέση πατέρα-γιου, για το πώς η απουσία του πατέρα μεγεθύνει τον μύθο του, για το πώς γειώνεται αυτό το συναίσθημα όταν ένα παιδί συνειδητοποιεί ότι ο γονιός είναι ένας «κανονικός» άνθρωπος, όχι άτρωτος και σίγουρα όχι αθάνατος. Έχει ελαττώματα, ρωγμές, αδυναμίες. Τα δύο πιτσιρίκια θα ρίξουν μερικές κλεφτές, αποσπασματικές ματιές στη δύσκολη καθημερινότητα του πατέρα τους, όχι μόνο στο να βγάλει ένα μεροκάματο μακριά από την οικογένεια, αλλά και στο να πληρωθεί —έξι μισθούς τού χρωστά το αφεντικό—, κι όλα αυτά ενώ στην πόλη και πάνω τους, ακόμα κι αν είναι αρκετά μικρά για να κατανοήσουν, απλώνεται μια άλλη σκιά: αυτή της πολιτικά έκρυθμης κατάστασης που θα οδηγήσει τελικά στο στρατιωτικό πραξικόπημα του 1993. Ο πατέρας και τα παιδιά φτάνουν στο Λάγος λίγες ώρες προτού ανακοινωθεί η ακύρωση του αποτελέσματος των εκλογών, στις οποίες νίκησε ο Μοσούντ Αμπιόλα, αναπτερώνοντας την ελπίδα για δημοκρατία στη χώρα. Λίγες ώρες αργότερα, όμως, το αποτέλεσμα ακυρώνεται. Τα δύο αδέρφια πρέπει να καταλάβουν τον πατέρα τους, αλλά και τη χώρα τους. «Είναι δύσκολη η ζωή στη Νιγηρία. Τα πάντα είναι θυσία. Να εύχεσαι, όμως, να μην κάνεις τη λάθος θυσία», ακούμε.

©Lakin Ogunbanwo
Η ταινία βγαίνει στις αίθουσες με «παράσημα»: απέσπασε τη Χρυσή Κάμερα στο Φεστιβάλ Καννών, αλλά και το Βραβείο Καλύτερου Ντεμπούτου στα BAFTA, ενώ είναι η επίσημη πρόταση της Μ. Βρετανίας για το Όσκαρ Καλύτερης Ξένης Ταινίας. Δεν είναι πολιτική ταινία. Είναι ένα δράμα ενηλικίωσης, ατμοσφαιρικό και γλυκόπικρο, με ποιητικές στιγμές, στιλιζαρισμένο και με νευρικό μοντάζ όταν πρέπει. Ο σκηνοθέτης, ο βραβευμένος μικρομηκάς και video artist Ακινόλα Ντέιβις, που κάνει το ντεμπούτο του στη μεγάλου μήκους ταινία, μας τοποθετεί διαρκώς σε εκείνη τη γωνία απ’ όπου παρατηρούμε όσα συμβαίνουν μέσα από τα μάτια και τη σκέψη του μεγαλύτερου παιδιού, του 11χρονου Ρεμί, ενώ στο φόντο ξεπροβάλλουν η κουλτούρα, τα χρώματα και οι μυρωδιές της Νιγηρίας. Ακόμα κι όταν κάποιες στιγμές πάει να ξεφύγει προς το υπερβολικό μελόδραμα, ο Ντέιβις τραβάει την κατάλληλη στιγμή το χαλινάρι και η ταινία παραμένει στο φάσμα του ρεαλισμού, με ευαισθησία σε σωστές δόσεις.
«Η Σκιά του πατέρα μου» έχει την υπογραφή δύο αδερφών: του Ακινόλα Ντέιβις Τζούνιορ, που τη σκηνοθέτησε, και του Γουέιλ Ντέιβις, που έγραψε το σενάριο, το οποίο, μάλιστα, είναι βασισμένο σε δικά τους βιώματα. Δεν θα ήταν, δε, το ίδιο δυνατή και συγκινητική αν δεν είχε αυτές τις εξαιρετικές ερμηνείες, καταρχάς από τον Σόπε Ντιρίσου, ο οποίος χτίζει με εσωτερική δύναμη έναν πατέρα φτιαγμένο από ένα μωσαϊκό αντιθέσεων και μυστηρίου, που στέκει, όμως, σαν επιβλητικός βράχος στα μάτια των παιδιών του, αλλά και από τα δύο εκπληκτικά πιτσιρίκια, τα οποία είναι στην πραγματικότητα αδέρφια: τον Γκόντγουειν Έγκμπο και τον Τσιμπουίκε Έγκμπο. Δηλαδή, δύο ζευγάρια αδερφών χτυπάνε στην καρδιά της ταινίας και αφηγούνται την ιστορία τους και την αλήθεια τους. Ο Ντέιβις, άλλωστε, μάλλον μοιραία, στην περιφέρεια της σχέσης πατέρα-γιου τοποθετεί μια άλλη σημαντική σχέση ζωής, την αδερφική. Αυτή θα πάρει τη σκυτάλη στον κύκλο της ζωής, όταν οι γονείς δεν θα υπάρχουν, όταν θα μείνουν μόνα τους τα αδέρφια, το ένα για το άλλο.
Είναι κομβική η σκηνή στην παραλία, όπου ο πατέρας εξομολογείται στον γιο του ότι είχε έναν αδερφό, που είχε αστείο γέλιο, αλλά πέθανε μικρός. Τον θυμάται έντονα όταν μυρίζει βούτυρο καριτέ. Γιατί οι άνθρωποί μας είναι εικόνες, είναι και μυρωδιές. Από εκεί κι έπειτα, στην υπόλοιπη ταινία, το βλέμμα και το άγγιγμα του 11χρονου Ρεμί αλλάζουν απέναντι στον μικρότερο αδερφό του, που είναι σαν να απέκτησε έναν προστάτη. Το μέλλον είναι δικό τους και πρέπει να το μοιράζονται. Να είναι ο ένας παρών στη ζωή του άλλου. Αυτό είναι το «μυστικό» που θέλει να μοιραστεί μαζί τους ο πατέρας τους, αυτή είναι η γνώση που θέλει να τους μεταδώσει. Και αυτή η ταινία είναι φιλοτεχνημένη με το υλικό από το οποίο φτιάχνονται οι μνήμες, προσωπικές και συλλογικές. Γιατί μπορεί να ιδωθεί ως το παραμύθι που θα διηγηθεί ο μικρός Ρεμί κάποτε στα δικά του παιδιά. Το παραμύθι και η ιστορία ενός μπαμπά και μιας χώρας.

