«Να μπουν στη φυλακή όλοι όσοι ευθύνονται για το ότι χάσαμε τα παιδιά μας. Όσοι υπέγραψαν την καταδίκη της Αγάπης μας» ανέφερε σε δηλώσεις μετά την κατάθεση της έξω από το Τριμελές Εφετείο Κακουργημάτων Λάρισας η Ελένη Βασάρα, μητέρα θύματος της τραγωδίας των Τεμπών και Γραμματέας του συλλόγου συγγενών θυμάτων.
Όπως δήλωσε στους δημοσιογράφους μετά την κατάθεση της: «Με τις σημερινές μας καταθέσεις αναδείξαμε εκκωφαντικά και αναλυτικά τις αιτίες που οδήγησαν στο έγκλημα των Τεμπών. Οι αιτίες αυτές ξεκινάνε από την πολιτική της απελευθέρωσης των σιδηροδρομικών μεταφορών, σύμφωνα με τις οδηγίες της Ευρωπαϊκής Ένωσης που εφάρμοσαν όλες οι κυβερνήσεις μέχρι τώρα και δημιούργησαν ένα σιδηρόδρομο ωρολογιακή βόμβα. Ένα σιδηρόδρομο που πήγαινε στα τυφλά χωρίς καμία διαχείριση του ρίσκου ενώ όλοι ξέρανε ότι το θανατηφόρο δυστύχημα ήταν αναμενόμενο.
Τα γνωρίζανε όλα και τα αποδέχονταν. Το δεύτερο πράγμα που θέλω να πω είναι ότι εμείς οι συγγενείς από την πρώτη στιγμή αντιμετωπίζουμε ένα εχθρικό κράτος. Εχθρικό γιατί κατάντησε το σιδηρόδρομο σε τέτοια κατάσταση που σκότωσε τα παιδιά μας. Εχθρικό γιατί έκανε ό,τι μπορούσε από την πρώτη στιγμή για να αλλοιώσει δεδομένα, για να συσκοτίσει, για να εμποδίσει την αποκάλυψη της αλήθειας.
Εμείς αυτό που θέλουμε, θα συνεχίσουμε τον αγώνα μας. Δηλώνουμε για μία ακόμη φορά ότι θα κάνουμε ό,τι περνάει από το χέρι μας για να πληρώσουν, να μπουν στη φυλακή όλοι όσοι ευθύνονται για αυτή την κατάσταση εξαιτίας της οποίας χάσαμε τα παιδιά μας. Θα συνεχίσουμε τον αγώνα μας για να δικαιώσουμε τη μνήμη των παιδιών μας και επίσης για να μην υπάρξουν όλα Τέμπη.
Θέλουμε να μπουν στη φυλακή όλοι όσοι ευθύνονται, όσο ψηλά και να βρίσκονται. Όχι άλλα Τέμπη» κατέληξε.
Σε δηλώσεις έξω από το δικαστήρια Λάρισας η Δέσποινα Γκανίδου ανέφερε πως ζήτησαν την παραπομπή του Χρήστου Τριαντόπουλου για το μπάζωμα καθώς όπως είπε τις οι πρώτες μέρες ήταν καθοριστικές.
«Καταθέσαμε σήμερα, εκφράσαμε τις απόψεις μας για τα θέματα της δικογραφίας, τονίσαμε τις ελλείψεις της δικογραφίας, ζητήσαμε να διαλευκανθεί το θέμα της πυρόσφαιρας, της φωτιάς, το οποίο έχει αποκλειστεί, όπως επίσης ζητήσαμε από το δικαστήριο να δώσει άπλετο φως στην υπόθεση, να αναβαθμίσει τις κατηγορίες όπου βρεθούν καινούργια στοιχεία από την ακροαματική διαδικασία και φυσικά να απονέμει κατηγορίες και σε όποιους άλλους κατηγορούμενους προκύψουν.
Αναφερθήκαμε στην παραπομπή του κύριου Τριαντόπουλου, γιατί το μπάζωμα ήταν καθοριστικό που έγινε τις πρώτες μέρες. Είχε σαν αποτέλεσμα να χαθούν πάρα πολύ ουσιαστικά στοιχεία, τα οποία θα βοηθούσαν στη περαιτέρω διερεύνηση, αυτό είναι το νομικό κομμάτι, αλλά είχε και μια τεράστια ηθική διάσταση. Ήταν η απόλυτη ύβρεις προς τους νεκρούς, γιατί μέσα από τη διαδικασία του μπαζώματος χάθηκε, πετάχτηκε DNA υλικό των θυμάτων, των ανθρώπων μας».
Από την μεριά του ο Λυσίμαχος Παπάζογλου αναφέρθηκε «στην απουσία μαρτύρων που θα μπορούσαν να φωτίσουν την υπόθεση και για τις αβλεψίες και τις αστοχίες της ανακριτικής διαδικασίας».
Σήμερα εκθέσαμε τις απόψεις μας για πολύ συγκεκριμένα θέματα του δυστυχήματος. Και τεχνικά και τις υπόλοιπες εξετάσεις που έκαναν οι ιατροδικαστές και τις ευθύνες της ΤΡΑΙΝΟΣΕ και της Hellenic και για την απουσία μαρτύρων που θα μπορούσαν να φωτίσουν την υπόθεση και για τις αβλεψίες και τις αστοχίες της ανακριτικής διαδικασίας. Πιστεύω το δικαστήριο να λάβει υπόψιν του τα στοιχεία που εκθέσαμε και να καλέσει οι περισσότερους μάρτυρες που θα φωτίσουν τις πτυχές του δυστυχήματος αυτού.
«Η Αγάπη δολοφονήθηκε στο προδιαγεγραμμένο έγκλημα των Τεμπών»
Η Ελένη Βασάρα περιέγραψε στο δικαστήριο τις πρώτες στιγμές μετά τη σύγκρουση, όταν προσπάθησε να επικοινωνήσει με την κόρη της.
«Πήρα τηλέφωνο στο κινητό της Αγάπης αλλά δεν το σήκωνε . Ήταν λίγο πριν την μια. Με έζωσαν τα φίδια. Πήρα στο 100. Και μου είπαν ότι έγινε ένα δυστύχημα έξω από την Λάρισα. Αυτό με διέλυσε. Παρακαλούσαμε να βρούμε την κόρη μας τραυματισμένη σε ένα νοσοκομείο. Δεν ήταν πουθενά η Αγάπη. Καταλάβαμε πως όλα τελείωσαν όταν δεν ακούσαμε το όνομα της Αγάπης στη λίστα των επιζώντων.
Στο Πανεπιστημιακό Νοσοκομείο είδαμε σκηνές αλλοφροσύνης. Δεν μπορούσα να πιστέψω αυτό που ζούσα. Εκεί στο αμφιθέατρο μας είπαν πως οι σωροί ήταν σε κακή κατάσταση και ίσως ήταν δύσκολο να γίνει η ταυτοποίηση. Οι “επίσημοι” μας έλεγαν αοριστολογίες και ασάφειες.
Θέλαμε να ζητήσουμε τοτε κι άλλες εξετάσεις για να δούμε αν το παιδί μας έφυγε ακαριαία η έζησε μετά δυστύχημα για κάποια λεπτά. Μας είπαν πως όλα αυτά θα τα έκαναν. Εδώ δεν υπάρχει δόλος;
Η αστυνομία έπρεπε να αποκλείσει τον χώρο του δυστυχήματος. Και να καταγράφεται όποιος μπαίνει και βγαίνει. Έτσι γίνεται παντού. Δεν υπήρχε καμία βιασύνη για να γίνει ο απεγκλωβισμός των σωρών. Έπρεπε να πάνε εκεί οι ιατροδικαστές. Δεν θα μάθω ποτέ πως και που βρέθηκε το παιδί μου. Είναι κάτι που δεν θα το μάθουμε ποτέ. Αυτά είναι ερωτήματα που θα παραμείνουν. Οι υπεύθυνοι είναι οι ιατροδικαστές οι οποίοι δεν πάτησαν στον χώρο για την περισυλλογή των σωρών. Η ιατροδικαστική έκθεση υπογράφηκε τρεις μήνες μετά από την δολοφονία του παιδιού μου».
Η κ. Βασάρα έκανε λόγο για ελλείψεις και αντιφάσεις στην ιατροδικαστική έκθεση της κόρης της.
«Το κράτος και οι αρμόδιοι εκείνες τις κρίσιμες ώρες συνεργάστηκαν άψογα για την; αλλοίωση του χώρου και την απόκρυψη αποδεικτικών στοιχείων . Ο ανακριτής δεν είδε τίποτα. Συνεργεία της Hellenic train και του ΟΣΕ έμπαιναν μέσα στον αποκλεισμένο χώρο, ανάμεσα στα συντρίμμια και στα οστά των νεκρών μας. Τέτοιος σεβασμός στους νεκρούς μας και σε όλη την κοινωνία που παρακολουθούσε παγωμένη» κατέληξε η κ. Βασάρα.
«Η κατάσταση στον ΟΣΕ ήταν γνωστή»
Στο δικαστήριο κατέθεσαν, μεταξύ άλλων, οι γονείς του Γιώργου Παπάζογλου, ο οποίος έχασε τη ζωή του στη σύγκρουση των δύο τρένων. Ο πατέρας του, Λυσίμαχος Παπάζογλου, υποστήριξε ότι τα προβλήματα του ελληνικού σιδηροδρόμου ήταν γνωστά πριν από το δυστύχημα και ότι το αρμόδιο υπουργείο είχε ενημερωθεί με επιστολές και ηλεκτρονικά μηνύματα.
Όπως ανέφερε, η Hellenic Train υποστήριζε ότι υπήρχε τηλεδιοίκηση και ότι ο σιδηρόδρομος ήταν ασφαλής, ενώ αναφέρθηκε και σε παλαιότερες δηλώσεις του τότε υπουργού Μεταφορών Κώστα Καραμανλή στη Βουλή περί ασφάλειας του δικτύου.
Ο ίδιος στάθηκε ιδιαίτερα και στο ζήτημα της πυρόσφαιρας που ακολούθησε τη σύγκρουση, υποστηρίζοντας ότι τα αίτιά της δεν αποτυπώνονται επαρκώς στη δικογραφία.
«Τα έλαια σιλικόνης μπορούν υπό κάποιες συνθήκες να αναφλεγούν, αλλά δεν μπορούν να προκαλέσουν τέτοια πυρόσφαιρα», ανέφερε, θέτοντας παράλληλα το ερώτημα γιατί, εφόσον η εκδοχή αυτή θεωρήθηκε πιθανή, δεν υπήρξε έρευνα σε βάρος της κατασκευάστριας εταιρείας.
Καταγγελίες για αλλοίωση του χώρου
Ο Λυσίμαχος Παπάζογλου υποστήριξε ακόμη ότι ο χώρος του δυστυχήματος αλλοιώθηκε τις ημέρες που ακολούθησαν και αναφέρθηκε στην απουσία, όπως είπε, επαρκών τοξικολογικών εξετάσεων.
Έκανε επίσης λόγο για «αστοχίες και παραλείψεις» κατά την ανακριτική διαδικασία, ενώ αναφέρθηκε στον Χρήστο Στουρνάρα και σε ενημέρωση που, κατά τον ίδιο, είχε γίνει προς συγγενείς σχετικά με τον τρόπο λειτουργίας του τοπικού πίνακα ελέγχου.
«Οι αλλοιώσεις στο πεδίο και οι χαμένες συνομιλίες με κάνουν να πιστεύω ότι υπήρξε συγκάλυψη», είπε ενώπιον του δικαστηρίου, ζητώντας από την έδρα να διερευνήσει πλήρως τους λόγους που οδήγησαν στον θάνατο 57 ανθρώπων.
Η ένταση ανέβηκε κατά τη διάρκεια ερωτήσεων από δικηγόρο της οικογένειας Πλακιά, με τον Αντώνη Ψαρόπουλο να παρεμβαίνει, λέγοντας ότι «από εδώ και πέρα θα αντιδικούν».
Η κατάθεση της μητέρας του Γιώργου Παπάζογλου
Ιδιαίτερα φορτισμένη ήταν η κατάθεση της μητέρας του Γιώργου Παπάζογλου, Δέσποινας Γκανίδου.
Περιέγραψε τον γιο της ως ένα «ευγενικό και ήρεμο παιδί, με όνειρα και σχέδια για τη ζωή του», που αγαπούσε τη μουσική και βρισκόταν λίγο πριν από την ολοκλήρωση των σπουδών του.
Όπως είπε, ο Γιώργος ήθελε να ακολουθήσει ακαδημαϊκή καριέρα και να ασχοληθεί με την έρευνα.
Η ίδια αναφέρθηκε στις τελευταίες στιγμές επικοινωνίας μαζί του πριν από το δυστύχημα.
«Μόλις αναχώρησε το τρένο από την Αθήνα, μου έστειλε “ξεκινήσαμε” και εγώ του ευχήθηκα “καλό ταξίδι”», είπε.
Σύμφωνα με τη μητέρα του, ο Γιώργος είχε σηκωθεί από τη θέση του για να πάρει νερό από το κυλικείο όταν σημειώθηκε η σύγκρουση. Όπως ανέφερε, αιτία θανάτου του καταγράφηκε η απανθράκωση.
Η σύντροφός του, που ταξίδευε μαζί του, προσπάθησε να επικοινωνήσει τηλεφωνικά μαζί του χωρίς αποτέλεσμα, ενώ λίγο αργότερα η οικογένεια ενημερώθηκε από φίλο του ότι το τρένο είχε εκτροχιαστεί.
«Εκείνη τη στιγμή ένιωσα ότι κάτι πολύ κακό είχε συμβεί στο παιδί μου. Έβγαλα μια τεράστια κραυγή. Τον καλούσα, αλλά δεν απαντούσε», κατέθεσε.
«Η φωτιά έκαιγε ακόμη»
Η Δέσποινα Γκανίδου ανέφερε ότι η οικογένεια πέρασε από την περιοχή περίπου στις 2 τα ξημερώματα και ότι, όπως θυμάται, η φωτιά στο σημείο εξακολουθούσε να καίει.
Τα προσωπικά αντικείμενα του Γιώργου, όπως είπε, εντοπίστηκαν την Παρασκευή που ακολούθησε στο Αστυνομικό Τμήμα Τεμπών.
Η ίδια περιέγραψε και τη στιγμή που, περίπου 15 μήνες μετά, είδε φωτογραφίες από τη δικογραφία.
«Ξεπερνούσε κάθε φρίκη αυτό που είδα», είπε, αναφέροντας ότι η σορός του παιδιού της ήταν μία από τις τρεις που δεν μπορούσαν να αναγνωριστούν οπτικά λόγω της απανθράκωσης.
Υποστήριξε ότι το σημείο του δυστυχήματος έπρεπε να είχε ερευνηθεί με πολύ μεγαλύτερη σχολαστικότητα, τόσο για τον εντοπισμό ανθρώπινων υπολειμμάτων όσο και για τη συλλογή στοιχείων.
«Προσβολή η απουσία κατηγορουμένων»
Η μητέρα του Γιώργου αναφέρθηκε επίσης στην απουσία αρκετών κατηγορουμένων από τη δικαστική αίθουσα, χαρακτηρίζοντάς την προσβλητική.
«Πού είναι ο σταθμάρχης Σαμαράς; Πού είναι η Τσιαπαρίκου;» διερωτήθηκε, ζητώντας από το δικαστήριο να εξετάσει το ενδεχόμενο υποχρεωτικής αυτοπρόσωπης παρουσίας τους.
Κατά την κατάθεσή της έκανε λόγο για δυσλειτουργίες και παραλείψεις στην ανάκριση, υποστηρίζοντας ότι οι συγγενείς βρέθηκαν πολλές φορές αντιμέτωποι με απαξιωτική συμπεριφορά.
«Τα Τέμπη είχαν τρεις φάσεις»
Η Δέσποινα Γκανίδου υποστήριξε ότι, κατά την άποψή της, η υπόθεση των Τεμπών έχει «τρεις φάσεις»: όσα συνέβησαν πριν από το δυστύχημα, όσα έγιναν τις πρώτες ημέρες μετά τη σύγκρουση και όσα ακολούθησαν κατά την ανακριτική διαδικασία.
Αναφέρθηκε στην κατάσταση των συστημάτων ασφαλείας του σιδηροδρόμου, στην υποστελέχωση του ΟΣΕ και στα προβλήματα επικοινωνίας μεταξύ μηχανοδηγών και σταθμαρχών σε τμήματα του δικτύου.
Ιδιαίτερη αναφορά έκανε και στον σταθμάρχη της Λάρισας, υποστηρίζοντας ότι είχε ελάχιστη εμπειρία όταν τοποθετήθηκε στη θέση και ότι τη νύχτα του δυστυχήματος εργαζόταν μόνος του.
Έθεσε μάλιστα το ερώτημα εάν υπήρξαν πολιτικές παρεμβάσεις στη διαδικασία της μετάταξής του.
Για τον πρώην υπουργό Μεταφορών Κώστα Καραμανλή χρησιμοποίησε ιδιαίτερα σκληρή γλώσσα, αποδίδοντάς του πολιτική ευθύνη και υποστηρίζοντας ότι θα έπρεπε να βρίσκεται ενώπιον της Δικαιοσύνης. Πρόκειται για θέση που εξέφρασε η ίδια στην κατάθεσή της.
«Το μπάζωμα ήταν εγκληματικό»
Η Δέσποινα Γκανίδου επανήλθε και στις εργασίες που έγιναν στον χώρο μετά τη σύγκρουση, τις οποίες χαρακτήρισε «εγκληματικές».
«Πού προβλέπεται να σηκώσουν τα χώματα ενώ δεν έχει ολοκληρωθεί η έρευνα; Πού προβλέπεται ο χώρος να ξεμπαζωθεί και να στρωθεί με πίσσα;» διερωτήθηκε.
Υποστήριξε ότι με τις παρεμβάσεις αυτές χάθηκαν κρίσιμα στοιχεία, ενώ εξέφρασε έντονη αντίδραση για το γεγονός ότι ορισμένες σχετικές πράξεις αντιμετωπίζονται σε βαθμό πλημμελήματος.
Η Δέσποινα Γκανίδου αναφέρθηκε ακόμη στο βασανιστικό ερώτημα για τις τελευταίες στιγμές του γιου της, λέγοντας ότι η οικογένεια δεν γνωρίζει τι ακριβώς έζησε πριν πεθάνει.
«Πόσο βασανίστηκε το παιδί μου δεν το γνωρίζουμε. Με βασανίζει, με στοιχειώνει τι έζησε το παιδί μου τις τελευταίες στιγμές», είπε στην κατάθεσή της.
Κλείνοντας την κατάθεσή της, η Δέσποινα Γκανίδου ζήτησε από το δικαστήριο να διερευνήσει πλήρως τις αιτίες της πυρόσφαιρας και της φωτιάς που ακολούθησε τη σύγκρουση, αλλά και να δοθεί εντολή για την ταυτοποίηση των οστών που έχουν εντοπιστεί.
«Ζητώ από το δικαστήριό σας να διαλευκάνετε πλήρως τις αιτίες της πυρόσφαιρας και της φωτιάς. Να δώσετε εντολή τα οστά που βρέθηκαν να ταυτοποιηθούν. Έχω εμπιστοσύνη στην ελληνική Δικαιοσύνη. Είστε η μόνη μας ελπίδα για να ησυχάσει η ψυχούλα σου, Γιωργάκη μου, και να ηρεμήσουμε κι εμείς», είπε.
Με την ολοκλήρωση της κατάθεσής της, η Δέσποινα Γκανίδου χειροκροτήθηκε από παρευρισκόμενους στη δικαστική αίθουσα.

