Με αφορμή τη χθεσινή δημοσίευση των αποφάσεων του Συμβουλίου της Επικρατείας με τις οποίες ακυρώθηκαν τρείς άδειες εγκατάστασης και λειτουργίας καθώς και πιστοποιήσεις προγραμμάτων σπουδών παραρτημάτων ξένων ιδιωτικών πανεπιστημίων, η συντονιστική επιτροπή της Ολομέλειας των προέδρων των Δικηγορικών Συλλόγων Ελλάδος, σε ανακοίνωσή της, «επισημαίνει για μία ακόμη φορά ότι η ίδρυση και λειτουργία μη κρατικών Νομικών Σχολών προϋποθέτει συνολικό σχεδιασμό και διαβούλευση με την ακαδημαϊκή και νομική κοινότητα».
Ειδικότερα, η ανακοίνωση της συντονιστική επιτροπή αναφέρει:
«Η Συντονιστική Επιτροπή της Ολομέλειας των Προέδρων των Δικηγορικών Συλλόγων Ελλάδος, με αφορμή την έκδοση αποφάσεων από το Γ’ Τμήμα του ΣτΕ, με τις οποίες ακυρώθηκαν άδειες εγκατάστασης και λειτουργίας καθώς επίσης και πιστοποιήσεις προγραμμάτων σπουδών παραρτημάτων αλλοδαπών Πανεπιστημίων, εξέδωσε την ακόλουθη ανακοίνωση:
Η Ολομέλεια και η Συντονιστική της Επιτροπή, κατ’ επανάληψη, έχουν επισημάνει την ανάγκη διασφάλισης της ποιότητας των νομικών σπουδών, που αποτελεί θεμελιώδη υποχρέωση της Πολιτείας άρρηκτα συνδεδεμένη με τη λειτουργία της Δικαιοσύνης και την ασφάλεια δικαίου.
Κατά συνέπεια, η ύπαρξη της αναγκαίας υλικοτεχνικής υποδομής, χώρων και εξοπλισμού, επαρκούς και υψηλού κύρους διδακτικού προσωπικού και πλήρων προγραμμάτων σπουδών αποτελούν αδιαπραγμάτευτες προϋποθέσεις για τη λειτουργία των μη κρατικών νομικών σχολών.
Προς τούτο, το δικηγορικό σώμα έχει ζητήσει να συμμετέχει με εκπρόσωπό του- εμπειρογνώμονα στα θεσμικά όργανα εξέτασης των σχετικών αιτήσεων, τα οποία θα πρέπει να λειτουργούν με απόλυτη διαφάνεια και αμεροληψία.
Το αίτημα αυτό, κατ’ αρχάς, έγινε δεκτό και το δικηγορικό σώμα όρισε εκπρόσωπό του στην οικεία Επιτροπή της Εθνικής Αρχής Ανώτατης Εκπαίδευσης (ΕΘΑΑΕ) κατά το στάδιο της αξιολόγησης των προγραμμάτων τον Οκτώβριο 2025, ο οποίος επεσήμανε την ασυμβατότητα προγραμμάτων σπουδών συγκεκριμένων παραρτημάτων με τα κριτήρια του ν. 5094/2024. Στο πλαίσιο αυτό, τα σχετικά προγράμματα σπουδών δεν πιστοποιήθηκαν από την ΕΘΑΕΕ στα τέλη του 2025.
Δυστυχώς, στη συνέχεια, η Ολομέλεια δεν κλήθηκε να εκπροσωπηθεί στην Επιτροπή αξιολόγησης των προγραμμάτων σπουδών όταν τα συγκεκριμένα παραρτήματα επανυπέβαλαν αίτηση πιστοποίησης των προγραμμάτων σπουδών, κάνοντας χρήση της σχετικής δυνατότητας που δίνει το άρθρο 139Α του ν. 5094/2024, το οποίο προστέθηκε με το άρθρο 104 παρ.2 ν. 5264/2025, αμέσως μετά τις ανωτέρω μη πιστοποιήσεις.
Η Ολομέλεια, με την από 25.6.2026 επιστολή της προς τον Πρόεδρο του ΕΘΑΑΕ, εξέφρασε την έντονη διαμαρτυρία της για τον αποκλεισμό της από τη σχετική διαδικασία αξιολόγησης/πιστοποίησης, ζήτησε, εκ νέου, τη συμμετοχή εκπροσώπου της στη σχετική διαδικασία, στο πλαίσιο του θεσμικού της έργου αλλά και της επιβαλλόμενης διαφάνειας ως προς τη διασφάλιση της ποιότητας των νομικών σπουδών και επιπρόσθετα, ζήτησε να ενημερωθεί αναλυτικά για την ταυτότητα των μη κρατικών νομικών σχολών που έχουν υποβάλει αίτημα πιστοποίησης και να της χορηγηθούν αντίγραφα των σχετικών φακέλων, προκειμένου οι Δικηγορικοί Σύλλογοι να ασκήσουν, εφόσον κριθεί βάσιμο, τις κατά το άρθρο 90 Κώδικα Δικηγόρων αρμοδιότητές τους, αιτήματα που δεν έχουν ικανοποιηθεί.
Οι σχετικές αποφάσεις του ΣτΕ καταδεικνύουν την προχειρότητα με την οποία η Πολιτεία αντιμετώπισε ένα τέτοιας μείζονος σημασίας θέμα αλλά και τους κινδύνους που δημιουργούνται σε περιπτώσεις έλλειψης διαφάνειας και αμεροληψίας κατά τη διαδικασία αξιολόγησης.
Ιδιαίτερη μνεία οφείλουμε στο καθηγητή Νομικής ΕΚΠΑ κ. Παν. Λαζαράτο, ο οποίος ανέδειξε δικαστικά το θέμα και συνέβαλε αποφασιστικά στην έκδοση των σχετικών αποφάσεων.
Η Συντονιστική Επιτροπή, για μία ακόμη φορά, επισημαίνει ότι η ίδρυση και λειτουργία μη κρατικών Νομικών Σχολών προϋποθέτει συνολικό σχεδιασμό και διαβούλευση με την ακαδημαϊκή και νομική κοινότητα, μελέτη σκοπιμότητας και διασφάλιση της ποιότητας των νομικών σπουδών με τη συμμετοχή θεσμικών φορέων προς διασφάλιση της διαφάνειας και της αμεροληψίας».

