Η αμερικανική κυβέρνηση ετοιμάζεται να εκδώσει 30ετή ομόλογα με το υψηλότερο επιτόκιο των τελευταίων 25 ετών, μετά το ιστορικών διαστάσεων κύμα πωλήσεων που έχει προκαλέσει έντονη συζήτηση για το ενδεχόμενο περαιτέρω στροφής του αμερικανικού Δημοσίου προς βραχυπρόθεσμες διάρκειες.
Το υπουργείο Οικονομικών των ΗΠΑ θα διαθέσει την Πέμπτη 25 δισ. δολάρια σε 30ετές χρέος, στο πλαίσιο της μηνιαίας δημοπρασίας. Στην αγορά “when-issued”, στην οποία οι τίτλοι διαπραγματεύονται πριν από την επίσημη έκδοσή τους, η εκτιμώμενη απόδοση του νέου ομολόγου διαμορφώνεται κοντά στο 5,23%. Εφόσον επιβεβαιωθεί στη δημοπρασία, θα πρόκειται για το υψηλότερο κόστος δανεισμού της αμερικανικής κυβέρνησης από το 2001.
Όπως αναφέρει το Bloomberg, η εξέλιξη αποτελεί σοβαρό πονοκέφαλο για τον πρόεδρο Ντόναλντ Τραμπ και τον υπουργό Οικονομικών Σκοτ Μπέσεντ, λίγους μήνες πριν από τις ενδιάμεσες εκλογές του Νοεμβρίου. Το αυξημένο κόστος κρατικής χρηματοδότησης έχει ήδη αρχίσει να μεταδίδεται στην ευρύτερη οικονομία, έπειτα από χρόνια επίμονου πληθωρισμού και υψηλών δημόσιων δαπανών.
Οι ανησυχίες του υπουργείου Οικονομικών φάνηκαν να επιβεβαιώνονται την περασμένη εβδομάδα, όταν τροποποίησε τη σχετική καθοδήγηση για τις εκδόσεις χρέους, αφήνοντας ανοιχτό το ενδεχόμενο περιορισμού της προσφοράς μακροπρόθεσμων ομολόγων. Την ίδια ώρα, οι επενδυτές δεν σπεύδουν να “κλειδώσουν” αποδόσεις που βρίσκονται σε υψηλά πολλών δεκαετιών, γεγονός που υποδηλώνει ότι η αγορά παραμένει επιφυλακτική και δεν θεωρεί δεδομένο ότι το κύμα πωλήσεων έχει ολοκληρωθεί.
“Δεν έχουμε φτάσει πραγματικά σε ένα επίπεδο όπου ο κόσμος να δείχνει ότι τρέχει να αγοράσει το 30ετές”, δήλωσε ο Τζον Φαθ, managing partner στην BTG Pactual Asset Management US. “Και αυτό θα πρέπει να αποτελεί προειδοποίηση”.
Όπως εξήγησε, ο Μπέσεντ ενδέχεται να επιχειρήσει να αντιμετωπίσει την κατάσταση περιορίζοντας την προσφορά. Ωστόσο, στην αγορά υπάρχει ήδη μεγάλος όγκος 30ετών τίτλων, επομένως οι πιέσεις στις τιμές δεν οφείλονται αποκλειστικά στις νέες εκδόσεις. “Υπάρχουν και νέοι πωλητές”, σημείωσε.
Οι αποδόσεις των μακροπρόθεσμων ομολόγων ξεπέρασαν το 5% φέτος, καθώς οι επενδυτές ανησυχούν ότι η άνοδος των τιμών ενέργειας θα ενισχύσει τις πληθωριστικές πιέσεις, αναγκάζοντας τη Federal Reserve να διατηρήσει τα επιτόκια σε υψηλά επίπεδα για μεγαλύτερο χρονικό διάστημα.
Στις πιέσεις αυτές προστίθεται η αυξημένη προσφορά κρατικού χρέους, αποτέλεσμα των πολυετών δημοσιονομικών ελλειμμάτων, η απότομη αύξηση του εταιρικού δανεισμού για τη χρηματοδότηση της έκρηξης των επενδύσεων στην τεχνητή νοημοσύνη, αλλά και η εξασθένηση της ζήτησης από τους παραδοσιακούς αγοραστές ομολόγων μεγάλης διάρκειας.
Την Πέμπτη, πάντως, οι αποδόσεις υποχώρησαν κατά 2 έως 3 μονάδες βάσης σε όλο το φάσμα των λήξεων, μετά τη δημοσιοποίηση των στοιχείων για τις τιμές παραγωγού στις ΗΠΑ, τα οποία παρείχαν νέα ένδειξη ότι οι πληθωριστικές πιέσεις υποχωρούν. Οι traders περιόρισαν παράλληλα τις εκτιμήσεις τους για μια αύξηση επιτοκίων από τη Fed τον Σεπτέμβριο, αποτιμώντας πλέον την πιθανότητα μιας τέτοιας κίνησης περίπου στο 35%, έναντι περίπου 50% νωρίτερα μέσα στην εβδομάδα.
Το κόστος εξυπηρέτησης του δημόσιου χρέους εξακολουθεί να αποτελεί έναν από τους βασικούς παράγοντες διεύρυνσης του αμερικανικού δημοσιονομικού ελλείμματος. Από την αρχή του τρέχοντος οικονομικού έτους, οι σχετικές δαπάνες έχουν ανέλθει σε 1,17 τρισ. δολάρια, καταγράφοντας αύξηση 15%, εν μέρει λόγω των υψηλότερων αποδόσεων των κρατικών ομολόγων.
Μάλιστα, η δημοπρασία 10ετών ομολόγων που πραγματοποιήθηκε την Τετάρτη κατέγραψε την υψηλότερη απόδοση για τη συγκεκριμένη διάρκεια από το 2007.
“Αναμένουμε ότι η σημερινή δημοπρασία του 30ετούς θα ολοκληρωθεί χωρίς δυσκολίες. Ωστόσο, μια επιτυχημένη δημοπρασία δεν πρέπει να συγχέεται με ισχυρή διαρθρωτική ζήτηση για τίτλους μεγάλης διάρκειας”, ανέφερε σε σημείωμά του ο Μίχαλ Σταντσίκ, διαχειριστής χαρτοφυλακίου στην ομάδα Global Fixed Income της Allspring Global Investments.
Εάν οι τιμές παραμείνουν κοντά στα τρέχοντα επίπεδα έως τη δημοπρασία του 30ετούς, η οποία είναι προγραμματισμένη για τη 1 μ.μ. ώρα Νέας Υόρκης, η απόδοση θα είναι η υψηλότερη από τότε που το αμερικανικό υπουργείο Οικονομικών αποφάσισε να καταργήσει την έκδοση 30ετών ομολόγων το 2001. Η απόφαση εκείνη είχε προκαλέσει σάλο, καθώς είχε διαρρεύσει σε χρηματιστές της Goldman Sachs πριν ανακοινωθεί επισήμως. Η έκδοση των 30ετών τίτλων επανήλθε τελικά το 2005.
Εντελώς διαφορετικό το σημερινό περιβάλλον
Οι συνθήκες της σημερινής αγοράς απέχουν δραματικά από εκείνες του 2001.
Τότε, οι επενδυτές ομολόγων απολάμβαναν τα οφέλη μιας πολυετούς ανοδικής αγοράς. Μια σειρά δημοσιονομικών πλεονασμάτων στις ΗΠΑ είχε φτάσει, μάλιστα, να προκαλεί ανησυχίες ότι η προσφορά κρατικού χρέους ήταν υπερβολικά περιορισμένη.
Σήμερα, η εικόνα είναι ακριβώς αντίστροφη, σύμφωνα με δημοσίευμα του Bloomberg. Το συνολικό απόθεμα των αμερικανικών κρατικών ομολόγων σε κυκλοφορία είναι περίπου δεκαπλάσιο σε σχέση με τότε και συνεχίζει να αυξάνεται με ταχύ ρυθμό. Από το 2018 έχει διπλασιαστεί και πλέον ανέρχεται σε περίπου 31 τρισ. δολάρια.
Παράλληλα, καθώς οι παραδοσιακές πηγές ζήτησης για Treasuries έχουν περιοριστεί, επενδυτές από τις ιδιωτικές αγορές έχουν αναλάβει μεγαλύτερο ρόλο, απαιτώντας υψηλότερες αποδόσεις ως αντάλλαγμα για την τοποθέτησή τους.
“Καθώς η αγορά εξαρτάται ολοένα περισσότερο από επενδυτές που είναι ευαίσθητοι στις τιμές, η ίδια ποσότητα προσφοράς κρατικών ομολόγων μπορεί να απαιτεί μεγαλύτερη προσαύξηση απόδοσης προκειμένου να απορροφηθεί”, έγραψε ομάδα αναλυτών της Barclays, με επικεφαλής την Ντέμι Χου.
Αλλαγή στρατηγικής στις εκδόσεις
Το ύψος των μελλοντικών εκδόσεων μακροπρόθεσμου χρέους βρίσκεται στο επίκεντρο της συζήτησης τις τελευταίες ημέρες, μετά την απροσδόκητη αλλαγή στη διατύπωση της τριμηνιαίας ανακοίνωσης του υπουργείου Οικονομικών για τη δανειακή πολιτική.
Ενώ προηγουμένως οι αξιωματούχοι ανέφεραν ότι εξετάζουν το ενδεχόμενο μελλοντικών “αυξήσεων” στις εκδόσεις ομολόγων με τοκομερίδιο και τίτλων κυμαινόμενου επιτοκίου, αυτή τη φορά έκαναν λόγο για πιθανές “αλλαγές”.
Οι επενδυτές εξέλαβαν τη διατύπωση ως ένδειξη ότι η κυβέρνηση ενδέχεται να περιορίσει τις εκδόσεις των μακροπρόθεσμων ομολόγων, τα οποία δέχονται και τις μεγαλύτερες πιέσεις στην αγορά.
Ακόμη και αν μια τέτοια μείωση δεν υλοποιηθεί, η επικρατούσα εκτίμηση στην αγορά είναι ότι, όταν το υπουργείο Οικονομικών αποφασίσει να αυξήσει το μέγεθος των δημοπρασιών, πιθανότατα θα προτιμήσει τίτλους μικρότερης διάρκειας, με λήξεις από δύο έως επτά έτη.
Μια τέτοια κίνηση θα αποτελούσε επέκταση της υφιστάμενης στρατηγικής περιορισμού της μέσης διάρκειας του χρέους, στο πλαίσιο της οποίας οι αμερικανικές αρχές έχουν μετατοπίσει μέρος των εκδόσεων προς έντοκα γραμμάτια με διάρκεια έως ενός έτους.
Η επιλογή αυτή επιτρέπει στο Δημόσιο να αποφεύγει τις υψηλότερες αποδόσεις των μακροπρόθεσμων τίτλων, αυξάνει όμως τον κίνδυνο αναχρηματοδότησης, καθώς μεγαλύτερο μέρος του χρέους πρέπει να ανανεώνεται συχνότερα.
“Η μόνη σαφής λύση που βλέπω για τη μείωση του μακροπρόθεσμου κόστους δανεισμού είναι η αμερικανική κυβέρνηση να περιορίσει το δημοσιονομικό της έλλειμμα“, δήλωσε ο Φαθ.
“Η όλη στρατηγική μετατόπισης των εκδόσεων προς τις βραχυπρόθεσμες διάρκειες έχει όρια. Μπορείς να το κάνεις μόνο μέχρι ενός σημείου. Μετά, αυτό που προκύπτει είναι, κατά τη γνώμη μου, ανεύθυνη διαχείριση”, συμπλήρωσε.

