Του Νίκου Ρουσάνογλου
Τη στιγμή που στην κυβέρνηση σχεδιάζουν την επόμενη και ιδιαίτερα κρίσιμη γενιά προγραμμάτων επιδότησης εργασιών ενεργειακής αναβάθμισης κατοικιών, η πραγματικότητα που επικρατεί σήμερα έχει φέρει μηχανικούς, συνεργεία και δικαιούχους, κρίνεται ως ιδιαίτερα επώδυνη, λόγω των ασφυκτικών χρονοδιαγραμμάτων που έχουν τεθεί. Ο κίνδυνος απώλειας των κονδυλίων του Ταμείου Ανάκαμψης, μέσω των οποίων συγχρηματοδοτείται το τελευταίο Εξοικονομώ 2025, ύψους 924 εκατ. ευρώ, αλλά και η πολύμηνη καθυστέρηση των αρμοδίων να ανακοινώσουν την Απόφαση Υπαγωγής των δικαιούχων (κάτι που έγινε μόλις τον περασμένο Δεκέμβριο), έχουν φέρει στην επιφάνεια όλα τα προβλήματα που είχαν επισημανθεί από την αγορά, χωρίς όμως να δοθεί λύση.
Ουσιαστικά, οι δικαιούχοι ιδιοκτήτες έχουν στη διάθεσή τους κάτι λιγότερο από έξι μήνες για να ολοκληρώσουν τις εργασίες και συγκεκριμένα μέχρι την 31η Μαΐου του 2026, με δυνατότητα παράτασης μόλις 30 ημερών. Ωστόσο, μέχρι να φτάσει ένας ιδιοκτήτης κατοικίας στην έναρξη των εργασιών, θα πρέπει να ολοκληρώσει και μια συχνά χρονοβόρα διαδικασία έκδοσης του σχετικού τραπεζικού δανείου και φυσικά την ταυτότητα κτιρίου, η οποία είναι προαπαιτούμενο για την λήψη της επιδότησης. Εφόσον όμως προκύψει κάποια ανάγκη τακτοποίησης/διόρθωσης λαθών, κάτι που ισχύει για την συντριπτική πλειονότητα των ακινήτων της χώρας, μπορεί από μόνη της η έκδοση της ταυτότητας κτιρίου να απαιτήσει 4-6 μήνες, πέραν ασφαλώς του σημαντικού της κόστους.
Ένα ακόμα ζήτημα που έχει τεθεί υπόψη των αρμοδίων, χωρίς όμως να υπάρξει κάποια αλλαγή, αφορά στην εφαρμογή του συστήματος των βαθμοημερών, για την επιλογή των ακινήτων που θα ενταχθούν στο πρόγραμμα. Σε αντίθεση με προηγούμενα προγράμματα, που λάμβαναν υπόψη τους και άλλες παραμέτρους, όπως π.χ. η ηλικία του ακινήτου, ή η τοποθεσία του (υπήρχε κατανομή πόρων ανά Περιφέρεια), το υφιστάμενο πρόγραμμα υπολογίζει μόνο τις βαθμοημέρες, που ουσιαστικά “πριμοδοτούν” τις περιοχές της χώρας, όπου επικρατούν πιο χαμηλές θερμοκρασίες. Ειδικότερα, η τελική βαθμολογία (βάσει του οποίου γίνεται η επιλογή των κατοικιών) προκύπτει με βάση το πόσο “ψυχρές” είναι οι κλιματολογικές συνθήκες σε μια περιοχή κι επομένως πόσο μεγάλη είναι η ανάγκη για θέρμανση. Κάπως έτσι, η Αττική και τα νησιά του Αιγαίου (π.χ. Κυκλάδες), έχουν ουσιαστικά βρεθεί εκτός του προγράμματος του 2025, με λίγες εξαιρέσεις, καθώς η πλειονότητα των ακινήτων, όπου γίνονται παρεμβάσεις βρίσκονται στην Κεντρική και Βόρεια Ελλάδα και γενικά τις ορεινές περιοχές. Στον αντίποδα, περιοχές που πλήττονται περισσότερο από τις υψηλές θερμοκρασίες το καλοκαίρι και που επίσης έχουν σημαντικές ανάγκες για παρεμβάσεις μόνωσης και συστημάτων ψύξης, έχουν αγνοηθεί. Ακόμα κι έτσι βέβαια, υπολογίζεται ότι στο πρόγραμμα θα υπαχθούν τελικά πάνω από 40.000 κατοικίες.
Τα Εξοικονομώ του 2026-2027
Εν τω μεταξύ, προς το τέλος του 2026 και ειδικά εντός του 2027, αναμένεται να “πέσουν” στην αγορά επιπλέον κονδύλια 2 δις ευρώ για παρεμβάσεις ενεργειακής απόδοσης. Σύμφωνα με πρόσφατη αναφορά από την κα. Δέσποινα Παληαρούτα, Γενική Γραμματέα Ενέργειας και Ορυκτών Πόρων του ΥΠΕΝ (στο πλαίσιο του Athens Energy Summit), το νέο πρόγραμμα θα επιμεριστεί σε δύο ξεχωριστές παρεμβάσεις. Η πρώτη, ύψους 1,3 δις ευρώ θα αφορά το Εξοικονομώ για Ευάλωτους και η δεύτερη ύψους 700 εκατ. ευρώ, επίσης για ευάλωτα νοικοκυριά, θα αφορά αποκλειστικά έργα αντικατάστασης θερμοσίφωνα και τοποθέτησης αντλίας θερμότητας. Στόχος είναι να ευνοηθούν 100.000 νοικοκυριά σε όλη την χώρα.
Ακριβώς επειδή τα νέα αυτά προγράμματα θα εστιάζουν σε ευάλωτα νοικοκυριά, αναμένεται η συνδρομή των προμηθευτών ηλεκτρικής ενέργειας. Αυτοί, θα αναλαμβάνουν την χρηματοδότηση των έργων εξοικονόμησης για λογαριασμό των πελατών τους, με την αποπληρωμή να γίνεται σταδιακά μέσω των λογαριασμών ρεύματος, που βέβαια αναμένεται ότι θα είναι και μειωμένοι, λόγω της εξοικονόμησης ενέργειας που θα επιτυγχάνεται. Ασφαλώς, θα πρέπει να αποσαφηνιστεί το πώς ακριβώς θα εφαρμοστούν αυτά τα προγράμματα στην πράξη και κυρίως ποιες θα είναι οι ενδεχόμενες κυρώσεις των νοικοκυριών, που ενδέχεται να μην μπορέσουν να ανταποκριθούν κάποια στιγμή στην κάλυψη των υποχρεώσεών τους, ή αν θα επιτρέπεται η αλλαγή παρόχου ή όχι;
Πάντως, η διεθνής πρακτική, κυρίως σε ΗΠΑ και Καναδά, όπου τέτοια προγράμματα είναι ιδιαίτερα διαδεδομένα, αλλά και όπου έχουν εφαρμοστεί στην Ευρώπη (π.χ. Βέλγιο, Μεγ. Βρετανία), υπάρχει διαχωρισμός ανάμεσα στην οφειλή του ρεύματος και την οφειλή που προκύπτει από την χρηματοδότηση τέτοιων παρεμβάσεων. Παρότι δηλαδή ο λογαριασμός είναι ενιαίος, σε περίπτωση αδυναμίας αποπληρωμής του πρόσθετου ποσού για την οφειλή της παρέμβασης ενεργειακής αναβάθμισης, δεν κόβεται και το ηλεκτρικό ρεύμα.
Ασφαλώς, σε μια τέτοια περίπτωση, δεν είναι ξεκάθαρη η εξασφάλιση των παρόχων έναντι της οφειλής. Ως εκ τούτου, αναμένεται το πώς ακριβώς θα επιχειρηθεί να μεταφερθεί το μοντέλο αυτό και στην ελληνική πραγματικότητα και κυρίως το πώς ακριβώς θα διασφαλίζονται και οι δύο πλευρές, χωρίς τελικά να καταλήξουν τα χρέη στο ελληνικό δημόσιο.

