Με αφορμή την παράσταση «Η βροχή μέσα της», συζητάμε με την Ελένη Σταυράκη Κοντοσταύλου για τη Θάλεια, μια γυναίκα που επιστρέφει στο πατρικό της και έρχεται αντιμέτωπη με τις μνήμες, τις ενοχές και τις επιλογές της. Η ηθοποιός μιλά για το πώς προσέγγισε τον ρόλο, τη γυναικεία ελευθερία και τη θέση της τέχνης σε μια κοινωνία που συχνά πιέζει τους ανθρώπους να συμβιβαστούν.
1. Το πατρικό σπίτι γίνεται για την ηρωίδα ένας τόπος επιστροφής σε επώδυνες μνήμες, ενοχές και μια τραυματική σχέση με τη μητέρα της. Πόσο βαθιά πιστεύετε ότι μας καθορίζει η οικογένεια και πόσο δύσκολο είναι για μια γυναίκα να απελευθερωθεί από τα τραύματα που κουβαλά από την παιδική της ηλικία;
Στην αρχαία Ελλάδα, η γυναίκα δεν είχε πολιτική φωνή ή θεσμική θέση, όταν όμως αποφάσιζε να μιλήσει για προδοσία, αγάπη ή δικαιοσύνη, η φωνή της τράνταζε το σύμπαν. Είναι εξαιρετικά δύσκολο για μια γυναίκα να επιστρέφει στον πατρογονικό οίκο με μοναδική συντροφιά την μοναξιά και τις αναμνήσεις της. Είναι επίσης θλιβερό το να συνδέεται το οικογενειακό περιβάλλον με το τραύμα της, είναι όμως κάτι που διαχρονικά μπορεί να συμβεί. Με την σιωπή και με το να αποφεύγει κανείς να αντιμετωπίσει κατάματα όσους και όσα τον πονούν, βάζει μια προσωρινή παύση στο τραύμα του, μα ως πότε; “Θα προλάβεις άραγε να με συγχωρέσεις;”. Μπροστά στον θάνατο, άλλωστε, όλα τα υπόλοιπα φαίνονται αστεία και ο χρόνος που πέρασε μοιάζει χαμένος. Όλα τα προσωπικά τραύματα μας καθορίζουν βαθιά, ανεξαρτήτως του από πού πηγάζουν και δυστυχώς, οι μεγαλύτερες αδικίες, τα πιο αιχμηρά βέλη, προέρχονται από τους πιο κοντινούς μας ανθρώπους, γι’ αυτό και μας σημαδεύουν.
Η επιστροφή στο πατρικό σπίτι καθώς και η Βροχή που υπενθυμίζει συνεχώς την παρουσία της, είναι μια εσωτερικά επίπονη διαδικασία, μα και λύτρωση. Κάποτε πρέπει να αναμετρηθείς με αυτό που είσαι, με όσα έχεις κάνει, με τα λάθη σου, τις ενοχές, ακόμα και με τους νεκρούς σου. “Η Βροχή Μέσα Της”, είναι ένα ψυχολογικό θρίλερ.
Το έργο αναμετράται μέχρι και με αυτό το απλό, πότε θα ενδιαφερθείς πραγματικά για όσους είναι σημαντικοί για εσένα, αν όχι όσο παραμένουν ζωντανοί;
Ο άδειος χώρος, υπενθυμίζει στον χαρακτήρα της Θάλειας ότι ξέχασε στην πάροδο του χρόνου, ως και τον εαυτό της. Της δόθηκε κάποτε η ευκαιρία να ακολουθήσει τα όνειρά της και τώρα, είναι πλέον αργά…
Πρόκειται για ένα έργο που “γδέρνει” βαθιά τον καθένα, η παράσταση δεν είναι καθόλου επιδερμική. Περνάει μέσα σου. Η Θάλεια, μέσα από την τυχαία συνάντηση με έναν “Ξένο”, μέσα από την φαντασία και την μνήμη, έρχεται αντιμέτωπη με τα τραύματά της, καμιά φορά όμως, μόνο έτσι φτάνεις στην όποια λύτρωση.

2. Η ηρωίδα μοιάζει να παγιδεύεται ανάμεσα σε όσα έχει ζήσει και σε όσα επιθυμεί, αναζητώντας διέξοδο σε φαντασιώσεις και παιχνίδια ρόλων. Πού τελειώνει η ανάγκη για διαφυγή και πού αρχίζει η αδυναμία να αντιμετωπίσουμε την πραγματικότητα; Πώς προσεγγίσατε αυτές τις εύθραυστες ισορροπίες στον ρόλο σας;
Η φαντασία είναι πράγματι καταφύγιο των τραυμάτων, προσωρινό όμως.
Όπως λέει η Θάλεια “Δεν θέλω πια άλλες ψευδαισθήσεις. Σύντομα θα ανοίξουν τα φώτα της πλατείας κι η προσωπική μας κόλαση θα είναι εκεί”. Κι είναι αλήθεια. Η μοναδική λύση είναι να αντιμετωπίσεις την πραγματικότητα. Με τις αναβολές, το μόνο που καταφέρνεις είναι να πονάς πιο πολύ. Η άρνηση είναι ανθρώπινη αντίδραση και κατανοητή, δεν αποτελεί όμως σε καμία περίπτωση, μόνιμη λύση. Και δεν είναι μόνο η ψυχαναλυτική διάσταση που μας απασχολεί εδώ, είναι και η κοινωνική.
Μέχρι πότε δεν θα ανοίγεις τα μάτια σε όσα συμβαίνουν γύρω σου; Στις ακροδεξιές απόψεις για παράδειγμα, ότι για όλα φταίνε οι μετανάστες. Στα αυξημένα ενοίκια, στο ότι οι καλλιτέχνες δεν έχουν πού να στεγάσουν τα όνειρά τους, στο ότι βρίσκονται μόνοι απέναντι σε ένα οικονομικό σύστημα που αντί να τους δίνει, τους “γδύνει”; Πρόσεξε όμως. Έχεις φανταστεί έναν κόσμο χωρίς καλλιτέχνες, χωρίς θέατρα ή σινεμά; Θα έλεγα ότι “ο κύριος Μπιλ” του έργου, βρίσκεται παντού.
Αν ανοίξουμε τα μάτια, θα τον δούμε και θα καταλάβουμε ότι εδώ και πολλά χρόνια, όλοι αυτοί “οι κύριοι Μπιλ”, έχουν πιαστεί καλά από τις “καρέκλες” τους και δεν λένε να τις αφήσουν. Όταν φτάνει η κατάσταση σε ακραία σημεία μέσα μας, μα κι έξω από εμάς, τότε “ο ύπνος δεν είναι φάρμακο πια. Κάθε φορά που θα αποκοιμηθώ, πετιέμαι κάθιδρη, κοντανασαίνω”, λέει η Θάλεια του έργου.
Η απόγνωση καραδοκεί όταν έχουμε πια συνηθίσει την συνύπαρξη με “το τέρας”. Τότε είναι που “βλέπουμε το αφύσικο σαν φυσιολογικό”, τότε είναι που αδυνατούμε να αποδράσουμε ή να επαναστατήσουμε.
Τέλος, προσέγγισα τον ρόλο -ερμηνευτικά- , με ευαισθητοποίηση και μελέτη. Δίνω μεγάλη σημασία στην δραματουργική ανάλυση του κειμένου για το ανέβασμα μιας παράστασης. Το κείμενο και ο αυτοσχεδιασμός, η ζωντανή- αυθόρμητη και σε ορισμένα σημεία ενστικτώδης επικοινωνία, με τον συνάδελφο Γιώργο Ανδρουτσόπουλο επί σκηνής, βοήθησαν στο να ζωντανέψει αυτός ο χαρακτήρας. Το έργο “Η Βροχή Μέσα Της” του Γιάννη Παπάζογλου, ανεβαίνει για πρώτη φορά.

3. Στο έργο, η γυναίκα βρίσκεται αντιμέτωπη με έναν κόσμο που απειλεί να ορίσει τη μοίρα της, ενώ η οικογένεια, η οικονομική εξάρτηση και οι κοινωνικές συμβάσεις λειτουργούν συχνά καταπιεστικά. Πόσο ελεύθερη είναι σήμερα μια γυναίκα να πάρει τη ζωή της στα χέρια της χωρίς να χρειάζεται να απολογηθεί για τις επιλογές της;
“Μα καλά, πού αφήνεις τα παιδιά όταν δουλεύεις;” Πόσες φορές δεν το έχουμε ακούσει αυτό…Όπως είπε εύστοχα κάποια στιγμή μια αγαπημένη φίλη, “αν ήμασταν άνδρες, θα ρωτούσαν…;
Σίγουρα έχουν αλλάξει πολλά από την αρχαιότητα μέχρι σήμερα, όμως μια γυναίκα είναι πάντα ο φάρος που αν σβήσει, όλα και όλοι χαώνονται και χάνονται. Για αυτόν τον λόγο, έχει ιδιαίτερη σημασία για μια γυναίκα να μην ξεχνάει από πού ξεκίνησε, να μην αφήνει τα όνειρά της πίσω για κανέναν.
“Η Τέχνη απαιτούσε αφοσίωση, βίο ασκητικό. Εκείνος διαφωνούσε”.
Το θέμα είναι ότι ότι μια γυναίκα δεν αρκεί να “παλεύει όσο μπορεί”, πρέπει να παλεύει πάντα περισσότερο από όσο μπορεί. Μας καταπιέζουν, μας γεμίζουν ενοχές και μας ελέγχουν από την πρώτη μας νιότη για το θέμα της σεξουαλικότητας, του γάμου ή του μη γάμου, του παιδιού ή του μη παιδιού και δυστυχώς, με συνεχώς αυξανόμενη συχνότητα, ορισμένοι μας δολοφονούν, επειδή επιλέξαμε να τους χωρίσουμε ή για άλλους λόγους. Στην ουσία δεν είμαστε ποτέ ελεύθερες από την γέννηση μέχρι τον θάνατό μας. Όταν μια γυναίκα κάνει μια επιλογή, πρέπει να είναι επιλογή ζωής, ειδάλλως μπορεί εύκολα να θεωρηθεί επιπόλαιη ή διαταραγμένη. Δεν έχουμε ούτε το δικαίωμα να κάνουμε λάθος. Κρινόμαστε συνεχώς.
Έχουμε μόνο η μία την άλλη.
Ο συμβιβασμός δεν είναι το παράδειγμα που πρέπει να παραθέτει μια γυναίκα στα παιδιά της ή στον εαυτό της. Πρόκειται για ένα έργο που συγκινεί τους θεατές και ιδιαιτέρως τις γυναίκες γιατί αγγίζει ζητήματα διαχρονικά που μας αφορούν.

4. Το παλιό σινεμά, ως χώρος φαντασιώσεων και επιθυμιών, αντιπαρατίθεται σε μια σκληρή κοινωνική πραγματικότητα, όπου το χρήμα και η εξουσία καθορίζουν τους κανόνες. Ποια ανάγκη πιστεύετε ότι οδηγεί τους ανθρώπους να καταφεύγουν σε φανταστικούς κόσμους; Και μήπως η φαντασία γίνεται κάποιες φορές ο μοναδικός χώρος όπου μπορούμε να υπάρξουμε ελεύθεροι;
Η Θάλεια του έργου “Η Βροχή Μέσα Της”, καταφεύγει σε παιχνίδια ρόλων για να εκφραστεί, να λυτρωθεί, να κλάψει, να παραδεχτεί στον εαυτό της την αλήθεια, να αναπνεύσει. Εδώ, το παιχνίδι ρόλων χρησιμοποιεί κώδικες και μνήμες της παιδικής ηλικίας, ελπίζοντας έστω και υποσυνείδητα, στην έξοδο από την λήθη. Το καταφύγιο της παιδικότητας λειτουργεί τελικά ως πεδίο επιστροφής στον εαυτό. Το πατρικό σπίτι κι η ονειρική κατάσταση που την φέρνει αντιμέτωπη με τις μνήμες και τα τραύματά της, ικανοποιούν την ανάγκη της να τα αντικρίσει δίχως υπεκφυγές.
Ο Ανδρέας, ο υποψήφιος ενοικιαστής, ξεκλειδώνει την πλοκή του έργου μα -σαν να ήταν ψυχοθεραπευτής- και την συνείδηση της Θάλειας. Μην ξεχνάμε ότι η Θάλεια στην παράσταση, εμφανίζεται σε τρεις διαφορετικές ηλικιακές φάσεις της ζωής της.
Οι εναλλαγές ανάμεσα σε παρελθόν και παρόν, θεραπευτή και θεραπευόμενο, θύτη και θύμα, σκοτάδι και φως, βροχή που πνίγει και που λυτρώνει…, “ντύνουν” την παράσταση. Το μυστήριο και την νουάρ ατμόσφαιρα του ψυχολογικού θρίλερ, η σκηνοθετική ματιά του Θωμά Μαυρογόνατου την εντείνει ευφάνταστα, με απίστευτη καλλιτεχνική συνέπεια.

5. Η νουάρ ατμόσφαιρα του έργου, η αίσθηση απειλής και η διαρκής αμφιβολία για το τι είναι αληθινό δημιουργούν ένα σύμπαν ψυχικής αστάθειας και υπόγειου φόβου. Τι σας συγκινεί περισσότερο στην ηρωίδα σας: οι πληγές που την έχουν διαμορφώσει ή η προσπάθειά της να ξεφύγει από αυτές; Και πόσο εύκολο είναι για μια ηθοποιό να πλησιάσει το σκοτάδι ενός χαρακτήρα χωρίς να τον κρίνει;
Κάποτε υποδύθηκα στις πτυχιακές εξετάσεις μου, στο “Παιχνίδι της Σφαγής” του Ιονέσκο, την Υπάλληλο της Δημαρχίας. Πρόκειται για έναν ρόλο που ξεπερνάει ως και τα όρια του φασισμού, ένας “άλλος” Χίτλερ. Αυτή είναι η δουλειά μας, γι’ αυτό εκπαιδευόμαστε κι ας είναι εξαιρετικά δύσκολο. Τον ηθοποιό πρέπει να τον διέπει μια υπέρμετρη ευαισθησία, να έχει σκέψη και φαντασία.
Στον Μπρεχτ, για παράδειγμα, υπάρχουν τόσοι χαρακτήρες που δεν θα ταυτιζόμουν ποτέ μαζί τους, οφείλω όμως να μπορώ να τους φέρω “κοντά” στην σκέψη των θεατών.
Χαρακτήρες με σύνθετο ψυχισμό σαν την Θάλεια, που ξεχειλίζουν από την ανθρώπινη υπόστασή τους και στέκονται εύθραυστοι να κοιτούν την Βροχή Μέσα τους, γύρω τους και έξω από αυτούς, που δεν μένουν ανεπηρέαστοι από την κοινωνική παρακμή, τα λάθη τους, τις φασιστικές νοοτροπίες, την αδικία εις βάρος των γυναικών, από όσα συμβαίνουν έξω από τον “οίκο” τους, χαρακτήρες που έχουν επίγνωση της σιωπής τους, είναι χαρακτήρες που ο ηθοποιός μα και ο θεατής συν-αισθάνονται, χωρίς να είναι ποτέ αυτονόητο ή εύκολο.

Διαβάστε επίσης:
«Η βροχή μέσα της» του Γιάννη Παπάζογλου σε σκηνοθεσία Θωμά Μαυρογόνατου κάθε Κυριακή στον Τεχνοχώρο Εργοτάξιον
Ντίνα Μέριλ: Η κληρονόμος που έγινε σταρ του Χόλιγουντ

