-|-
Δαπάνες περισσότερο στοχευμένες στο πολλαπλασιαστικό αποτέλεσμα για την οικονομία και την κοινωνία προτείνει στην τριμηνιαία έκθεση του το Γραφείο Προϋπολογισμού της Βουλής, δεδομένων και των περιορισμών που δημιουργεί η ενεργειακή κρίση, σημειώνοντας όμως την διατήρηση της αναπτυξιακής δυναμικής και των δημοσιονομικών επιδόσεων.
Σύμφωνα με την έκθεση, η κρίση και η διεθνής αβεβαιότητα περιορίζουν τα δημοσιονομικά περιθώρια και της Ελλάδας. Σε αυτή την βάση, η συνέχιση της αποκλιμάκωσης του χρέους και η δημοσιονομική σύνεση συμπορεύονται με την αναπτυξιακή πολιτική. Λειτουργούν ως μηχανισμός ασφάλισης σε ένα αβέβαιο διεθνές περιβάλλον, υπό την προϋπόθεση ότι δεν επιτυγχάνονται με περικοπές σε δαπάνες που ενισχύουν το παραγωγικό δυναμικό.
Όπως τονίζεται, η κρίσιμη επιλογή είναι που θα κατευθύνεται κάθε πρόσθετο ευρώ δημοσιονομικού χώρου. Κριτήριο αξιολόγησης κάθε μέτρου δεν μπορεί να είναι μόνο το άμεσο δημοσιονομικό κόστος του, αλλά και η επίδρασή του στις επενδύσεις, στην παραγωγικότητα, στη βελτίωση της δημόσιας διοίκησης ως αρωγού στις ιδιωτικές επενδύσεις υψηλής προστιθέμενης αξίας, στην ενίσχυση των θεσμών της δικαιοσύνης και της διασφάλισης της διαφάνειας και της λογοδοσίας, καθώς και στην εξωστρέφεια.
Σε ότι αφορά την πορεία της οικονομίας ως και το τέλος τους γ’ τριμήνου η έκθεση επαναλαμβάνει την πρόβλεψη για την ανάπτυξη του 2026 στο 1,9%, με εύρος πρόβλεψης από 1,7% έως 2,0%.
Ανθεκτικότητα στην κρίση
Η έκθεση σημειώνει ότι η αναζωπύρωση των γεωπολιτικών διενέξεων στη Μέση Ανατολή επανέφερε την αυξημένη αβεβαιότητα για τη διάρκεια της κρίσης στην περιοχή και για την ομαλοποίηση των ενεργειακών ροών μέσω των Στενών του Ορμούζ. Ως αποτέλεσμα, η καμπύλη των τιμών ενέργειας παραμένει σημαντικά υψηλότερα από τα προ της σύγκρουσης επίπεδα και η αποκλιμάκωση του πληθωρισμού έχει ανακοπεί. Σε αυτό το πλαίσιο η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα αύξησε εκ νέου τα βασικά της επιτόκια τον Σεπτέμβριο, μετά την αντίστοιχη αύξηση του Ιουνίου.
Ανησυχία για πληθωρισμό
Παρόλα αυτά η ελληνική οικονομία επιδεικνύει ανθεκτικότητα με εξαίρεση το κομμάτι του πληθωρισμού το οποίο βρίσκεται σταθερά πάνω από τον μέσο όρο της ΕΕ, με το Γραφείο να εκτιμά ότι θα είναι δύσκολο να μειωθεί κάτω από το 3,2% μέσα στο 2026 με προοπτική να βρεθεί σε χαμηλότερες τιμές το 2027. Όπως επισημάνθηκε και στην Έκθεση του Ιουνίου 2026, η επιμονή αυτής της απόκλισης εξακολουθεί να αποτελεί πηγή προβληματισμού, καθώς διαβρώνει τη διεθνή ανταγωνιστικότητα της ελληνικής οικονομίας και επιβαρύνει το Ισοζύγιο Τρεχουσών Συναλλαγών.
Ωστόσο στον τομέα των ομολόγων, ο οποίος δέχεται σημαντικές πιέσεις λόγω της κρίσης, οι αναβαθμίσεις των προοπτικών της οικονομίας από την DBRS και την Μοοdy’s και η αναβάθμιση της οικονομίας στην βαθμίδα ΒΒΒ+ από την SCOPE δείχνουν ότι η δημοσιονομική πειθαρχία και η ταχεία μείωση του χρέους αναβαθμίσουν συνεχώς την εμπιστοσύνη των αγορών στα ελληνικά ομόλογα παρά την συγκυριακή άνοδο των αποδόσεων.
Στον τομέα της ανταγωνιστικότητας, παρά το γεγονός ότι το έλλειμμα του Ισοζυγίου Τρεχουσών Συναλλαγών διευρύνθηκε την περίοδο Ιανουαρίου – Ιουλίου 2026 σε σχέση με την αντίστοιχη περίοδο του 2025, η εξέλιξη αυτή δεν αντανακλά επιδείνωση των θεμελιωδών μεγεθών του εξωτερικού τομέα. Ειδικότερα, το ισοζύγιο αγαθών και υπηρεσιών που αποτυπώνει την ανταγωνιστικότητα της οικονομίας, βελτιώθηκε αισθητά, καθώς οι εξαγωγές αγαθών και υπηρεσιών αυξήθηκαν με ρυθμό σχεδόν διπλάσιο από εκείνον των εισαγωγών, με σημαντική συμβολή των ταξιδιωτικών εισπράξεων.

