Το σινεμά αγαπά ξανά τις θεωρίες συνωμοσίας.
Όχι απλώς ως υλικό για θρίλερ, ούτε μόνο ως νοσταλγική επιστροφή στην εποχή του The Parallax View, του The Conversation ή του Capricorn One. Το νέο κύμα ταινιών που παίζει με εξωγήινους, μυστικά δωμάτια, κρατικές συγκαλύψεις, ύποπτες ελίτ και ανθρώπους που πιστεύουν ότι «κάτι μας κρύβουν» μοιάζει να πιάνει μια πολύ σημερινή νεύρωση: την αδυναμία μας να αντέξουμε έναν κόσμο όπου τίποτα δεν συνδέεται με τίποτα.
Στο Disclosure Day του Στίβεν Σπίλμπεργκ, ο Τζος Ο’Κόνορ υποδύεται έναν νεαρό πληροφοριοδότη που κρατά μυστικά κρατικά έγγραφα, τα οποία αποδεικνύουν την ύπαρξη εξωγήινων και μια σκοτεινή κυβερνητική συγκάλυψη. Η ταινία είναι μυθοπλασία, αλλά παίζει με τη γλώσσα της «αποκάλυψης» και της εσωτερικής γνώσης. Ο ίδιος ο Σπίλμπεργκ εμφανίζεται μάλιστα στο τρέιλερ, σαν να εγγυάται προσωπικά το βάρος της ιστορίας.
Το Disclosure Day δεν είναι μόνο του. Στο Bugonia του Γιώργου Λάνθιμου, η παράνοια στρέφεται προς τους πλούσιους και ισχυρούς, με την υποψία ότι οι ελίτ μπορεί να είναι κυριολεκτικά εξωγήινοι μεταμφιεσμένοι σε ανθρώπους. Στο Backrooms, η λογική της συνωμοσίας μεταφέρεται σε έναν λαβύρινθο από διαδρόμους και άδεια γραφεία, έναν χώρο που μοιάζει να βρίσκεται πίσω από την ίδια την πραγματικότητα, σαν κρυφό δωμάτιο του ίντερνετ. Στο Eddington του Άρι Άστερ, η εποχή της Covid, η αντίδραση στα μέτρα για τις μάσκες, η πολιτική δυσπιστία και η ακροδεξιά συνωμοσιολογία γίνονται μέρος ενός αμερικανικού τοπίου όπου όλοι μοιάζουν να πιστεύουν ότι χειραγωγούνται.
Αν τα συνωμοσιολογικά θρίλερ των ’70s γεννήθηκαν από τη δυσπιστία απέναντι σε φθαρμένους θεσμούς, τη σκιά του Watergate, τον Ψυχρό Πόλεμο και μια γενικότερη κρίση εμπιστοσύνης, οι σημερινές ταινίες κινούνται σε ακόμη πιο θολό περιβάλλον. Τότε, η παράνοια μπορούσε να μοιάζει με αντίσταση. Σήμερα, η ίδια η εξουσία μιλά συχνά τη γλώσσα της συνωμοσίας.
Η εποχή του Τραμπ, του «deep state», των φακέλων για UFO, του QAnon, της πανδημικής δυσπιστίας, των αλγορίθμων και της ασταμάτητης παραπληροφόρησης έχει κάνει τη συνωμοσιολογική σκέψη μέρος της καθημερινής πολιτικής και ψηφιακής ζωής. Η παλιά φράση του Στιβ Μπάνον, «flood the zone with shit», μοιάζει σχεδόν με περιγραφή ενός πολιτισμικού κλίματος όπου η αλήθεια δεν κρύβεται απλώς. Πνίγεται μέσα στον θόρυβο.
Γι’ αυτό και οι νέες ταινίες δεν λειτουργούν ακριβώς όπως οι παλιές. Δεν έρχονται απαραίτητα για να αποκαλύψουν μια σκοτεινή αλήθεια πίσω από το σύστημα. Συχνά μοιάζουν να δείχνουν έναν κόσμο όπου όλοι ψάχνουν απεγνωσμένα μια αλήθεια, επειδή η απουσία νοήματος είναι ακόμη πιο τρομακτική από μια κακή συνωμοσία.
Η θεωρία συνωμοσίας προσφέρει κάτι εξαιρετικά σαγηνευτικό: την ψευδαίσθηση της τάξης. Σου λέει ότι τα γεγονότα συνδέονται. Ότι κάποιος ξέρει. Ότι υπάρχει ένα σχέδιο, ένα κρυμμένο δωμάτιο, μια μυστική ομάδα, ένας χάρτης κάτω από τον χάρτη. Ότι η ζωή δεν είναι τυχαία, χαοτική και εξαντλητικά ασύνδετη, αλλά μια ιστορία που, αν κοιτάξεις αρκετά βαθιά, μπορείς να αποκωδικοποιήσεις.
Το Backrooms, ίσως η πιο χαρακτηριστική ταινία αυτού του κύματος, λειτουργεί ακριβώς έτσι. Δεν χρειάζεται να εξηγήσει τα πάντα. Η δύναμή του βρίσκεται στο ότι αφήνει κενά. Ένας χώρος από διαδρόμους, γραφεία και ψυχρό φως γίνεται μεταφορά για το ίντερνετ, για την εικόνα, για το ίδιο το σινεμά, για εκείνες τις περιοχές της πραγματικότητας που μοιάζουν να υπάρχουν πίσω από την επιφάνεια και να μην τελειώνουν ποτέ.
Το ίδιο ισχύει, με διαφορετικό τρόπο, για το Eddington. Εκεί η παράνοια δεν είναι απλώς αισθητική. Είναι πολιτικό οικοσύστημα. Ο ήρωας του Άρι Άστερ, ένας σερίφης μικρής πόλης που κατεβαίνει για δήμαρχος, κινείται μέσα σε έναν κόσμο όπου η δημόσια υγεία, η φυλή, η αστυνομία, το ίντερνετ και η πολιτική ταυτότητα έχουν γίνει πεδίο διαρκούς ερμηνευτικού πολέμου. Κανείς δεν εμπιστεύεται κανέναν, αλλά όλοι είναι βέβαιοι ότι κάποιος άλλος κινεί τα νήματα.
Το ενδιαφέρον είναι ότι το σινεμά δεν παρακολουθεί απλώς αυτή την κουλτούρα από απόσταση. Συμμετέχει και το ίδιο στο παιχνίδι της. Το Disclosure Day, για παράδειγμα, συνέπεσε με τη δημοσιοποίηση αποχαρακτηρισμένων αρχείων για UFO από τον Λευκό Οίκο, γεγονός που γέννησε αμέσως νέες θεωρίες για το αν η ταινία και η πολιτική επικαιρότητα λειτουργούν ως μέρος της ίδιας εκστρατείας. Ο Σπίλμπεργκ το διέψευσε, αλλά η ίδια η διάψευση δείχνει πόσο εύκολα η συνωμοσιολογική φαντασία απορροφά ακόμη και την κουλτούρα που την αναπαριστά.
Αυτό είναι το νέο παράδοξο. Το σινεμά γυρίζει ταινίες για ανθρώπους που βλέπουν παντού κρυφές συνδέσεις, ενώ το κοινό ζει ήδη μέσα σε ένα περιβάλλον όπου όλα μπορούν να συνδεθούν με όλα, αρκεί να υπάρξει αρκετό υλικό, αρκετή καχυποψία και αρκετό ίντερνετ.
Κάποτε το συνωμοσιολογικό θρίλερ έλεγε στον θεατή: «Μην εμπιστεύεσαι το κράτος». Σήμερα το μήνυμα είναι πιο ασταθές: «Μην εμπιστεύεσαι τίποτα, αλλά πρόσεχε, γιατί αυτή η δυσπιστία μπορεί να γίνει το πιο εύκολο εργαλείο χειραγώγησης».
Η διαφορά είναι κρίσιμη. Η παράνοια μπορεί να είναι άμυνα απέναντι στην εξουσία, αλλά μπορεί να γίνει και η γλώσσα της εξουσίας. Μπορεί να σου δίνει την αίσθηση ότι ξυπνάς, ενώ στην πραγματικότητα σε κρατά εξαντλημένο, καχύποπτο και αδύναμο να ξεχωρίσεις την πραγματική απειλή από τη σκηνοθετημένη.
Γι’ αυτό η νέα αγάπη του σινεμά για τις θεωρίες συνωμοσίας δεν είναι απλώς μόδα. Είναι σύμπτωμα. Οι ταινίες αυτές δεν λένε μόνο ότι κάτι κρύβεται. Λένε ότι ζούμε σε μια εποχή που χρειάζεται απεγνωσμένα μια κρυμμένη αλήθεια, επειδή η γυμνή αλήθεια του χάους είναι σχεδόν αφόρητη.
Ο Τόμας Πίντσον είχε γράψει ότι υπάρχει κάτι χειρότερο από την παράνοια: η αντι-παράνοια, η κατάσταση όπου τίποτα δεν συνδέεται με τίποτα. Αυτό, έλεγε, δεν το αντέχουν πολλοί για πολύ. Το σημερινό σινεμά μοιάζει να συμφωνεί. Οι θεατές χρειάζονται ανατροπές, μυστικά, αποκαλύψεις, δωμάτια πίσω από τα δωμάτια, σημάδια που περιμένουν να διαβαστούν.
Το ερώτημα είναι αν αυτές οι ταινίες μάς βοηθούν να καταλάβουμε την παράνοια της εποχής ή απλώς μας μαθαίνουν να την απολαμβάνουμε περισσότερο.
Με στοιχεία από Guardian.

