Γιατί κάηκε η Αττικοβοιωτία: Υπεροπλία στον αέρα, αλλά η μάχη χάθηκε στο έδαφος
Γιατί κάηκε η Αττικοβοιωτία: Υπεροπλία στον αέρα, αλλά η μάχη χάθηκε στο έδαφος
Παρότι η χώρα διαθέτει τον ισχυρότερο στόλο εναέριων μέσων στην Ευρώπη και ο ΟΟΣΑ καταγράφει πρόοδο στο επίπεδο της πρόληψης, ο καθηγητής Φυσικών Καταστροφών Κώστας Συνολάκης επισημαίνει τα κενά στο μοντέλο πυρόσβεσης και στη διαχείριση μετά την καταστροφή -Τι λέει για τη Δασική Υπηρεσία, τα δίκτυα ηλεκτρικής ενέργειας και τα τοπικά επιχειρησιακά σχέδια που λείπουν
Απαγορεύεται από το δίκαιο της Πνευμ. Ιδιοκτησίας η καθ΄οιονδήποτε τρόπο παράνομη χρήση/ιδιοποίηση του παρόντος, με βαρύτατες αστικές και ποινικές κυρώσεις για τον παραβάτη
Ματίνα Ηρειώτου
Δύο νεκρούς, πάνω από 112.000 στρέμματα δάσους καμένα και δεκάδες σπίτια κατεστραμμένα άφησε πίσω της η πυρκαγιά που ξέσπασε στις 31 Ιουλίου και επί σχεδόν πέντε ημέρες πλήγωνε τη Βοιωτία και την Αττική. Η πυρκαγιά που λόγω των ακραίων συνθηκών που επικρατούσαν, και από τις οποίες ευνοήθηκε, αλλά και της έκτασης που κάηκε, κατατάσσεται στις mega fires ανέδειξε κενά στο μοντέλο της πυρόσβεσης, στην πρόληψη, αλλά και στη διαχείριση μετά την καταστροφή, με βάση τα έως τώρα δεδομένα.
Στον δημόσιο διάλογο μπήκαν εκ νέου ερωτήματα, όπως αν η ελληνική υπεροπλία στα εναέρια μέσα αποτελεί την απάντηση για αποτελεσματική αντιμετώπιση των πυρκαγιών, ενώ επανήλθε η συζήτηση που διεξάγεται εδώ και σχεδόν 30 χρόνια και αφορά τη μεταφορά της αρμοδιότητας πυρόσβεσης στην Πυροσβεστική από τη Δασική Υπηρεσία και αν θα πρέπει να υιοθετηθούν νέα μέτρα και ποια θα είναι αυτά με βάση και τα δεδομένα που δημιουργεί η κλιματική αλλαγή.
Οι μεγα-πυρκαγιές δεν είναι καινούριο φαινόμενο για την Ελλάδα. Η φωτιά στη Δαδιά το 2023, άλλωστε, έχει καταγραφεί ως η πλέον καταστροφική σε ευρωπαϊκό έδαφος από το 2000 που γίνεται αναλυτική καταγραφή, ενώ είχε προηγηθεί το 2021 η τεράστια πυρκαγιά στην Εύβοια. Πού εντοπίζονται όμως τα κενά, και γιατί η φωτιά στη Βοιωτία δεν ελέγχθηκε άμεσα και πήρε τις διαστάσεις που πήρε;
Ο καθηγητής Φυσικών Καταστροφών Κώστας Συνολάκης επισημαίνει ότι «χωρίς πλήρη επιχειρησιακή αποτίμηση δεν μπορούμε να αποδώσουμε συγκεκριμένες ευθύνες, ούτε να γνωρίζουμε με βεβαιότητα τι συνέβη στα πρώτα κρίσιμα λεπτά. Γνωρίζουμε όμως ότι η φωτιά αναπτύχθηκε υπό εξαιρετικά δυσμενείς συνθήκες, με πολύ ισχυρούς ανέμους, εξαιρετικά ξηρή βλάστηση, πολλαπλές μεταδόσεις από καύτρες και πολύ γρήγορη επέκταση. Σε τέτοιες συνθήκες η πυρκαγιά μπορεί μέσα σε ελάχιστο χρόνο να ξεπεράσει τις δυνατότητες άμεσης προσβολής. Αυτό όμως δεν σημαίνει ότι δεν πρέπει να εξεταστούν συγκεκριμένα κρίσιμα σημεία: πόσο γρήγορα εντοπίστηκε η αρχική εστία, ποια ήταν η χρονική απόσταση από την αναγγελία μέχρι την πρώτη ουσιαστική προσβολή, αν οι επίγειες δυνάμεις βρίσκονταν ήδη σε κατάλληλες προωθημένες θέσεις, αν υπήρχαν ασφαλείς δασικοί δρόμοι και σημεία υδροληψίας και αν η αρχική κινητοποίηση ανταποκρινόταν στο ακραίο επίπεδο κινδύνου.
Το βασικότερο κενό συνήθως είναι προγενέστερο της φωτιάς. Συνήθως απουσιάζουν τοπικά επιχειρησιακά σχέδια με χαρτογράφηση της βλάστησης, πιθανά σενάρια εξάπλωσης, θέσεις δυνάμεων πυρόσβεσης, οδοί διαφυγής και πού υπάρχει μεγαλύτερη σχετική ασφάλεια για την ανακοπή ενός μετώπου. Μία μεγάλη πυρκαγιά δεν αντιμετωπίζεται μόνο την ημέρα που ξεσπά. Αντιμετωπίζεται με τις αποφάσεις που έχουν ληφθεί μήνες και χρόνια νωρίτερα».
Το AntiNero
Οπως σημειώνει ο κ.Συνολάκης, τα τελευταία χρόνια στο επίπεδο της πρόληψης γίνονται περισσότερα από ό,τι παλαιότερα: καθαρισμοί, συντήρηση δασικών δρόμων, αντιπυρικές ζώνες και έργα του προγράμματος «Antinero». «Ο ΟΟΣΑ καταγράφει, μεταξύ άλλων, σχεδιασμό για συντήρηση ή διάνοιξη περίπου 12.000 χλμ. δασικών δρόμων και 1.600 χλμ. ζωνών, καθώς και εκπόνηση σχεδίων δασικής πυροπροστασίας, και σύμφωνα με το Google καθαρισμό περίπου 77.000 στρεμμάτων δασών». Ο ίδιος παρατηρεί ότι «το “Antinero” είναι ακόμη σε φάση υλοποίησης, αλλά δεν χρειάζεται να περιμένουμε την ολοκλήρωσή του για να δούμε την αποτελεσματικότητά του. Αν εξετάσουμε άμεσα ποιες φάσεις του “Antinero” είχαν ολοκληρωθεί στις καμένες περιοχές φέτος, μπορούμε να εξάγουμε αρχικά συμπεράσματα και να διορθώσουμε ό,τι χρειάζεται. Η αίσθησή μου είναι ότι η πρόληψη παραμένει συχνά αποσπασματική, επείγουσα και προσανατολισμένη στην αρχή της αντιπυρικής περιόδου».
Οι πυρκαγιές, όπως σημειώνουν οι επιστήμονες, είναι μια φυσιολογική λειτουργία πολλών μεσογειακών οικοσυστημάτων. Συνεπώς, δεν είναι οικολογικά σωστό να καθαριστούν οριζόντια όλα τα δάση. Οι δασολόγοι αποφασίζουν πού χρειάζονται αραιώσεις, πού πρέπει να δημιουργηθούν μωσαϊκά διαφορετικής βλάστησης και πού μπορούν να αξιοποιηθούν η βόσκηση ή οι καλλιέργειες και οι προδιαγεγραμμένες καύσεις.
«Πρέπει να μειώσουμε τις αναφλέξεις: να κάνουμε συστηματική συντήρηση των ηλεκτρικών δικτύων, έλεγχο της βλάστησης γύρω από γραμμές και στοχευμένη προληπτική διακοπή της ηλεκτροδότησης. Η κλιματική κρίση σημαίνει ότι ο σχεδιασμός ακόμη και με δεδομένα μερικών ετών πριν δεν αρκεί. Χρειαζόμαστε προετοιμασία για πυρκαγιές ταχύτερες, εντονότερες και δυσκολότερες στην άμεση προσβολή», επισημαίνει ο καθηγητής.
80 εναέρια μέσα
Το μεγάλο πρόβλημα στη φωτιά της Αττικοβοιωτίας ήταν οι ισχυροί, ακραίοι, άνεμοι που επί δύο ημέρες έβγαλαν ουσιαστικά εκτός δράσης τα εναέρια μέσα. Η Ελλάδα διαθέτει τον ισχυρότερο στόλο αεροσκαφών και ελικοπτέρων, ιδιόκτητων και μισθωμένων. Εχει προγραμματιστεί μάλιστα να ενισχυθεί ακόμη περισσότερο με την παραλαβή, σταδιακά από το 2028, των νέων Canadair. Η χώρα μας διαθέτει πάνω από 80 εναέρια μέσα, τη στιγμή που η Γερμανία, αντιμετωπίζοντας άλλες συνθήκες και ακολουθώντας διαφορετικό μοντέλο, έχει μόλις… ένα. Οι Γερμανο σε περίπτωση ανάγκης απευθύνονται στον μηχανισμό της ευρωπαϊκής Πολιτικής Προστασίας (RescEU) και ζητούν μέσω αυτού βοήθεια σε εναέρια πυροσβεστικά μέσα.
«Η Ελλάδα έχει πράγματι πολύ ισχυρό εναέριο στόλο σε σχέση με το μέγεθος και τον πληθυσμό της. Αυτό όμως δημιούργησε σταδιακά την ψευδαίσθηση ότι τα εναέρια μέσα αποτελούν την κύρια απάντηση. Δεν είναι έτσι», λέει ο κ.Συνολάκης, και εξηγεί: «Τα αεροσκάφη και τα ελικόπτερα είναι εξαιρετικά χρήσιμα για να μειώσουν προσωρινά την ένταση της φωτιάς, να υποστηρίξουν τις επίγειες δυνάμεις και να προστατεύσουν κρίσιμα σημεία. Δεν μπορούν όμως να κατασβέσουν οριστικά μια πυρκαγιά χωρίς επίγειες δυνάμεις. Επιπλέον, με ισχυρούς ανέμους, καπνό ή περιορισμένη ορατότητα, η αποτελεσματικότητά τους μειώνεται και η ασφάλεια των πληρωμάτων τίθεται σε σοβαρό κίνδυνο, όπως δυστυχώς βιώσαμε με τον πιο δραματικό τρόπο την 2α Αυγούστου». Οπως επισημαίνει, «αυτό που λείπει είναι ένα πραγματικά ισορροπημένο μοντέλο. Πρέπει να εξετάσουμε πόσο ευέλικτες είναι οι επίγειες ομάδες δασικών επιχειρήσεων, πόσο εκπαιδευμένες στη δημιουργία γραμμών ελέγχου και, όπου ενδείκνυται, στην εφαρμογή αντιπύρ ή ελεγχόμενης καύσης. Χρειαζόμαστε επίσης προωθημένη διασπορά δυνάμεων τις ημέρες ακραίου κινδύνου, νυχτερινή επιχειρησιακή δυνατότητα και ενιαία εικόνα από δορυφόρους, drones, κάμερες και μετεωρολογικά δεδομένα. Τουλάχιστον στις δορυφορικές εικόνες έχουμε κάνει τεράστια πρόοδο, και χαίρομαι που η Πολιτεία ακολούθησε τις προτάσεις μου για τη συμμετοχή της Ελλάδας σε σμήνη θερμικών και SAR δορυφόρων. Το εναέριο μέσο πρέπει να υποστηρίζει το επιχειρησιακό σχέδιο. Δεν μπορεί να είναι το ίδιο το σχέδιο».
Τα πρώτα 20 λεπτά
Για τον κ. Συνολάκη, άλλωστε, οι φωτιές σβήνονται από τις επίγειες δυνάμεις, αλλά υπό προϋποθέσεις. Τα εναέρια μέσα ρίχνουν νερό ή επιβραδυντικό υγρό και μειώνουν προσωρινά τις φλόγες, αλλά κάποιος πρέπει να φτάσει στο έδαφος, να ελέγξει την περίμετρο, να σβήσει τις μικροεστίες, να απομακρύνει την καύσιμη ύλη και να αποτρέψει τις αναζωπυρώσεις. «Υπάρχουν, όμως, φυσικά όρια. Οταν έχουμε πολύ μεγάλο μήκος φλόγας, έντονη ακτινοβολία, γρήγορη μετάδοση από καύτρες και συνεχή αλλαγή της κατεύθυνσης του ανέμου, οι πυροσβέστες δεν μπορούν να επιχειρήσουν μετωπικά χωρίς να κινδυνεύσουν. Τότε πρέπει να εργάζονται από ασφαλή σημεία, από τα πλάγια ή τα ήδη καμένα, και να αξιοποιούν δρόμους, αντιπυρικές ζώνες και φυσικά εμπόδια.
Οι δυνατότητές τους λοιπόν εξαρτώνται όχι μόνο από τον αριθμό των πυροσβεστών και των οχημάτων, αλλά και από το αν υπάρχει πρόσβαση, νερό, τοπική γνώση, αξιόπιστη επικοινωνία, κατάλληλος ατομικός εξοπλισμός και σαφές σχέδιο διαφυγής. Επίσης, συχνά χρειάζονται μικρές ευκίνητες και εξειδικευμένες ομάδες που να μπορούν να κινηθούν εκεί όπου δεν φτάνει ένα βαρύ πυροσβεστικό όχημα. Πρέπει, τέλος, να αλλάξει η αντίληψη ότι η επιτυχία μετριέται από τον αριθμό των δυνάμεων που ανακοινώνονται. Το κρίσιμο ερώτημα είναι πόσες δυνάμεις βρέθηκαν στο σωστό σημείο, με τη σωστή αποστολή, στα πρώτα 20 ή 30 λεπτά».
Επιστροφή στη Δασική Υπηρεσία;
Η φωτιά στην Αττικοβοιωτία έφερε για μία ακόμη φορά στη δημόσια συζήτηση το ερώτημα αν τελικά η μεταφορά της δασοπυρόσβεσης στην Πυροσβεστική, από τη Δασική Υπηρεσία, ήταν μια σωστή απόφαση. «Η Πυροσβεστική διαθέτει πειθαρχημένη δομή, εμπειρία στη διαχείριση κρίσεων, δυνατότητα ταχείας κινητοποίησης και σαφή επιχειρησιακή ιεραρχία. Το πρόβλημα όμως ήταν ότι η μεταφορά φαίνεται ότι έγινε χωρίς να δημιουργηθεί ένα ολοκληρωμένο σύστημα συνεργασίας με τη Δασική Υπηρεσία», επισημαίνει ο καθηγητής και συνεχίζει: «Η κατάσβεση μιας δασικής πυρκαγιάς δεν είναι απλώς μια μεγαλύτερη αστική πυρκαγιά. Απαιτεί γνώση της βλάστησης, της τοπογραφίας, της συμπεριφοράς της φωτιάς, των δασικών δρόμων και της οικολογίας κάθε περιοχής. Αυτή τη γνώση τη διαθέτουν οι δασολόγοι και οι άνθρωποι που εργάζονται στο δάσος. Επομένως, δεν είμαι σίγουρος», λέει, «ότι η λύση είναι μια απλή επιστροφή στο παρελθόν ή ένας νέος πόλεμος αρμοδιοτήτων. Η λύση είναι ενιαία διοίκηση κατά το συμβάν, αλλά μόνιμη και θεσμοθετημένη σύμπραξη Πυροσβεστικής, Δασικής Υπηρεσίας, Τοπικής Αυτοδιοίκησης, επιστημονικών φορέων και διαχειριστών υποδομών όλο τον χρόνο.
Η μεγάλη αδυναμία του ελληνικού μοντέλου είναι ότι η πρόληψη, η διαχείριση του δάσους και η καταστολή εξακολουθούν να λειτουργούν σε μεγάλο βαθμό ως ξεχωριστοί κόσμοι. Ο ΟΟΣΑ έχει επισημάνει ότι η Ελλάδα δεν διαθέτει μια ενιαία, συνολική εθνική στρατηγική διαχείρισης του κινδύνου πυρκαγιών, παρότι αναγνωρίζει ότι τα τελευταία χρόνια έχουν γίνει σημαντικά βήματα συντονισμού και προληπτικών παρεμβάσεων».
Αντιπυρική αναβάθμιση κατοικιών
Από την επόμενη μέρα της κατάσβεσης της φωτιάς στη Δυτική Αττική, τα συνεργεία ξεκίνησαν την καταγραφή των ζημιών και ήδη το απόγευμα της Πέμπτης είχε σχεδόν ολοκληρωθεί. Οι 325 έλεγχοι κατέταξαν 118 κτίρια ως κόκκινα (κατεδαφιστέα), άλλα 119 ως κίτρινα (χρήζουν επισκευών), ενώ πράσινα είναι 88. Η κυβέρνηση εξήγγειλε επιτάχυνση των διαδικασιών για την αποζημίωση των πληγέντων και μια σειρά μέτρων για την αποκατάσταση των ζημιών και του φυσικού περιβάλλοντος. Για τους ειδικούς, η μείξη αστικών και δασικών περιοχών δυσχεραίνει την κατάσβεση, ενώ τα μέτρα που έχουν ληφθεί -όπως ο υποχρεωτικός καθαρισμός των οικοπέδων- είναι προς τη σωστή κατεύθυνση, αλλά δεν είναι αρκετά. «Η διεθνής εμπειρία δείχνει ότι πρέπει να προστατεύεται συνολικά το σπίτι και όχι μόνο το οικόπεδο. Χρειάζεται μια ζώνη αμέσως γύρω από το κτίριο χωρίς εύφλεκτα υλικά, καθαρές στέγες και υδρορροές, προστατευμένα ανοίγματα, πυράντοχα ή δυσανάφλεκτα υλικά, ασφαλείς δεξαμενές καυσίμων και πρόσβαση για τα πυροσβεστικά οχήματα. Η φωτιά συχνά μεταδίδεται από καύτρες που εισέρχονται σε στέγες, αεραγωγούς ή σωρούς ξύλων», επισημαίνει ο κ. Συνολάκης, που προτείνει να εξεταστεί πρόγραμμα αντιπυρικής και αντισεισμικής αναβάθμισης υπαρχόντων κατασκευών ανάλογα με τα προγράμματα ενεργειακής αναβάθμισης. «Χρειάζεται άμεση νομοθετική ρύθμιση ώστε ό,τι αποζημιώσεις καταβληθούν για επισκευές πληγέντων κτιρίων να συμπεριλαμβάνουν αντιπυρική αναβάθμιση, αφού οι κατασκευές παραμένουν σε περιοχές υψηλού κινδύνου.
Ο πολίτης έχει ευθύνη, αλλά δεν πρέπει να μετακυλίεται σε αυτόν η συνολική ευθύνη του κράτους. Ο καθαρισμός ενός οικοπέδου δεν μπορεί να υποκαταστήσει τη διαχείριση ολόκληρου του τοπίου, τη σωστή χωροταξία και την οργανωμένη εκκένωση».
Φωτογραφία: sooc.gr
Ματίνα Ηρειώτου
ΡΟΗ ΕΙΔΗΣΕΩΝ
85
150
165
109
8
17

