spot_imgspot_img

Related Posts

Top 5 This Week

Γιατί η ελληνική οικονομία στηρίζεται στους έμμεσους φόρους

Οι έμμεσοι φόροι, όπως ο Φόρος Προστιθέμενης Αξίας, οι Ειδικοί Φόροι Κατανάλωσης (ΕΦΚ) και οι δασμοί, αποτελούν τη “ραχοκοκαλιά” των δημοσίων εσόδων, καθώς καλύπτουν πάνω από το 40%-45% των συνολικών φορολογικών εσόδων. Η σύγκριση της Ελλάδας με τον μέσο όρο της Ευρωπαϊκής Ένωσης αποκαλύπτει μια σημαντική δομική απόκλιση στον τρόπο με τον οποίο συλλέγονται τα δημόσια έσοδα.

Η Ελλάδα στηρίζεται υπερβολικά στους έμμεσους φόρους σε σχέση με τους άμεσους, ενώ στην υπόλοιπη Ευρώπη η κατανομή είναι πιο ισορροπημένη. Οι έμμεσοι φόροι αντιστοιχούν στο 40,7% έως 44,4% των συνολικών φορολογικών εσόδων της χώρας, ενώ ο ευρωπαϊκός μέσος όρος κινείται στο 31% με 33%.

Η απόκλιση της Ελλάδας από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο στη δομή των φορολογικών εσόδων οφείλεται κυρίως σε τρεις παράγοντες:

– Στην εκτεταμένη φοροδιαφυγή στη φορολογία εισοδήματος, που ανάγκασε το κράτος να βασιστεί στους έμμεσους φόρους, οι οποίοι εισπράττονται ευκολότερα κατά τη συναλλαγή.

– Στο γεγονός ότι η χώρα διατηρεί από τους υψηλότερους συντελεστές ΦΠΑ (24%) και Ειδικούς Φόρους Κατανάλωσης (καύσιμα, καπνικά) στην Ευρωπαϊκή Ένωση, ενισχύοντας τεχνητά τη συμμετοχή τους στο ΑΕΠ.

– Στην παραδοχή ότι ελληνική οικονομία στηρίζεται έντονα στον τουρισμό. Η αυξημένη κατανάλωση εκατομμυρίων επισκεπτών σε εστίαση, διαμονή και μεταφορές διοχετεύει σημαντικά πρόσθετα έσοδα στα δημόσια ταμεία μέσω του ΦΠΑ.

Έτσι, ενώ η Ευρώπη εξισορροπεί τα έσοδα με την άμεση φορολογία, η Ελλάδα εξαρτάται υπερβολικά από την κατανάλωση για να εξασφαλίσει σταθερή ρευστότητα. Παράλληλα, παρόλο που οι έμμεσοι φόροι είναι εξαιρετικά αποτελεσματικοί στην είσπραξη εσόδων, επιβαρύνουν περισσότερο τα χαμηλότερα εισοδηματικά στρώματα, καθώς αυτά δαπανούν μεγαλύτερο ποσοστό του εισοδήματός τους για κάλυψη βασικών αναγκών.

Τι ισχύει στην Ε.Ε.

Οι έμμεσοι φόροι στις χώρες της Ευρωπαϊκής Ένωσης διέπονται από κοινούς κανόνες, αλλά εφαρμόζονται με διαφορετική φιλοσοφία:

– Εύρος συντελεστών ΦΠΑ: Παρά τον ελάχιστο ευρωπαϊκό συντελεστή (15%), οι διακυμάνσεις είναι μεγάλες. Το Λουξεμβούργο διατηρεί τον χαμηλότερο βασικό συντελεστή (17%), η Γερμανία 19%, ενώ χώρες όπως η Δανία, η Σουηδία, η Φινλανδία και η Ουγγαρία επιβάλλουν από 25% έως 27%.

– Το “Βόρειο” Μοντέλο: Κράτη με ισχυρή φορολογική συμμόρφωση (π.χ., Γερμανία, Γαλλία, Ολλανδία) βασίζονται λιγότερο στους έμμεσους φόρους και περισσότερο στη φορολογία εισοδήματος και εταιρειών. Οι έμμεσοι φόροι καλύπτουν μικρότερο ποσοστό του ΑΕΠ, καθώς τα δημόσια έσοδα τροφοδοτούνται από υψηλά δηλωμένα εισοδήματα.

– Το “Περιφερειακό Τουριστικό” Μοντέλο: Χώρες της Ανατολικής και Νότιας Ευρώπης (π.χ., Κροατία, Ουγγαρία) στηρίζονται δυσανάλογα στην κατανάλωση. Αυτό συμβαίνει είτε για να αντισταθμίσουν τη διαφυγή στους άμεσους φόρους, είτε για να αξιοποιήσουν την τουριστική κατανάλωση, είτε λόγω χαμηλών εταιρικών συντελεστών.

– Ειδικοί Φόροι Κατανάλωσης (ΕΦΚ): Επιβάλλονται υποχρεωτικά σε καύσιμα, αλκοόλ και καπνικά. Ωστόσο οι βόρειες χώρες τείνουν να επιβάλλουν επιπλέον περιβαλλοντικούς και “πράσινους” φόρους, ενώ οι χώρες του Νότου διατηρούν υψηλούς ΕΦΚ κυρίως για δημοσιονομικούς λόγους.

Οι προβλέψεις του Προϋπολογισμού

Το προσχέδιο του κρατικού Προϋπολογισμού 2027 προβλέπει φορολογικά έσοδα 77,878 δισ. ευρώ, αυξημένα κατά 2,149 δισ. ή 2,8% σε σχέση με την εκτίμηση για το 2026. Ανάμεσα στις πηγές αυτών των εσόδων ξεχωρίζουν οι φόροι επί αγαθών και υπηρεσιών, κυρίως ο ΦΠΑ και οι ειδικοί φόροι κατανάλωσης. Η εξέλιξή τους συνδέεται με την πορεία της κατανάλωσης, αλλά και με τις τιμές: όταν οι καταναλωτές πληρώνουν υψηλότερες ονομαστικές τιμές, αυξάνεται η αξία επί της οποίας υπολογίζεται ο ΦΠΑ. Η ακρίβεια, επομένως, μπορεί να ενισχύσει τις φορολογικές εισπράξεις χωρίς να αλλάξουν οι συντελεστές. Αν η τιμή ενός αγαθού αυξηθεί και η ποσότητα που αγοράζεται παραμείνει ίδια, αυξάνεται και το ποσό του ΦΠΑ που αναλογεί στη συναλλαγή. 

Το προσχέδιο προβλέπει αύξηση της πραγματικής ιδιωτικής κατανάλωσης κατά 1,4% το 2026 και 1,5% το 2027. Αυτή η πρόβλεψη αποτυπώνει αύξηση της καταναλωτικής δαπάνης σε όρους όγκου, ενώ η άνοδος των τιμών επηρεάζει την ονομαστική αξία των συναλλαγών και, κατ’ επέκταση, τη βάση είσπραξης του ΦΠΑ. 

Στην εκτίμηση για το 2026, η αύξηση των εσόδων από φόρους επί αγαθών και υπηρεσιών αποτέλεσε έναν από τους βασικούς παράγοντες ενίσχυσης των φορολογικών εσόδων. Τα συνολικά φορολογικά έσοδα του έτους εκτιμώνται σε 75,729 δισ. ευρώ, αυξημένα κατά 2,085 δισ. ή 2,8% έναντι του στόχου του Προϋπολογισμού. Το προσχέδιο αναφέρει ότι σημαντικό μέρος αυτής της μεταβολής συνδέεται με υψηλότερα έσοδα από τον ΦΠΑ. Για το 2027, πάντως, η εικόνα είναι ηπιότερη: οι φόροι επί αγαθών και υπηρεσιών προβλέπεται να αποφέρουν 42,431 δισ. ευρώ, μόλις 179 εκατ. ή 0,4% περισσότερα από την εκτίμηση του 2026. 

Η πρόβλεψη για τον ΦΠΑ το 2027 είναι 30,581 δισ. ευρώ, μειωμένη κατά 196 εκατ. σε σχέση με την εκτίμηση του 2026. Αυτό δεν σημαίνει ότι το προσχέδιο προβλέπει μείωση των τιμών. 

Αντίθετα, τα έσοδα από τους ειδικούς φόρους κατανάλωσης προβλέπεται να αυξηθούν κατά 136 εκατ. ευρώ, στα 7,312 δισ. Οι ειδικοί φόροι επιβαρύνουν συγκεκριμένες κατηγορίες προϊόντων και η πορεία των εσόδων τους επηρεάζεται από τη φορολογική βάση, τις ποσότητες που καταναλώνονται και τις τιμές. Το προσχέδιο καταγράφει την προβλεπόμενη αύξηση, χωρίς να αναλύει πόση από αυτήν οφείλεται στην ακρίβεια και πόση σε άλλες μεταβολές. Συνεπώς, δεν μπορεί να αποδοθεί ολόκληρη η άνοδος των εισπράξεων σε έναν μόνο παράγοντα. 

Αύξηση προβλέπεται και στους φόρους και δασμούς επί εισαγωγών: από 460 εκατ. ευρώ το 2026 σε 533 εκατ. το 2027. Το προσχέδιο συνδέει κυρίως τη μεταβολή με την πλήρη εφαρμογή, για ολόκληρο το 2027, του ενωσιακού μέτρου για τα δέματα χαμηλής αξίας από τρίτες χώρες. Το μέτρο προβλέπει την κατάργηση της απαλλαγής από δασμούς και την επιβολή τέλους 3 ευρώ ανά είδος. Σε αυτή την περίπτωση, η αύξηση των εσόδων οφείλεται κυρίως στην εφαρμογή του μέτρου και όχι στην άνοδο των τιμών. 
 

Popular Articles