spot_imgspot_img

Related Posts

Top 5 This Week

Γιατί ΕΕ, ΔΝΤ και ΟΟΣΑ είναι πιο αισιόδοξοι για το ελληνικό πλεόνασμα

-|- 

Ενώ βρισκόμαστε στην αντίστροφη μέτρηση για την ανακοίνωση των δημοσιονομικών στοιχείων για το 2025, υπάρχουν κάποιοι που αναρωτιούνται πόσο θα “εκπλήξει” και φέτος η Ελλάδα. Πώς είναι δηλαδή δυνατό, ένα μέγεθος όπως το πρωτογενές πλεόνασμα το οποίο παρακολουθείται σε μηναία βάση, να εκτιμάται στην αρχή ενός χρόνου στο 2,5% του ΑΕΠ και στο τέλος του χρόνου να φτάνει σε διπλάσιο ύψος, αγγίζοντας το 5% του ΑΕΠ. 

Οι πρώτοι που εκπλήσσονται – χωρίς όμως να το εκδηλώνουν – από τις αναθεωρήσεις των στοιχείων είναι οι διεθνείς οργανισμοί (Ευρωπαϊκή Επιτροπή, Διεθνές Νομισματικό Ταμείο, Οργανισμός Οικονομικής Συνεργασίας και Ανάπτυξης) οι οποίοι κάνουν προβλέψεις πιο αισιόδοξες από αυτές της Αθήνας, παρακολουθώντας στη συνέχεια τις συνεχείς αναθεωρήσεις μέχρι και το τελικό αποτέλεσμα να έχουν καταστήσει τις δικές τους προβλέψεις συντηρητικές. 

Διαφορετικές προβλέψεις 

Ειδικότερα, η Ευρωπαϊκή Επιτροπή, που είναι ο θεσμός με τη μεγαλύτερη εγγύτητα στην ελληνική οικονομία, προέβλεπε στις αρχές του 2025 πρωτογενές πλεόνασμα πάνω από 3% του ΑΕΠ για το προηγούμενο χρόνο, όταν το ΥΠΕΘΟ προέβλεπε πλεόνασμα 2,5% του ΑΕΠ για να αναθεωρήσει στη συνέχεια στις αρχές του 2026 στο 2,8% του ΑΕΠ, στο 3,2% του ΑΕΠ στο αναθεωρημένο πολυετές πρόγραμμα 2024-2028 και στο τέλος στο 3,7% του ΑΕΠ.

Αντιστοίχως, το ΔΝΤ ξεκίνησε τις προβλέψεις του για το 2025 με πρόβλεψη για πρωτογενές πλεόνασμα λίγο κάτω από το 3% του ΑΕΠ. Σήμερα , προβλέπει ότι το πλεόνασμα θα φτάσει το 4,4% του ΑΕΠ. Ο ΟΟΣΑ, λίγος πιο ρεαλιστής ως Οργανισμός κάνει μια πρόβλεψη οριακά αυξημένη σε σχέση με αυτή του ΥΠΕΘΟ (στο 2,8% του ΑΕΠ) στην οποία επιμένει μέχρι να εκδοθούν στοιχεία όπως αυτά που περιμένουμε την ερχόμενη Τετάρτη για να διορθώσει τις προβλέψεις του απολογιστικά.

Οι αιτίες των συνεχών αναθεωρήσεων 

Οι συνεχείς αναθεωρήσεις των δημοσιονομικών στοιχείων δεν πυροδοτούν καμία κριτική από εταίρους μας εντός της ΕΕ για τον απλούστατο λόγο ότι όλες τους είναι αναθεωρήσεις προς το καλύτερο. 

Η βασική αιτία που κάθε χρονιά έχουμε από την άνοιξη συνεχή αναθεώρηση των προβλέψεων για τα δημοσιονομικά στοιχεία κρύβεται στα φορολογικά έσοδα και τις δαπάνες.

Η προσπάθεια για την καταπολέμηση της φοροδιαφυγής, η οποία ξεκίνησε το 2024 με ένα πακέτο μέτρων, απέδωσε από 3 δισ. ευρώ πρόσθετα έσοδα στα δημόσια ταμεία. Οι πρόσθετοι πόροι από τη μείωση της φοροδιαφυγής δεν επισυνάφθηκαν ως πρόβλεψη, ούτε το 2024 ούτε και το 2025. Ωστόσο η συνδρομή τους στα δημόσια ταμεία απεικονίζεται με την επίτευξη δημοσιονομικών και πρωτογενών πλεονασμάτων κάθε χρόνο. Ως διακριτή ποσότητα, ώστε να παρακολουθούνται και τα αποτελέσματα της όλης προσπάθειας ,καταγράφεται μόνο απολογιστικά.

Ένα δεύτερο στοιχείο, το οποίο επίσης στα αποτελέσματα καταγράφεται μόνο απολογιστικά, είναι η εξοικονόμηση των δημοσίων δαπανών μέσα από τη συνεχή επισκόπηση την οποία διεξάγει το ΥΠΕΘΟ. Το ποσό των δαπανών που δεν θα υλοποιηθούν τελικά, δεν είναι σταθερό για κάθε χρόνο . Κατά συνέπεια και αυτή η “πηγή” πρωτογενούς πλεονάσματος δεν καταγράφεται στις προβλέψεις των ετήσιων προϋπολογισμών, αλλάζοντας πολλά από τα βασικά δημοσιονομικά μεγέθη, μόλις κλείσει κάθε χρόνος. 

Ένας τρίτος λόγος, περισσότερο πολιτικός, είναι ότι αν ανακοινώνονταν κάθε χρόνο από την αρχή ένα τεράστιο πλεόνασμα και λόγω συγκυρίας δεν επιτυγχάνονταν, η κυβέρνηση θα είχε πολιτική ζημιά. Επίσης, ένα πολύ μεγάλο πλεόνασμα θα καλλιεργούσε υπερβολικές προσδοκίες – οι οποίες θα μπορούσαν να εκπληρωθούν – λόγω των νέων δημοσιονομικών κανόνων που πολλοί λίγοι καταλαβαίνουν πως λειτουργούν.
 

Popular Articles