Του Χάρη Φλουδόπουλου
Σε συνθήκες πρωτοφανούς πίεσης εισέρχεται η παγκόσμια και η ευρωπαϊκή αγορά καυσίμων, με την κρίση που εκτυλίσσεται στη Μέση Ανατολή και τον περιορισμό των ροών μέσω των Στενών του Ορμούζ να διαμορφώνουν ένα σκηνικό που παράγοντες της αγοράς χαρακτηρίζουν ως τη σοβαρότερη ενεργειακή αναταραχή της σύγχρονης ιστορίας. Η ιδιαιτερότητα της τρέχουσας συγκυρίας δεν περιορίζεται στην εκτίναξη των τιμών, αλλά επεκτείνεται πλέον και σε ζητήματα επάρκειας, εξέλιξη που ανατρέπει θεμελιώδεις ισορροπίες στην εφοδιαστική αλυσίδα.
Σύμφωνα με εκτιμήσεις από πηγές της αγοράς καυσίμων, η κρίση έχει ήδη οδηγήσει σε σημαντική απώλεια παγκόσμιας παραγωγής, καθώς ένα σημαντικό ποσοστό της προσφοράς πετρελαίου και φυσικού αερίου έχει τεθεί εκτός αγοράς, ενώ δεκάδες ενεργειακές εγκαταστάσεις έχουν πληγεί, καθιστώντας αβέβαιο τον χρόνο αποκατάστασης της ομαλής λειτουργίας. Η διάρκεια της κρίσης εκτιμάται ότι θα είναι πολύμηνη, με τις επιπτώσεις να μεταφέρονται πλέον από την Ασία προς την Ευρώπη.
Η διαφορά σε σχέση με προηγούμενες κρίσεις, ακόμα και με εκείνες της δεκαετίας του 1970, είναι ότι το σημερινό σοκ δεν αφορά μόνο την τιμή, αλλά την ίδια τη διαθεσιμότητα των προϊόντων. Για πρώτη φορά έπειτα από δεκαετίες τίθεται ανοιχτά στο τραπέζι το ενδεχόμενο επιβολής δελτίου σε καύσιμα, ιδίως στα αεροπορικά καύσιμα, με τον Eυρωπαίο επίτροπο Eνέργειας να έχει ήδη προειδοποιήσει για την ανάγκη λήψης μέτρων διαχείρισης της ζήτησης.
Το πρόβλημα του Ορμούζ
Ο αποκλεισμός ή ο περιορισμός της διέλευσης από τα Στενά του Ορμούζ επηρεάζει δυσανάλογα συγκεκριμένα προϊόντα. Περίπου το 20% του παγκόσμιου εμπορίου πετρελαίου και σημαντικές ποσότητες παραγώγων διέρχονται από την περιοχή, ενώ η διαταραχή δεν αφορά μόνο την ενέργεια, αλλά και το ευρύτερο εμπόριο, από λιπάσματα μέχρι αγροτικά προϊόντα.
Η κρίση έχει ήδη προκαλέσει ανατροπές στις θαλάσσιες ροές και αναγκαστική ανακατεύθυνση φορτίων, με αποτέλεσμα να εντείνεται ο ανταγωνισμός για περιορισμένες ποσότητες. Παράλληλα, οι εναλλακτικές διαδρομές είτε είναι περιορισμένες είτε εκτίθενται σε γεωπολιτικούς κινδύνους, όπως η Ερυθρά Θάλασσα.
Το αποτέλεσμα είναι η δημιουργία ενός δομικού ελλείμματος προσφοράς που μεταφράζεται σε αυξημένη μεταβλητότητα και εκρηκτικές πιέσεις στις τιμές.
Γιατί πλήττονται περισσότερο
Το ντίζελ και τα jet fuels βρίσκονται στο επίκεντρο της κρίσης. Και αυτό γιατί η παραγωγή ντίζελ απαιτεί βαριές ποιότητες αργού πετρελαίου, οι οποίες προέρχονται σε μεγάλο βαθμό από τη Μέση Ανατολή. Ο περιορισμός της προσφοράς αυτών των ποιοτήτων οδηγεί σε δυσανάλογη αύξηση του κόστους παραγωγής.
Είναι ενδεικτικό ότι, ενώ η τιμή του αργού έχει αυξηθεί σημαντικά, η άνοδος στο ντίζελ είναι πολλαπλάσια, γεγονός που αποτυπώνει τη στενότητα της αγοράς. Το ίδιο ισχύει και για τα αεροπορικά καύσιμα, όπου η ζήτηση παραμένει ισχυρή και η προσφορά περιορισμένη, οδηγώντας σε πιέσεις που ήδη μεταφράζονται σε περιορισμό πτήσεων και αναδιάρθρωση δρομολογίων.
Το ντίζελ έχει επιπλέον έναν κομβικό ρόλο, καθώς αποτελεί τη “ραχοκοκαλιά” της οικονομίας, τροφοδοτώντας μεταφορές, βιομηχανία και εφοδιαστικές αλυσίδες. Η αύξησή του μετακυλίεται άμεσα στον πληθωρισμό και στο κόστος ζωής.
Η ελληνική αγορά
Για την Ελλάδα η κρίση έχει διττή διάσταση. Από τη μία πλευρά, η χώρα εξαρτάται σε σημαντικό βαθμό από εισαγωγές αργού από τη Μέση Ανατολή, με βασικούς προμηθευτές το Ιράκ και τη Σαουδική Αραβία. Από την άλλη, τα ελληνικά διυλιστήρια έχουν κινηθεί ταχύτατα για την εξεύρεση εναλλακτικών πηγών.
Σύμφωνα με παράγοντες της αγοράς, οι εταιρείες έχουν ήδη στραφεί σε νέες αγορές, όπως η Λιβύη, η Βόρεια Θάλασσα, η Αίγυπτος, αλλά και οι ΗΠΑ, διαμορφώνοντας νέα μείγματα αργού που επιτρέπουν τη διατήρηση της παραγωγής, ακόμα και με βελτιωμένη απόδοση σε ντίζελ.
Ωστόσο η επάρκεια αυτή δεν μπορεί να θεωρείται δεδομένη σε βάθος χρόνου, καθώς εξαρτάται από τη διάρκεια της κρίσης και τη διαθεσιμότητα φορτίων στη διεθνή αγορά.
Εκτίναξη τιμών
Η ανοδική εκτίναξη των διεθνών τιμών έχει ήδη μεταφερθεί με ένταση και στην ελληνική αγορά καυσίμων, επιβεβαιώνοντας το βάθος της κρίσης. Οι τιμές των καυσίμων στην ελληνική αγορά έχουν ήδη ακολουθήσει την ανοδική διεθνή τάση, με το πετρέλαιο να καταγράφει σημαντικές αυξήσεις και τα διυλισμένα προϊόντα να κινούνται ακόμα υψηλότερα. Σε διάστημα λίγων εβδομάδων η τιμή του αργού πετρελαίου έχει αυξηθεί σωρευτικά πάνω από 50%, αντανακλώντας τον περιορισμό της προσφοράς και τη γεωπολιτική αβεβαιότητα.
Ωστόσο, ακόμα πιο εντυπωσιακή είναι η πορεία του ντίζελ, όπου οι αυξήσεις ξεπερνούν το 100% σε διεθνές επίπεδο, εξέλιξη που αποδίδεται στη στενότητα των βαριών ποιοτήτων αργού και στη μεγάλη ζήτηση. Στην ελληνική αγορά η άνοδος αποτυπώνεται ήδη στις αντλίες, με το πετρέλαιο κίνησης να καταγράφει αισθητές ανατιμήσεις και τη μέση τιμή να κινείται ανοδικά, παρά τις επιδοτήσεις που απορροφούν μέρος των πιέσεων, επιβεβαιώνοντας ότι το ντίζελ αποτελεί το πιο “ευαίσθητο” προϊόν της τρέχουσας κρίσης. Η μετακύλιση στις αντλίες είναι σταδιακή, αλλά αναπόφευκτη, καθώς τα διυλιστήρια λειτουργούν με βάση κυλιόμενες τιμές.
Σε αυτό το περιβάλλον, τα μέτρα στήριξης, όπως οι επιδοτήσεις στο ντίζελ, λειτουργούν κυρίως ως ανάχωμα και όχι ως λύση. Η εμπειρία δείχνει ότι η επιδότηση απορροφά μέρος των αυξήσεων, χωρίς να μπορεί να αντιστρέψει την τάση. Αντιθέτως, όσο οι διεθνείς τιμές συνεχίζουν να ανεβαίνουν, το όφελος περιορίζεται.
Η συζήτηση μετατοπίζεται πλέον από τη στήριξη της κατανάλωσης στη διαχείριση της ζήτησης, με σενάρια που περιλαμβάνουν περιορισμούς χρήσης και μέτρα εξοικονόμησης.
Σε κάθε περίπτωση, η αγορά καυσίμων εισέρχεται σε μια νέα φάση, όπου η αβεβαιότητα κυριαρχεί. Η διάρκεια της κρίσης, η εξέλιξη των γεωπολιτικών εντάσεων και η ταχύτητα αποκατάστασης των υποδομών θα καθορίσουν την επόμενη ημέρα.

