Πάνος Παππάς, Δέσποινα Χαραλάμπους: Υπάρχει ελληνική επιστημονική φαντασία;
Το σκηνοθετικό δίδυμο του «Τόμου 7», μιας τολμηρής πολιτικής αλληγορίας η οποία εξελίσσεται σε ένα δυστοπικό αύριο, μας μιλάει για την περιπέτεια του να γυρίσεις στην Ελλάδα μια εικαστικά κομψή sci-fi ταινία υψηλών απαιτήσεων.
Μετά από πολλά ντοκιμαντέρ και δυο μικρού μήκους ταινίες επιστημονικής φαντασίας (“Memory Reloaded”, “Identity”), οι Πάνος Παππάς και Δέσποινα Χαραλάμπους υπογράφουν την πρώτη τους μεγάλου μήκους κοιτάζοντας προς το μέλλον. Βασισμένοι σε ένα πρωτότυπο σενάριο της Χαραλάμπους, η οποία είναι και η μοντέζ του φιλμ, μας μεταφέρουν σε ένα ασπρόμαυρο αύριο και στον Τόμο 7, ένα γιγαντιαίο τσιμεντένιο θόλο, η μικροκοινωνία του οποίου αναστατώνεται από τις ταξικές διαφορές και δοκιμάζει τις αντοχές της, καθώς οι σοδιές μολύνονται και μειώνονται δραματικά.
Πως γεννήθηκε η ιδέα του “Τόμου 7”;
Δέσποινα Χαραλάμπους: Ξεκίνησε την περίοδο της κρίσης, όταν υπήρχε αυτή η γενική αίσθηση του αποκλεισμού, ο οποίος με το lockdown έγινε εγκλωβισμός. Νομίζω όμως πως η αίσθηση του περιορισμού και της αδυναμίας να δραπετεύσεις από μια ανεπιθύμητη κατάσταση ξεκίνησε νωρίτερα. Οπότε η ταινία στήθηκε σαν μια πολιτική αλληγορία πάνω σε όσα συνέβαιναν στην Ελλάδα την προηγούμενη δεκαετία. Από εκεί και πέρα βέβαια το σενάριο σταδιακά εξελίχθηκε και έφτασε να αφορά την έννοια του εγκλωβισμού σε μια γενικότερη συνθήκη πέρα από μια χώρα. Εγκλωβισμού στις σχέσεις, ακόμα και στην ίδια τη ζωή, με την έννοια ότι όλοι είμαστε είμαστε εγκλωβισμένοι στη ζωή μας και η μόνη έξοδος είναι ο θάνατος.
Πάνος Παπππάς: Να προσθέσω πως πάνω σ’ αυτή τη βασική αλληγορική ιδέα, αναπτύχθηκαν κι άλλες, όπως το άγνωστο που περιβάλλει τους εγκλωβισμένους, κάνοντας βαθύτερο το δίλημμα “να μείνω ή να φύγω; Τι με περιμένει εκεί έξω;”, αλλά και η αίσθηση της θυσίας. Όπως στην “Σωσίβια Λέμβο” του Χίτσκοκ για παράδειγμα, κι εδώ μπαίνει το ερώτημα ότι αφού δεν μπορούμε να επιζήσουμε όλοι, τι αποφάσεις θα πάρουμε; Ποιος θα θυσιαστεί; Ένα θέμα, δηλαδή το να “ελαφρύνει” η κοινωνία, το οποίο αντιμετώπισε η χώρα μας την περίοδο της κρίσης.

Η Δέσποινα Χαραλάμπους στα γυρίσματα (φωτό Δημήτρης Γιαβάσης)
Και γιατί αυτή η αλληγορία μπήκε σε ένα πλαίσιο φανταστικό;
Δ.Χ: Η επιστημονική φαντασία είναι ένας είδος που μας αρέσει πολύ και το πλέον πρόσφορο για να σχολιάσεις μια πολιτική επικαιρότητα χωρίς να θίξεις άμεσα θέματα τα οποία στο παρόν μπορεί να είναι αμφιλεγόμενα. Υπάρχουν βέβαια στιγμές που κάποια πράγματα είναι ξεκάθαρα, όπως οι ναζί και ο Β΄ Παγκόσμιος Πόλεμος, και άλλα, όπως τώρα ο πόλεμος στο Ιράν, όπου η κατάσταση είναι περίπλοκη. Από τη μια οι μουλάδες, από την άλλη ο Τραμπ…
Αυτό έχει να κάνει και με την πρόσφατη, αμφιλεγόμενη τοποθέτηση του Βιμ Βέντερς σε σχέση με την πολιτική και το σινεμά. Νομίζω πως, προφανώς άκομψα, ο Γερμανός σκηνοθέτης ήθελε να διατυπώσει μια παρόμοια άποψη.
Δ.Χ: Στην ταινία υπάρχει ένα voice over, το οποίο έχει να κάνει με το ότι στο πέρασμα του χρόνου οι απόψεις όλων μας αλλάζουν, οπότε μιλώντας αλληγορικά και όχι ονοματίζοντας σαφώς τα πράγματα, οι ιδέες γίνονται διαχρονικότερες.
Π.Π: Όσον αφορά το διαχρονικό και το εφήμερο, να πω πως ο σχολιασμός off που ακούγεται περιέχει μια εσκεμμένη ειρωνεία, γιατί προσδίδει μια μακροσκοπική ματιά σε αυτό το δράμα που βλέπουμε, το οποίο για τους ανθρώπους του Τόμου 7 είναι κοσμογονικό, αλλά για το σύμπαν είναι κάτι ασήμαντο.
Μιλώντας για επιστημονική φαντασία, πόσο δύσκολο είναι να γυρίσει κανείς μια ταινία sci-fi στην Ελλάδα; Δεν είναι μόνο το οικονομικό πρόβλημα και η απουσία “παρακαταθήκης”, δηλαδή το ότι το ελληνικό σινεμά είναι μόνο δράματα και κωμωδίες, αλλά και η γλώσσα, η προκατάληψη του κοινού…
Δ.Χ: Από μικρή έχω μια αδυναμία στην επιστημονική φαντασία και τα κόμικς και ήταν κάτι το οποίο ήθελα να υπερασπίσω. Οπότε είδαμε το εγχείρημα του να προσπαθήσουμε να κάνουμε μια ταινία είδους, φέρνοντάς την στα μέτρα μας, τα ελληνικά, σαν μια δύσκολη, αλλά συναρπαστική περιπέτεια. Σαν μια πρόκληση να δημιουργήσεις κάτι πρωτότυπο, κάτι λίγο διαφορετικό. Στην πορεία βρήκαμε συνεργάτες οι οποίοι μας βοήθησαν πολύ, όπως ο Βέλγος αρχιτέκτονας και κομίστας Φρανσουά Σούιτεν.

Είναι μαζί σας από την πρώτη σας μικρού μήκους, το “Memory Reloaded”, ως σχεδιαστής οπτικής ταυτότητας.
Δ.Χ: Γνωρίζουμε πλέον πολύ καλά ο ένας τον άλλον και συζητάμε εκτενώς. Μας έδωσε ακόμα και ιδέες που εμπλούτισαν το σενάριο, έχοντας ως βασική ευθύνη του τη σκηνογραφική επιμέλεια και τη γενική εικονογραφία της ταινίας. Σχεδιάζει πράγματα, όπως τον τεράστιο θόλο μέσα στον οποίο εξελίσσεται η πλοκή, ο οποίος όμως έπρεπε να κατασκευαστεί ως μοντέλο. Αυτό το έκανε ένας άλλος συνεργάτης μας, εξαιρετικός αρχιτέκτονας, ο Κωστής Κτιστάκης. Ο Σούιτεν το ενέκρινε και συνεχίσαμε. Συνεννοούμασταν διαρκώς για το πως οι ιδέες μας θα λειτουργούσαν στο όλο οπτικό περιβάλλον, έδινε τη συγκατάθεσή του και προχωρούσαμε ως το τελικό αποτέλεσμα.
Η αρχιτεκτονική σύλληψη της ταινίας είναι βασικό στοιχείο της ταυτότητάς της, έτσι δεν είναι;
Π.Π: Όταν ακούν επιστημονική φαντασία, οι περισσότεροι φαντάζονται ιπτάμενους δίσκους, λέιζερ, εξωγήινους και υπερήρωες. Υπάρχει όμως και η επιστημονική φαντασία του Άλντους Χάξλεϊ, του Τζορτζ Όργουελ… Μια αλληγορική, πολιτική επιστημονική φαντασία στην οποία ανήκει ο “Τόμος 7” και η αρχιτεκτονική είναι βασικό στοιχείο της σεναριακής λογικής του, της εικόνας του, ακόμα και της αφήγησής του.
Αυτό σας υποχρεώνει, κατά κάποιο τρόπο, να δημιουργήσετε ένα φουτουριστικό σκηνικό. Να υπάρχει μια σαφής εικόνα του μέλλοντος, σε αντίθεση με ταινίες όπου ο όρος επιστημονική φαντασία χρησιμοποιείται γιατί η πλοκή τους αναφέρεται σε ένα μέλλον το οποίο μπορεί να μη βλέπουμε. Μπορεί όλα να εξελίσσονται σε ένα δωμάτιο.
Π.Π: Το sci-fi στηρίζεται πολύ στο σχεδιασμό του pre-production, ο οποίος είναι πλέον ψηφιακός, και θα υλοποιηθεί κατόπιν με τα εφέ. Δεν υπάρχει η δηλαδή η σκηνογραφική κατασκευή με την παραδοσιακή έννοια, ξύλα, μέταλλα, καρφώματα, βαψίματα… Εμείς αφιερώσαμε πολλούς μήνες για να γίνουν τα εφέ, τα οποία κατασκευάστηκαν στο εξωτερικό, σκεφτήκαμε όμως ότι είναι προτιμότερο να κάνουμε μια ταινία με προσεγμένες λεπτομέρειες κι ας κράταγε η όλη διαδικασία πέντε και έξι χρόνια, παρά κάτι πιο φτηνό, προσαρμόζοντας ανάλογα και το σενάριο, και να προχωρούσαμε άμεσα στο επόμενο σχέδιο. Γιατί πιστεύω πως αν αφιερώσεις χρόνο στο σχεδιασμό και την προετοιμασία, μπορείς να γυρίσεις μια αξιοπρεπή, καλοφτιαγμένη ελληνική ταινία επιστημονικής φαντασίας.

Ο Πάνος Παππάς (αριστερά) στο πλατό (φωτό Δημήτρης Γιαβάσης).
Η ελληνικότητα της ταινίας αντανακλάται και στη γλώσσα της. Δεν έχουμε συνηθίσει να βλέπουμε ένα κινηματογραφικό τεχνολογικό μέλλον με ήρωες να μιλούν ελληνικά.
Δ.Χ: Δεν θα μπορούσε να είναι σε άλλη γλώσσα. Είναι ελληνική η ταινία και αφορά αυτό που είμαστε. Εμπεριέχει τον εαυτό μας και το σινεμά που αγαπάμε. Και την Ευρώπη και την επιστημονική φαντασία… Όλα αυτά είναι μέσα. Αν γυριζόταν σε άλλη γλώσσα, θα ήταν άλλη ταινία.
Π.Π: Έχουμε δει καταπληκτικές sci-fi ταινίες που δεν μιλάνε αγγλικά, από το “Σολάρις” ως πιο πρόσφατα το “Aurora”, το λιθουανικό. Σε ένα θεατή εκτός Ελλάδος μάλιστα, οποιαδήποτε γλώσσα πλην της αγγλικής σε ταινία φαντασίας έχει κάτι το παράξενο, κάτι που ενισχύει την αίσθηση του αλλόκοτου, του μη νατουραλιστικού. Επίσης, στο να γυρίζεις αγγλόφωνες ελληνικές ταινίες υπάρχει πάντα ο κίνδυνος του κιτς και της γραφικότητας.
Κι ενώ κι ο διευθυντής φωτογραφίας σας, ο Ίοαν Μέλτζερ, είναι Ρουμάνος, για τη μουσική επιλέξατε τον Νίκο Κηπουργό. Ένα μελωδικό, κλασικότροπο συνθέτη κι όχι κάποιον avant-garde ή “ηλεκτρονικό”.
Π.Π: Είχαμε σκεφτεί εξ αρχής να έχουμε ένα σάουντρακ έξω από τα στερεότυπα του είδους – ηλεκτρονική μουσική, με αφηρημένους ήχους, κάτι σαν Τζέρι Γκόλντσμιθ ή Vangelis… Θέλαμε η μουσική να έχει μια εσωτερικότητα, να μπορεί να προσθέσει συναίσθημα. Ειδικά σε μια κινηματογραφική κοινωνία, αυτή του “Τόμου 7”, η οποία υπάσχει από απουσία συναισθήματος. Επίσης είναι μια επιλογή η οποία ενισχύει την αίσθηση του παραξενίσματος και του ανοίκειου.
Δ.Χ: Θέλαμε και το ελληνικό στοιχείο. Η ιδέα άρεσε πολύ του Νίκου και έτσι συνέθεσε ένα σκορ με παραδοσιακή δομή, με ερωτικό θέμα, με leitmotif…
Η επιλογή του ασπρόμαυρου έχει να κάνει με τη σκοτεινή, δυσοίωνη ατμόσφαιρα της ταινίας και με αναφορά στην ιστορία του είδους;
Π. Π: Στο νου μας, οι δυο χαρακτηριστικότερες ταινίες αναφοράς ήταν η “Δίκη” του Όρσον Γουέλς και το “La Jetee” του Κρις Μαρκέρ. Οπότε το ασπρόμαυρο ήταν μια αισθητική και όχι οικονομική επιλογή, γιατί δίνει μια εικόνα πιο διαχρονική, κάτι που ξεφεύγει από τη στιγμή και το τώρα. Επιζητήσαμε αυτή τη διαχρονικότητα, τη συνομιλία με την κινηματογραφική ιστορία. Και το ασπρόμαυρο συνομιλεί με το γερμανικό εξπρεσιονισμό και την αρχή του φανταστικού σινεμά, τις κλασικές ταινίες του είδους, αλλά και τη σύγχρονη εποχή, όπου το ασπρόμαυρο έχει επανέλθει ως απόλυτα αποδεκτό εικαστικό στοιχείο. Τις δεκαετίες του ’60 και του ’70 θεωρήθηκε λίγο ξεπερασμένο, αλλά τώρα πια έγχρωμο και ασπρόμαυρο είναι ίσης αφηγηματικής και αισθητικής αξίας επιλογές.
Διαβάστε ακόμα
Τελευταία άρθρα Σινεμά