Από τη στιγμή της ανακοίνωσης του πρώτου lockdown άρχισαν να ξεδιπλώνονται οι πολλαπλές πραγματικότητες της πανδημίας: Οι εργαζόμενοι χωρίστηκαν σε αναγκαίους και μη, τηλεργαζόμενους και «μαχητές της πρώτης γραμμής», εξαντλημένους από τις υπερωρίες και εξαντλημένους από το ψυχικό φορτίο της ανεργίας. Ανάμεσα σε όλες αυτές τις πολύ διαφορετικές εμπειρίες που ενώνονται από το νήμα της υγειονομικής κρίσης και της αβεβαιότητας, κρύβονται και αμέτρητες άλλες, που παραμένουν αθέατες επειδή αφορούν ομάδες που ήταν ευάλωτες πολύ πριν ο κοροναϊός μετατρέψει αυτή τη λέξη σε μια από τις πιο πολυχρησιμοποιημένες του ελληνικού λεξιλογίου.

Μια από αυτές, που «σπάει» με τη σειρά της στις δικές της πολλαπλότητες, είναι και εκείνη των μεταναστών που, όπως αναφέρει στο in.gr η κυρία Άντλα Σασάτη, Διευθύντρια του γραφείου του Ελληνικού Φόρουμ Μεταναστών, του δευτεροβάθμιου σωματείου που εκπροσωπεί περισσότερους από 40 μεταναστευτικούς συλλόγους και σωματεία, «από τη μια μέρα στην άλλη ξαφνικά κινδυνεύουν να βρεθούν εκτός εκπαίδευσης, εκτός εργασίας, εκτός υγειονομικής περίθαλψης, εκτός κοινωνίας».

Ο κοροναϊός, ο «μεγάλος επιταχυντής», όξυνε τις ήδη υπάρχουσες ανισότητες μεταξύ Ελλήνων και μεταναστών και έσπρωξε ακόμη βαθύτερα στο περιθώριο εκείνους που ήδη βρίσκονταν στις παρυφές του.

«Κάθε πτυχή της ζωής της κοινότητας επηρεάστηκε», εξηγεί στο in.gr ο κύριος Ντόναλντ Οκαγουέρε, πρόεδρος της Κοινότητας Νιγηριανών Ελλάδας. «Οι άνθρωποι δεν μπορούσαν να ψάξουν για δουλειά. Πριν την πανδημία τουλάχιστον έψαχναν, είχαν την ελπίδα ότι κάτι θα βρουν. Και επειδή οι περισσότεροι δεν είχαν το δικαίωμα να κάνουν αίτηση για επίδομα ειδικού σκοπού, ήταν ένα φρικτό διάστημα».

Τα λεγόμενά του επιβεβαιώνει στο in.gr και η κυρία Σασάτη, η οποία επιπλέον τονίζει ότι στη διάρκεια της πανδημίας «έγινε πολύ πιο έντονο το πρόβλημα της μείωσης εισοδημάτων και μη καταβολής ενσήμων ή μισθοδοσίας, με αποτέλεσμα μεγάλο μέρος των ανθρώπων που ζουν και εργάζονται στη χώρα να είναι υπό καθεστώς εργασιακής σκλαβιάς». Το γεγονός αυτό, σε συνδυασμό με την άρνηση μερίδας των ιδιοκτητών ακινήτων να εκμισθώσουν τα σπίτια τους σε πολίτες τρίτων χωρών, είχε ως αποτέλεσμα πολλοί μετανάστες και μετανάστριες, αλλά και αιτούντες άσυλο και αναγνωρισμένοι πρόσφυγες, να βρεθούν στον δρόμο στους μήνες που μεσολάβησαν, προσπαθώντας να επιβιώσουν σε πλατείες και πάρκα.

Έτσι, ήδη από τον περσινό Μάρτιο, περίπου 1.500 άτομα δεν μπορούσαν να καλύψουν ούτε τις διατροφικές τους ανάγκες, σύμφωνα με στοιχεία που συγκεντρώθηκαν από τις μόλις 15 κοινότητες (από το σύνολο των 42) του Φόρουμ που παρέμειναν ενεργές στη διάρκεια των lockdown. Οι ανάγκες αυτές «καλύπτονται από τις ίδιες τις κοινότητες, από συλλογικότητες και τοπικές οργανώσεις ανά περιοχή», επισημαίνει η κυρία Σασάτη.

Ταυτόχρονα, όπως αναφέρει ο κύριος Ερμάλ Σουλάι, Πρόεδρος της Ομοσπονδίας Αλβανικών Συλλόγων και Γ. Γραμματέας του Ελληνικού Φόρουμ Μεταναστών, «οι μετανάστες έχουν στο μυαλό τους και στην καθημερινότητά τους και το άγχος που έχει να κάνει με την άδεια διαμονής τους. Καθώς τα ποσοστά ανεργίας αυξάνονται εκθετικά, όλοι όσοι χάνουν ή θα χάσουν τη δουλειά τους, μπορεί να μην καταφέρουν να ανανεώσουν τις άδειες διαμονής τους ή να κάνουν αίτηση για την επί μακρόν διαμένοντος, αφού τα ένσημα και το ύψος του εισοδήματος είναι άρρηκτα συνδεδεμένα με την άδεια διαμονής».

Εγκλεισμοί εντός του εγκλεισμού

Ακόμη και το ίδιο το lockdown δεν είναι για όλους το ίδιο. Όπως εξηγεί στο in.gr ο κύριος Ρεζάι Μοχτάρ, πρόεδρος της Κοινότητας Αφγανών Μεταναστών και Προσφύγων, ο παρατεταμένος εγκλεισμός των προσφύγων στα camps, τους κρατά εγκλωβισμένους «σε χώρους συνωστισμού, χωρίς σχολεία ή πρόσβαση στα μαθήματα ελληνικής γλώσσας».

«Ο αιτών άσυλο ή ο πρόσφυγας βρίσκεται σε μια χώρα που δεν γνωρίζει ούτε τη γλώσσα, ούτε την κουλτούρα, ούτε τις συνθήκες διαβίωσης», σχολιάζει. «Δεν ζουν σε μια περιοχή με Έλληνες, ώστε να έρθουν σε επαφή μαζί τους, να μιλήσουν, να μάθουν πράγματα. Οι άνθρωποι αυτοί οι περισσότεροι είναι νέοι, έχουν όρεξη για εκπαίδευση. Και μπορούν να αγωνιστούν από κοινού με τους Έλληνες για πολλά θέματα, όπως η οικονομία, η εργασία, η εκπαίδευση. Οι Αφγανοί εδώ και 50 χρόνια περίπου αναγκάζονται να πηγαίνουν από τη μια χώρα στην άλλη, και έτσι έχουν εκπαιδευτεί σκληρά, προσπαθούν να επιβιώσουν με αυτά που έχουν ζήσει στη ζωή τους. Μπορεί να είναι ταλαιπωρημένοι, αλλά μπορούν να μάθουν πιο γρήγορα».

Αντί για αυτό, όμως, λόγω της αδυναμίας τους να βρουν εργασία και της ανεπαρκούς οικονομικής τους υποστήριξης, ακόμη και αναγνωρισμένοι πρόσφυγες καταλήγουν άστεγοι, αφού δεν έχουν τα χρήματα για να καταβάλλουν ενοίκιο, καταγγέλλει. «Αντί να κάνουν βήματα μπρος, κάνουν βήματα πίσω. Και αυτό δυσκολεύει και την κοινωνία».

Όμως και εκείνοι που δεν βρίσκονται πια στους χώρους υποδοχής ή και δεν έχουν περάσει ποτέ από εκεί, δεν είναι απαραιτήτως σε πολύ καλύτερη κατάσταση. Καθυστερήσεις και εμπόδια στην έγκριση ή την ανανέωση των αδειών παραμονής, αλλά και ορισμένες από τις πιο τοξικές προεκτάσεις της αδήλωτης εργασίας, κρατούν μεγάλο μέρος του μεταναστευτικού πληθυσμού που ζει στη χώρα μας στις δικές του, κυριολεκτικές και μεταφορικές φυλακές, πολύ πιο ερμητικά κλειστές από εκείνη που δημιουργεί η απαγόρευση των «άσκοπων μετακινήσεων».

«Από τον Μάρτιο του 2020, η ομαλή λειτουργία των αρμόδιων για τις άδειες παραμονής δημόσιων υπηρεσιών διεκόπη λόγω της πανδημίας», επισημαίνει η κυρία Σασάτη. «Το Υπουργείο Μεταναστευτικής Πολιτικής & Ασύλου προέβη σε αλλεπάλληλες ανακοινώσεις με αναδιατυπώσεις των νόμων και των υπηρεσιών του. Γεγονός που προκαλεί μέχρι σήμερα σύγχυση στους δημόσιους υπαλλήλους και τους μετανάστες και θέτει σε άμεσο κίνδυνο μετανάστες και πρόσφυγες, που από νόμιμοι κινδυνεύουν να γίνουν παράτυποι, χάνοντας την εγκυρότητα των εγγράφων τους. Για παράδειγμα, μέσα σε διάστημα τριών μηνών υπήρξαν πάνω από 15 διαφορετικές ανακοινώσεις στα ελληνικά για τη διαδικασία ανανέωσης των αδειών παραμονής».

Εμπόδια στην πρόσβαση στην περίθαλψη

Το γεγονός, όμως, ότι οι ίδιοι οι μετανάστες σε πολλές περιπτώσεις δεν φέρουν ευθύνη για τη μη ανανέωση των αδειών τους, δεν σημαίνει ότι δεν επιβαρύνονται και με τις συνέπειές της. «Όταν δεν ανανεώνονται τα έγγραφα, αυτομάτως απενεργοποιείται το ΑΜΚΑ και το ΠΑΑΥΠΑ τους και δεν έχουν πρόσβαση στην περίθαλψη», τονίζει ο κύριος Μοχτάρ. «Κι έτσι δημιουργείται ένα άλλου είδους χάος για τον καθένα. Για παράδειγμα, πολλοί άνθρωποι τον τελευταίο καιρό μου έχουν πει ότι δεν καταφέρνουν να κλείσουν ραντεβού ή ότι ο γιατρός στα επείγοντα δεν μπορεί να τους γράψει φάρμακα. Ένας άνθρωπος που δεν έχει έσοδα, δεν μπορεί να πληρώσει από μόνος του τα φάρμακά του, ακόμη και αν κάνουν μόνο €2. Από πού να τα βρει, από τη στιγμή που δεν έχει δουλειά, κάποιο επίδομα ή κάτι άλλο;». Επιπλέον, από τα νοσοκομεία λόγω του κοροναϊού απουσιάζουν πλήρως οι διερμηνείς «Και οι περισσότεροι πρόσφυγες ανήκουν σε ευάλωτες ομάδες, λόγω των συνθηκών που έχουν ζήσει. Όλοι ξέρουμε τι γινόταν στη Μόρια».

Αντιστοίχως, όπως αναφέρει ο κύριος Οκαγουέρε, ούτε η Αστυνομία λαμβάνει υπόψη της τις αντικειμενικές αυτές δυσκολίες, ακόμη και σε περιπτώσεις μεταναστών οι οποίοι δεν έχουν κατορθώσει μεν να ανανεώσουν την άδεια παραμονής τους, αλλά μπορούν να αποδείξουν ότι είχαν προχωρήσει από την πλευρά τους στις απαραίτητες διαδικασίες, κλείνοντας ραντεβού με τις αρμόδιες υπηρεσίες.

«Αν σε πιάσουν χωρίς χαρτιά, πηγαίνεις στο κρατητήριο», λέει ο ίδιος. «Ενώ είχαν πει ότι όποιος είχε κλείσει ραντεβού αποδεικνύει ότι είχε κάνει επαφή, τελικά λένε ότι «το ραντεβού δεν είναι χαρτιά», κι ας μην μπορεί να τα βγάλει λόγω της πανδημίας. Και δεν είναι ότι οι συνθήκες στα κρατητήρια είναι καλές». Ο ίδιος, μάλιστα, φοβάται μια επανάληψη αυτών που «ζήσαμε και με την κυβέρνηση Σαμαρά. Τους κρατούσαν μέσα ακόμη και για 18 μήνες, επειδή δεν είχαν χαρτιά».

Φυλακισμένοι μέσα στην πόλη

Το αποτέλεσμα είναι, σύμφωνα με τον κύριο Μοχτάρ, οι μετανάστες που δεν διαθέτουν νομιμοποιητικά έγγραφα, να «είναι φυλακισμένοι αυτή τη στιγμή, γιατί φοβούνται πάρα πολύ. Είναι άνθρωποι που θέλουν να είναι νόμιμοι, θέλουν να ζήσουν σαν άνθρωποι, όπως και οι υπόλοιποι. Όμως η υπηρεσία δεν ανταποκρίνεται στα αιτήματά τους, δυστυχώς, λόγω της πανδημίας. Για αυτό το λόγο είναι κλεισμένοι [στο σπίτι] εδώ και μήνες».

«Και αυτό, όπως ξέρουμε», συνεχίζει, «αρχίζει και βαραίνει την ψυχολογία του ανθρώπου, γιατί κάθε μέρα σκέφτεται το ίδιο πράγμα: Πώς θα πάρω τα χαρτιά μου, θέλω να ζήσω, θέλω να προχωρήσω. Το ένα σκεπτικό φέρνει το άλλο, και στο τέλος καταλήγει δυστυχώς…»

Η φωνή του κομπιάζει. «Δεν θέλω να το πω, αλλά πρέπει να το πω. Καταλήγει σε ακραία σημεία. Μπορεί να κάνει ακόμη και απόπειρα αυτοκτονίας, δυστυχώς».

«Στην πιο ευάλωτη θέση βρίσκεται η γυναίκα μετανάστρια»

Όμως υπάρχουν και κάποιες «φυλακές» που διαθέτουν και τους δικούς τους «δεσμοφύλακες». Πρόκειται για τα σπίτια που απασχολούν κυρίως γυναίκες μετανάστριες, σε καθεστώς αδήλωτης εργασίας, και στις οποίες ως εκ τούτου δεν μπορούν να παραχωρήσουν άδειες κυκλοφορίας. «Έχουμε αναφορές για εσωτερικές οικιακές βοηθούς, σε σπίτια όπου δεν δηλώνεται η εργασία τους, οπότε δεν τους επιτρέπεται η έξοδος από το σπίτι», υπογραμμίζει στο in.gr η κυρία Ήρα Λόντο, μέλος του ΔΣ του Ελληνικού Φόρουμ Μεταναστών. «Θα πρέπει η πολιτεία σε αυτή τη δύσκολη συγκυρία να ασχοληθεί συστηματικά με το θέμα της αδήλωτης εργασίας, κυρίως των γυναικών. Ακούμε συχνά να παραπονιούνται πως έχασαν τις πολύτιμες υπηρεσίες της “γυναίκας” για το σπίτι, όμως κανείς δεν έχει σκεφτεί να κάνει το αυτονόητο – και νόμιμο: Να πληρώσει το εργόσημό της, προσφέροντας έτσι σημαντική ανακούφιση στη μετανάστρια από τη δύσκολη καθημερινότητά της».

Δεν λείπουν, όμως, και εκείνες που βρίσκονται στη φυλακή του δικού τους σπιτιού, όπου αναγκάζονται να συνυπάρχουν με τους κακοποιητές τους, όπως και αμέτρητες Ελληνίδες. Η διαφορά είναι ότι η ευαλωτότητα των μεταναστριών μεγεθύνει και σε αυτή την περίπτωση τον κίνδυνο και την καταπίεση που υφίστανται: «Θεωρούμε πως στην πιο ευάλωτη θέση βρίσκεται η γυναίκα μετανάστρια», επισημαίνει η κυρία Λόντο. «Υπάρχουν πολλές αναφορές ενδοοικογενειακής βίας, όπου οι γυναίκες πέραν της κακοποίησης που βιώνουν, απειλούνται από τους συζύγους τους (Έλληνες ή αλλοδαπούς) ότι θα απελαθούν και θα τους αφαιρεθεί η κηδεμονία των παιδιών τους σε περίπτωση που φύγουν από το σπίτι ή χωρίσουν».

Η πανδημία του ρατσισμού συνεχίζει να εξαπλώνεται

Αν και στη διάρκεια της πανδημίας έχουν μειωθεί οι καταγγελίες για ρατσιστικές επιθέσεις που φτάνουν στην Κοινότητα Αφγανών Μεταναστών και Προσφύγων, ο κύριος Μοχτάρ δεν είναι σίγουρος αν αυτό αποτελεί αιτία για πανηγυρισμούς: «Στην εποχή της πανδημίας μια-δυο περιπτώσεις έχουμε παρατηρήσει. Αλλά τα άτομα αυτά ήξεραν τη γλώσσα και μιλήσανε. Υπάρχουν και πολλοί άλλοι που ίσως δεν μπόρεσαν να πάνε να πούνε τον πόνο τους ή να καταγγείλουν μια επίθεση, γιατί η κοινότητα όπως και κάποιες άλλες οργανώσεις που απευθύνονταν είναι κλειστές, κι εκείνοι δεν ξέρουν τη γλώσσα».

Εξάλλου, η μείωση των επιθέσεων δεν συνεπάγεται και εξαφάνιση του ρατσισμού, ιδίως από τη  στιγμή που από πολύ νωρίς έκαναν την εμφάνισή τους αφηγήσεις που ήθελαν τον κοροναϊό να εξαπλώνεται χρησιμοποιώντας ως μοχλό (και) τις κακές συνθήκες διαβίωσης των μεταναστευτικών και προσφυγικών κοινοτήτων του κέντρου της Αθήνας. Όπως αναφέρει στο in.gr ο κύριος Οκαγουέρε, «υπάρχει η νοοτροπία ότι ό,τι δεν είναι καλό το φέρνουν οι ξένοι. Υπάρχει αυτή η διάκριση, βλέπουν ξένους και αλλάζουν πεζοδρόμιο επειδή θεωρούν ότι κουβαλάμε διάφορες αρρώστιες. Υπήρξε αρκετή αύξηση και σε αυτό λόγω του κοροναϊού. Στην αρχή ήταν μόνο για τους Κινέζους, μετά ήρθε και σε εμάς».

Συστημικός ρατσισμός

Όλοι όσοι μίλησαν στο in.gr στο πλαίσιο του ρεπορτάζ, πάντως, συμφωνούν σε κάτι: Το σκληρότερο πρόσωπο του ρατσισμού στη διάρκεια της χρονιάς που μας πέρασε, ήταν ντυμένο με τη στολή της Αστυνομίας. «Υπάρχουν καταγγελίες που έχουν καταγραφεί και από το Δίκτυο Καταγραφής Περιστατικών Ρατσιστικής Βίας για τη δημιουργία φυλετικού προφίλ στους ελέγχους από την αστυνομία και τη δημοτική αστυνομία, η οποία σταματά πολύ πιο συχνά μετανάστες και μετανάστριες για έλεγχο», σημειώνει ο κύριος Χυσενμπέλλι, ενώ ο κύριος Μοχτάρ συμφωνεί μαζί του εμπειρικά:

«Το έχω δει πολλές φορές με τα μάτια μου», υποστηρίζει. «Κυκλοφορώ στο κέντρο, αλλά και σε άλλες περιοχές της Αθήνας λόγω της εργασίας μου, και έχω δει ότι οι περισσότεροι – θα έλεγα ακόμα και το 90% – των ελέγχων είναι προς αλλοδαπούς. Δεν μπορώ να θυμηθώ ούτε δέκα-δεκαπέντε περιπτώσεις Ελλήνων».

Σοβαρές καταγγελίες αστυνομικής αυθαιρεσίας

Από την πλευρά του, ο κύριος Οκαγουέρε καταγγέλλει δυο πολύ σοβαρά περιστατικά αστυνομικής αυθαιρεσίας. Το πρώτο αφορά έναν άνθρωπο που, έχοντας συγκεντρώσει όπως-όπως χρήματα για το ενοίκιό του απευθυνόμενος σε φίλους και συγγενείς, κατέληξε να φεύγει από την ουρά της τράπεζας όπου περίμενε για να καταθέσει το ποσό με ένα πρόστιμο για άσκοπη μετακίνηση – παρά το γεγονός ότι, όπως υποστηρίζει, είχε στείλει το αντίστοιχο μήνυμα.

Στη δεύτερη περίπτωση τα πράγματα γίνονται ακόμη χειρότερα: «Την πρώτη μέρα που άνοιξαν τα μαγαζιά, ένας άνδρας πήγε και αγόρασε κάποια πράγματα που ήθελε να στείλει στα πέντε παιδιά του στη Νιγηρία που θα ξεκινούσαν το σχολείο: Τσάντες, ένα ρολόι χειρός… Ήρθε η αστυνομία, τον ρώτησαν τι είχε στη σακούλα του κι εκείνος τους απάντησε ότι ήταν δώρα για τα παιδιά του. Εκείνοι του ζήτησαν να τους ακολουθήσει στο Τμήμα της Ομόνοιας. Εκεί του πήραν τα πράγματα, τα έσπασαν, εκείνος τους ρωτούσε «γιατί». Του ζήτησαν την απόδειξη και την έσκισαν και αυτή. Τον έβαλαν μέσα, μου είπε ότι τον έψαξαν παντού, αλλά δεν βρήκαν επάνω του ναρκωτικά. Όμως επειδή του είχαν καταστρέψει τα πράγματα, δεν μπορούσαν να τον αφήσουν. Οπότε αντί να του ζητήσουν συγγνώμη, τον συνέλαβαν για παρεμπόριο. Το πρωί που τον άφησαν, του έγραψαν και πρόστιμο €300, υποτίθεται επειδή δεν έστειλε μήνυμα, ενώ είχε στείλει. Μίλησα μαζί τους ως πρόεδρος, τους είπα ότι δεν είναι κάποιος που πουλάει ναρκωτικά και ότι στην Αθήνα δεν υπάρχει αγορά για να πουλήσει πράγματα στο παρεμπόριο. Οι πλασιέ πουλάνε σε καφετέριες, σε παραλίες, αυτά είναι κλειστά τώρα, δεν μπορεί να το κάνει. «Όχι», μου είπαν, «η ένσταση είναι αβάσιμη». Και τώρα εκκρεμεί δικαστήριο για παρεμπόριο που δεν έκανε».

«Υπάρχουν πολλές ακόμη καταγγελίες», καταλήγει, «όμως αυτές τις δύο τις άκουσα και πόνεσα».

«Είμαστε άνθρωποι, πρέπει να αγαπιόμαστε»

Ο κύριος Μοχτάρ προτείνει ως λύση την αλληλεγγύη μεταξύ των λαών: «Πρέπει [οι Έλληνες] να βλέπουν τους αιτούντες άσυλο, τους πρόσφυγες, εκείνους που δεν έχουν χαρτιά, σαν ανθρώπους. Να μην θεωρήσουν ότι προέρχονται από τριτοκοσμικές χώρες και δεν έχουν γνώση, δεν έχουν κατανόηση. Οι άνθρωποι αυτοί πραγματικά έχουν ταλαιπωρηθεί αρκετά – και γνωρίζουμε ότι και η Ελλάδα, τώρα που είμαστε στα 200 χρόνια από την απελευθέρωση από τους Οθωμανούς, έχει ζήσει πολύ ζόρικες καταστάσεις. Και αυτοί οι άνθρωπο είναι το ίδιο, έχουν ψυχές. Οι χώρες από τις οποίες προέρχονται έχουν τα μεγαλύτερα κοιτάσματα του πλανήτη σε πετρέλαιο, σε ουράνιο και σε άλλα χίλια-δυο. Δεν ζούσαν στη ζούγκλα. Είναι άνθρωποι με ιστορία, με ψυχή, άνθρωποι που ανήκουν σε αυτό τον πλανήτη. Να μη φοβούνται. Να αγαπούν. Καλοί και κακοί υπάρχουν παντού, αυτή είναι η φύση του ανθρώπου. Αν σε έναν πληθυσμό, για παράδειγμα, 1.000 ατόμων οι 5 είναι κακοί, δεν σημαίνει ότι είναι και όλοι οι υπόλοιποι.

»Είμαστε άνθρωποι, πρέπει να αγαπιόμαστε».

Γράψτε το σχόλιό σας