Αναφορές κατά των δύο εισαγγελέων, της ανακρίτριας καθώς και των τριών μελών του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών, που ασχολήθηκαν με την υπόθεση του Δημήτρη Λιγνάδη καταθέτει, το πρωί της Τετάρτης, στον Άρειο Πάγο ο Αλέξης Κούγιας.

Ο συνήγορος του σκηνοθέτη, που είχε προαναγγείλει τις ενέργειές του, υποστηρίζει ότι οι δύο εισαγγελείς που χειρίστηκαν τις δύο ενεργές καταγγελίες εις βάρος του πελάτη του,«δεν κάλεσαν τον κ. Λιγνάδη, ενώ αυτό ήταν υποχρεωτικό, να δώσει γραπτές ή προφορικές εξηγήσεις, πριν του ασκήσουν ποινική δίωξη για ένα από τα σοβαρότερα αδικήματα που προβλέπονται στον Ποινικό Κώδικα και για το κάθε ένα από αυτά απειλείται ποινή καθείρξεως έως και 15 ετών».

Όσον αφορά την ανακρίτρια που εξέτασε την υπόθεση, αναφέρει ότι «αφενός μεν εξέδωσε ένα παράνομο ένταλμα σύλληψης, αφετέρου δε, ενώ κάλεσε να δώσει μαρτυρική κατάθεση ενώπιον της τον δεύτερο καταγγέλλοντα, το μοναδικό μάρτυρα της υποθέσεως», τον οποίο χαρακτηρίζει «αμφιλεγόμενης αξιοπιστίας Αιγύπτιο».

Τέλος, αναφέρει ότι καταθέτει αναφορά κατά του προέδρου και του δικαστικού συμβουλίου, διότι εξέδωσαν βούλευμα, χωρίς προηγουμένως να έχει ολοκληρωθεί η κατάθεση του πελάτη του και των μαρτύρων υπεράσπισης.

Αναλυτικά η ανακοίνωση του Αλέξη Κούγια

«Η πρώτη αναφορά στρέφεται κατά των δύο εισαγγελέων που διενήργησαν την προκαταρκτική εξέταση των καταγγελιών των δύο φερομένων ως βιασθέντων από τον κ. Λιγνάδη, εκ των οποίων ο ένας που τον κατήγγειλε για βιασμό, δήθεν τελεσθέντα τον Αύγουστο του 2010, ουδέποτε έχει εμφανισθεί ενώπιον των προανακριτικών και ανακριτικών αρχών, ώστε να αξιολογηθεί η αξιοπιστία του, και αντ’ αυτού εμφανίσθηκε ο δικηγόρος του, ενώ ο δεύτερος που τον κατήγγειλε για βιασμό, δήθεν τελεσθέντα στις 9 ή 8 Αυγούστου 2015, είναι ο μόνος που εμφανίσθηκε και έχει δώσει μέχρι τώρα μία κατάθεση στον ένα εκ των δύο εισαγγελέων και τρεις ακόμη καταθέσεις στην κ. ανακρίτρια, χωρίς να του έχουν υποβληθεί στοιχειώδεις και υποχρεωτικές ερωτήσεις ούτε από τον εισαγγελέα ούτε από την κ. ανακρίτρια.

Οι ως άνω δύο εισαγγελείς δεν κάλεσαν τον κ. Λιγνάδη, ενώ αυτό ήταν υποχρεωτικό, να δώσει γραπτές ή προφορικές εξηγήσεις, πριν του ασκήσουν ποινική δίωξη για ένα από τα σοβαρότερα αδικήματα που προβλέπονται στον Ποινικό Κώδικα και για το κάθε ένα από αυτά απειλείται ποινή καθείρξεως έως και 15 ετών.

Η δεύτερη αναφορά στρέφεται κατά της κας ανακρίτριας, η οποία διεξάγει την ανάκριση και η οποία αφενός μεν εξέδωσε ένα παράνομο ένταλμα σύλληψης, αφετέρου δε, ενώ κάλεσε να δώσει μαρτυρική κατάθεση ενώπιον της τον δεύτερο καταγγέλλοντα, το μοναδικό μάρτυρα της υποθέσεως, έναν αμφιλεγόμενης αξιοπιστίας Αιγύπτιο, ο οποίος καταθέτει εμφανή ψέματα, ειδικά στην περιγραφή του βιασμού, ουδέποτε τον ρώτησε ποιο ήταν το ξενοδοχείο, όπου δήθεν έλαβε χώρα ο βιασμός, για να διαπιστώσει την αξιοπιστία του, όπως δεν τον είχε ρωτήσει προηγουμένως ούτε ο ένας εκ των δύο εισαγγελέων που είχε λάβει την προανακριτική κατάθεσή του, πριν ασκήσει την ποινική δίωξη, ουδέποτε έκανε έρευνα αν υπάρχει αυτό το ξενοδοχείο, ουδέποτε έκανε έρευνα αν σε οποιοδήποτε ξενοδοχείο της περιοχής της Επιδαύρου έχει διαμείνει 9 ή 8/8/2015 ο κ. Λιγνάδης, ουδέποτε ζήτησε από το αστυνομικό τμήμα της περιοχής να διερευνήσει τα υποχρεωτικά τηρούμενα βιβλία διαμενόντων στα ξενοδοχεία, για να διαπιστώσει εάν έχει διαμείνει σε οποιοδήποτε από τα ξενοδοχεία αυτά ο κ. Λιγνάδης στις 9 ή 8/8/2015 και, αφού αγνόησε τα προσκομισθέντα από αυτόν στοιχεία, αλλά και τους ιδιαίτερα αξιόπιστους μάρτυρές του που αποδείκνυαν ότι όλον τον Αύγουστο του 2015 ο κ. Λιγνάδης ήταν στην περιοχή Πόλης Ιθάκης, τον κράτησε προσωρινά καταστρέφοντάς τον για ολόκληρη τη ζωή του με μοναδικό αποδεικτικό στοιχείο την κατάθεση ενός αμφιλεγόμενης αξιοπιστίας φερόμενο παθόντα.

Η τρίτη αναφορά θα κατατεθεί κατά του προέδρου και των μελών του δικαστικού συμβουλίου που εξέδωσαν το βούλευμα που απέρριψε την ιδιαίτερα αιτιολογημένη νομικά ένσταση ακυρότητος της ασκηθείσας ποινικής δίωξης και του εντάλματος συλλήψεως, περιλαμβάνοντας στο σκεπτικό του βουλεύματος έγγραφα και κρίσεις από την απολογία του κατηγορουμένου που ακόμη δεν είχε λάβει χώρα, αλλά ξεκίνησε μετά την έκδοση του βουλεύματος και διήρκεσε τουλάχιστον 5 ώρες, οι δε καταθέσεις των μαρτύρων υπερασπίσεως του κατηγορουμένου ελήφθησαν και ολοκληρώθηκαν μετά την απολογία του και τουλάχιστον 7 ώρες μετά την έκδοση του βουλεύματος».

Γράψτε το σχόλιό σας