Μετά από ένα διάστημα που έμοιαζε με «κορώνα-γράμματα», άνοιξαν τελικά τη Δευτέρα τα σχολεία της πρωτοβάθμιας εκπαίδευσης (δημοτικά, νηπιαγωγεία, βρεφονηπιακοί και παιδικοί σταθμοί), καθώς και όλες οι βαθμίδες της ειδικής αγωγής, με τους μαθητές να επιστρέφουν στο σχολικό περιβάλλον μετά από δύο ολόκληρους μήνες.

Η απόφαση του υπουργείου συζητήθηκε αρνητικά, κυρίως αναφορικά με τα μέτρα πρόληψης και αναμένεται να προκαλέσει ακόμα πιο έντονες αντιδράσεις το επόμενο διάστημα, Λύκεια και γυμνάσια παραμένουν κλειστά μέχρι νεοτέρας.

Η επαναλειτουργία των πρωτοβάθμιων δομών της εκπαίδευσης, καθώς και εκείνων της ειδικής αγωγής, ακολουθείται από μία σειρά μέτρων: Οι αίθουσες να αερίζονται διαρκώς, οι μαθητές να φοράνε μάσκα και να έχουν την κουβέρτα τους, οι εκπαιδευτικοί να φροντίζουν ότι θα τηρούνται οι αποστάσεις στα διαλείμματα, οι γονείς να μην πηγαίνουν στα κάγκελα για να δώσουν φαγητό στα παιδιά κλπ.

Το βασικότερο πρόβλημα, που συζητούσαμε ήδη από τον Αύγουστο, δεν έχει λυθεί ωστόσο. Οι μαθητές επέστρεψαν σε υπεράριθμα τμήματα, παρά τις δεσμεύσεις της υπουργού ότι θα γινόταν σημαντική μείωση του αριθμού των μαθητών ανά τάξη.

Ταυτόχρονα, τα προβλήματα για το σύνολο της εκπαιδευτικής κοινότητας παραμένουν άλυτα, ξεκινώντας από τις ευπαθείς ομάδες των εκπαιδευτικών, που δεν δικαιούνται απαλλαγή, ή τις περιπτώσεις μαθητών και εκπαιδευτικών που ζούνε με ευπαθή άτομα και κινδυνεύουν να τους μεταφέρουν τον ιό.

Το φιάσκο της τηλεκπαίδευσης

Οι προηγούμενοι δύο μήνες θα μπορούσαν να χαρακτηριστούν “τραγελαφικοί”. Ακόμα και πριν το λοκντάουν των σχολείων, η κατάσταση χαρακτηριζόταν «αφόρητη» από μαθητές και εκπαιδευτικούς, με την ΟΛΜΕ να επισημαίνουν διαρκώς τα προβλήματα και τα λάθη του υπουργείου.

Η τηλεκπαίδευση αρχικά στέφθηκε με παταγώδη αποτυχία. Συνδέσεις που δεν ήταν εφικτές, το σύστημα που «έπεφτε», οι οδηγίες του υπουργείου για τεστ και απουσιολόγια σε μαθητές που μπορεί να μην είχαν λάπτοπ. Αυτή η παράμετρος ούτε εξετάστηκε, ούτε και καλύφθηκε ποτέ.

Θεωρήθηκε δεδομένο, πιθανώς, ότι κάθε σπίτι έχει τη δυνατότητα να παρέχει στους μαθητές υπολογιστές, ώστε να μπορέσουν να συμμετέχουν στην τηλεκπαιδευτική διαδικασία, αλλά -φεύ!- η πραγματικότητα διέψευσε κάθε προσδοκία.

Όχι μόνο δεν είχαν όλοι οι μαθητές πρόσβαση σε λάπτοπ, αλλά ούτε και σε σύνδεση στο ίντερνετ (με δεδομένη την τηλεργασία που θεωρητικά θα ακολουθούσαν οι γονείς και με το γεγονός ότι δεν συνηθίζεται κάθε σπίτι να παρέχει συσκευές σε μαθητές του δημοτικού, η πραγματικότητα δεν ελήφθη ποτέ υπόψη από το υπουργείο).

Έτσι, πολλά παιδιά που επέστρεψαν σήμερα στα θρανία, είτε έχουν φοβερές ελλείψεις σε σχέση με την ύλη, είτε -στο μέλλον- όπου εφαρμόστηκε η εγκύκλιος για το απουσιολόγιο, μαθητές της δευτεροβάθμιας κινδυνεύουν να χάσουν τη χρονιά.

Αρχικά το υπουργείο όφειλε να διαχειριστεί αυτήν την πραγματικότητα, κάνοντας εφικτή την πρόσβαση όλων των μαθητών στην τηλεκπαίδευση. Τελικά, συμφωνώντας ότι τα σχολεία πρέπει να είναι ανοιχτά, το υπουργείο όφειλε να λάβει δραστικά μέτρα.

Τώρα και ύστερα: Το επόμενο διάστημα

Τα δεδομένα του Σεπτεμβρίου δεν έχουν αλλάξει για τις σχολικές δομές. Παραμένουν υπεράριθμα τα τμήματα, ηλικιωμένοι οι εκπαιδευτικοί και οι μαθητές… ε, οι μαθητές είναι παιδιά που δύσκολα πειθαρχούνται.

Πριν το λοκντάουν οι εικόνες που είχαμε από την πρωτοβάθμια εκπαίδευση, ήταν παιδάκια που μπέρδευαν τις μάσκες τους, ήταν πολύ δύσκολο να ακολουθήσουν κανόνες και ακόμα περισσότερο, δεν μπορούσαν να συμβιβαστούν με τη νέα πραγματικότητα.

Ταυτόχρονα, οι εκπαιδευτικοί, οι οποίοι βρίσκονται υπό τη Δαμόκλειο Σπάθη της αξιολόγησης, κινδυνεύουν και λόγω της ηλικίας τους, στις περιπτώσεις που πρόκειται για άτομα κάποιας ηλικίας, αλλά και λόγω της πραγματικά τιτάνιας, συχνά άκαρπης, προσπάθειας να συμβαδίσουν με τη νέα κατάσταση, όχι επειδή είναι εκείνοι ανίκανοι, αλλά επειδή το project “τηλεκπαίδευση” ναυάγησε και κάποιος θα κληθεί να το χρεωθεί.

Ωστόσο, το σημαντικότερο πρόβλημα ήταν και παραμένει ο ρόλος του σχολείου σχετικά με τη διασπορά στην κοινότητα.

Τον Σεπτέμβριο χρεώθηκε το νέο κύμα της πανδημίας στην… χαλαρότητα των πολιτών, αλλά οι ελλείψεις του συστήματος Υγείας και οι φόβοι της διασποράς εξαιτίας της κακής διαχείρισης των σχολικών μονάδων, είναι ο πραγματικός κίνδυνος που ελλοχεύει και αυτήν τη φορά.

Ο βασικός λόγος που άνοιξαν οι εκπαιδευτικές μονάδες της πρωτοβάθμιας και της ειδικής αγωγής, είναι ότι σταδιακά θα πρέπει να ανοίξει ξανά η αγορά, με τους γονείς να επιστρέφουν στις δουλειές του. Επομένως, τα παιδιά πρέπει κάπου να βρίσκονται, αφού οι παππούδες έχουν βγει από την εξίσωση για ευνόητους λόγους. Αλλά μας διαφεύγει κάτι πολύ σημαντικό.

Υπουργείο Παιδείας και Θρησκευμάτων

Τα σχολεία υπήρξαν υπεύθυνα για τη διασπορά του ιού στην κοινότητα; Όχι, υπεύθυνα ήταν τα ελλιπέστατα μέτρα προστασίας.

Τα τμήματα των 27 μαθητών και η χρέωση “χωροφύλακα” στους εκπαιδευτικούς. Από τον Σεπτέμβριο η διασπορά στην κοινότητα αυξήθηκε κατακόρυφα. Δεν υπάρχει καμία ένδειξη ότι αυτήν τη φορά θα περιοριστεί, ακριβώς επειδή δεν έχει αλλάξει απολύτως τίποτα από την πλευρά του υπουργείου.

Αλλά το υπουργείο δεν είναι μόνο Παιδείας. Είναι και Θρησκευμάτων. Στο ερώτημα «ποιος κυβερνά αυτόν τον τόπο;» θα μπορούσαμε με ελαφρότητα να απαντήσουμε «η εκκλησία», αλλά θα ήταν λάθος.

Μετά τις απαράδεκτες εικόνες από τον συνωστισμό στα Θεοφάνια ή τα Χριστούγεννα, μαζί με ένα κύμα αντίδρασης ορμώμενο από θρησκευτικά στοιχεία (που πρέπει να αναλυθεί ξεχωριστά), η απάντηση απλή: Το υπουργείο παιδείας και θρησκευμάτων όφειλε να πάρει δυναμική θέση απαγόρευσης και για το δεύτερο πεδίο που υποτίθεται ότι ελέγχει.

Δυστυχώς, το συνάθροισμα των νέων δεδομένων και της κακής προηγούμενης εμπειρίας, το υπουργείο Παιδείας και Θρησκευμάτων θα θεωρηθεί υπεύθυνο για το νοσηρό (κυριολεκτικά) επόμενο διάστημα. Και αυτή είναι, δυστυχώς, μία τεράστια ευθύνη.

Γράψτε το σχόλιό σας